Νευροχειρουργικό

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Νευροχειρουργικό τμήμα είναι στελεχωμένο με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και εξοπλισμένο με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, έχοντας ως στόχο να προσφέρει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες διάγνωσης και θεραπείας όλου του φάσματος των παθήσεων του εγκεφάλου και της σπονδυλικής στήλης.

Το Νευροχειρουργικό τμήμα εφημερεύει όλο το 24ωρο, με τους ειδικευμένους και έμπειρους Ιατρούς – Νευροχειρουργούς του να είναι διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή για τη δραστική αντιμετώπιση ακόμα και των πιο επειγόντων περιστατικών.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Στο Νευροχειρουργικό τμήμα μας εκτελείται όλο το φάσμα των επεμβάσεων της σύγχρονης Νευροχειρουργικής που αφορούν παθολογίες του εγκεφάλου και του συνόλου της σπονδυλικής στήλης.

Ειδικότερα, στο Νευροχειρουργικό τμήμα αντιμετωπίζονται όλες οι παθήσεις που αφορούν στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα, όπως:

  • Καλοήθεις και κακοήθεις όγκοι εγκεφάλου,
  • Καλοήθεις και κακοήθεις όγκοι νωτιαίου μυελού,
  • Αγγειακές παθήσεις εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού,
  • Τραυματικές βλάβες εγκεφάλου,
  • Εκφυλιστικές σπονδυλοπάθειες / δισκοπάθειες (Αυχενική δισκεκτομή, οσφυϊκή δυσκεκτομή, στένωση σπονδυλικού σωλήνα),
  • Υδροκεφαλία,
  • Παθήσεις περιφερικών νόσων.
  • Συγγενείς παθήσεις ( σύνδρομο chiari)
  • Χειρουργική επιληψίας

Στο Νευροχειρουργικό Τμήμα αντιμετωπίζονται τα ανευρύσματα εγκεφάλου με όλες τις τεχνικές, αναλόγως του βέλτιστου αποτελέσματος, που θα προκύψει για κάθε ασθενή, και ειδικότερα:

  • Με εμβολισμούς εγκεφάλου που μόνο το Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης διαθέτει έμπειρους και εξειδικευμένους, στην τεχνική, Νευροχειρουργούς, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της Βορείου Ελλάδας.
  • Με κρανιοτομία και τη χρήση μικροσκοπίου και μικροχειρουργικών τεχνικών, ανευρίσκεται το ανεύρυσμα, το οποίο και αποκλείεται από την κυκλοφορία με clip.  Στη συνέχεια, ελέγχεται η ομαλή αιματική ροή των αγγείων γύρω από το ανεύρυσμα και ο πλήρης αποκλεισμός του.

Οι ασθενείς μετά από μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις παραμένουν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Τεχνικές αποσυμπίεσης νωτιαίου μυελού και σπονδυλοδεσίας

Στο Νευροχειρουργικό τμήμα εφαρμόζονται χειρουργικές τεχνικές για την αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και σπονδυλοδεσία για την αποκατάσταση και σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης, όπως:

  • Πρόσθια αυχενική δισκεκτομή (αφαίρεση του δίσκου) και σπονδυλοδεσία.
  • Πρόσθια αυχενική σωματεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου σπονδυλικού σώματος των δίσκων σε κάθε άκρο του) και σπονδυλοδεσία.
  • Αυχενική πεταλεκτομή (αφαίρεση του οπίσθιου τόξου του σπονδύλου)
  • Αυχενική πεταλεκτομή πολλαπλών επιπέδων.
  • Αυχενική πεταλοπλαστική.
  • Αυχενική πεταλεκτομή και σπονδυλοδεσία.
  • Ενδοσκοπική διαρινική αποσυμπίεση της κρανιοσπονδυλικής συμβολής.
  • Ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία.
  • Αυχενοθωρακική σπονδυλοδεσία.
  • Ινιοαυχενοθωρακική σπονδυλοδεσία.

Το Νευροχειρουργικό τμήμα απολαμβάνει των πλέον σύγχρονων διαγνωστικών υποδομών του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, οι οποίες διευκολύνουν τους χειρουργούς να κάνουν τις κατάλληλες θεραπευτικές επιλογές που απαιτούνται για τεχνικές αποσυμπίεσης νωτιαίου μυελού και σπονδυλοδεσίας:

  • Αξονική αγγειογραφία (computed tomography - CT)
  • Μαγνητική τομογραφία και αγγειογραφία
  • Ψηφιακή αγγειογραφία
  • Υπέρηχοι

Ανευρίσματα Εγκεφάλου

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Το αδένωμα της υπόφυσης είναι ένας καλοήθης (συνήθως) όγκος που αναπτύσσεται μέσα στην περιοχή του λεγόμενου τουρκικού εφιππίου.

Τα αδενώματα της υπόφυσης χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες ανάλογα με το αν τα κύτταρά τους εκκρίνουν ορμόνες ή μη:

  • Εκκριτικά,
  • Μη εκκριτικά.

Αίτια αδενώματος υπόφυσης

Δεν έχει βρεθεί ακόμα κάποιο σαφές αίτιο δημιουργίας των αδενωμάτων. Έχουν την τάση να εμφανίζονται σχετικά πιο συχνά σε ασθενείς με το σπάνιο σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας.

Η πλειοψηφία των αδενωμάτων υπόφυσης εμφανίζεται σε νέα σχετικά άτομα (πιο συχνά σε γυναίκες), χωρίς κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας.

Συμπτώματα αδενώματος υπόφυσης

Ένα μη εκκριτικό αδένωμα υπόφυσης, στην αρχή δεν προκαλεί συμπτώματα, απλά αυξάνεται σε διαστάσεις με έναν, όχι πάντα σταθερό, ρυθμό.

Όταν το αδένωμα υπόφυσης φτάσει σε κρίσιμο μέγεθος (περίπου 10 χιλιοστά σε διάμετρο) τότε αρχίζει και πιέζει τους γύρω ιστούς. Έτσι αρχικά συμπιέζει την υπόφυση και στη συνέχεια τα οπτικά νεύρα προκαλώντας οπτικές διαταραχές.

Αν το αδένωμα μεγαλώσει πολύ μπορεί να προκαλέσει γενικά συμπτώματα όγκου στον εγκέφαλο, όπως πονοκέφαλο, ζάλη, τάση προς εμετό, υπνηλία, κ.λπ.

Ένα εκκριτικό αδένωμα προκαλεί συμπτώματα ανάλογα με την ορμόνη που εκκρίνει. Αν, για παράδειγμα, παράγει κορτιζόλη προκαλεί τη νόσο του Cushing κι αν παράγει προλακτίνη προκαλεί διαταραχές της περιόδου και γαλακτόρροια

Διάγνωση αδενώματος υπόφυσης

Συνήθως απαιτείται μαγνητική τομογραφία, έλεγχος ορμονών στο αίμα και οφθαλμολογική εξέταση. Την αντιμετώπιση αναλαμβάνει νευροχειρουργός σε συνεργασία με ενδοκρινολόγο.

Θεραπεία αδενώματος υπόφυσης

Για την αντιμετώπιση του αδενώματος της υπόφυσης πρέπει να καθοριστεί το είδος του αδενώματος, αν δηλαδή είναι εκκριτικό ή όχι, και το αν πιέζει τα οπτικά νεύρα.

Η θεραπεία των αδενωμάτων υπόφυσης μπορεί να είναι :

  • Φαρμακευτική,
  • Χειρουργική,
  • Ακτινοθεραπευτική.

Για ένα μικρό αδένωμα υπόφυσης, που δεν προκαλεί σημαντικά συμπτώματα συστήνεται η απλή παρακολούθησή του χωρίς άμεση θεραπεία. Αν ο όγκος δεν αναπτυχθεί, ο ασθενής δε θα χρειαστεί ποτέ θεραπεία.

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να εμποδίσει τους όγκους της υπόφυσης να παράγουν μεγάλες ποσότητες ορμονών ή να τους συρρικνώσει, ώστε να μην πιέζουν τον αδένα της υπόφυσης ή άλλα τμήματα του νευρικού συστήματος.

Η ακτινοθεραπεία σε αδενώματα / όγκους υπόφυσης επιλέγεται σε περιπτώσεις που δε μπορούν να αφαιρεθούν πλήρως με ασφάλεια, αναπτύσσονται γρήγορα και δε συρρικνώνονται με τη φαρμακευτική αγωγή ή υποτροπιάζουν μετά από επέμβαση.

Η χειρουργική επέμβαση συστήνεται όταν ο όγκος της υπόφυσης είναι καλοήθης και σε ένα μέρος του εγκεφάλου, από όπου μπορεί να αφαιρεθεί πλήρως και με ασφάλεια.

Το ακουστικό νευρίνωμα είναι ένας σπάνιος καλοήθης όγκος αναπτύσσεται με βραδύτητα στο νεύρο της ακοής, βαθύτερα από το εσωτερικό αυτί στη βάση του κρανίου.

Το ακουστικό νευρίνωμα μπορεί να ονομάζεται επίσης αιθουσαίο σβάννωμα, νευρίνωμα ή νευριλείμμωμα.

Συμπτώματα ακουστικού νευρινώματος

Το ακουστικό νευρίνωμα αναπτύσσεται πολύ αργά και τα αρχικά του συμπτώματα είναι ήπια με τον ασθενή να αναφέρει εμβοές. Βαθμιαία προκαλεί βαρηκοΐα, η οποία αρχικά δε γίνεται αντιληπτή επειδή αφορά τις υψηλές συχνότητες, δηλαδή όχι της συχνότητες ομιλίας. Όσο ο όγκος η βαρηκοΐα επιτείνεται και ο ασθενής εμφανίζει ζάλη και διαταραχές ισορροπίας.

Αν ο όγκος μεγαλώσει πολύ μπορεί να παρεμβληθεί στο προσωπικό νεύρο, προκαλώντας μερική παράλυση και τελικά πιέζει όλες τις γειτονικές προς τον όγκο περιοχές του εγκεφάλου, απειλώντας τη ζωή του ασθενή!

Διάγνωση ακουστικού νευρινώματος

Η έγκαιρη διάγνωση του ακουστικού νευρινώματος αποτελεί κλειδί για την πρόληψη των σοβαρών συνεπειών του ακουστικού νευρινώματος, ωστόσο αυτή δεν είναι πάντα εύκολη καθώς τα συμπτώματα στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του όγκου είναι συνήθως ήπια ή ακόμα και μη εμφανή.

Η πρώτη διάγνωση του ακουστικού νευρινώματος γίνεται μέσα από έλεγχο της ακουστικής ικανότητας και του συστήματος ισορροπίας του ασθενούς (ακοομετρία, τυμπανομετρία και κ.λπ.).

Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία βοηθούν στον εντοπισμό και προσδιορισμό του μεγέθους του όγκου, καθώς και στο χειρουργικό σχεδιασμό της αφαίρεσης του.

Θεραπεία ακουστικού νευρινώματος

Τα ακουστικά νευρινώματα συχνά μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά πλήρως. Η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:

  • Το μέγεθος και τη σύσταση του όγκου (σκληρός ή μαλακός όγκος),

  • Την ηλικία του ασθενούς,
  • Τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενούς,
  • Την ύπαρξη ή όχι ακοής,
  • Την ύπαρξη ή όχι παρέσεως προσωπικού νεύρου.

Με τον όρο ανεύρυσμα περιγράφεται η μη αναστρέψιμη διάταση μίας αρτηρίας κατά τουλάχιστον 50% πάνω από τη φυσιολογική διάμετρό της, αλλά και η δημιουργία ενός «εξογκώματος» (διόγκωση) σε κάποιο σημείο της, εξαιτίας εξασθένησης του τοιχώματός της.

Αίτια ανευρύσματος

Αν και σήμερα υπάρχει κλινική εμπειρία πολλών ετών και έχουν γίνει πολλές επιστημονικές μελέτες, η ακριβής αιτιολογία και η παθογένεση των ενδοκράνιων ανευρυσμάτων παραμένουν ασαφείς.

Πολλές μελέτες αποδεικνύουν την άμεση σχέση καπνίσματος και υπέρτασης με το ανεύρυσμα, ενώ υπάρχουν και εργασίες που συμπεριλαμβάνουν το ρόλο των γενετικών παραγόντων, όπως συμβαίνει στο σύνδρομο των πολυκυστικών νεφρών, το σύνδρομο Ehlers-Danlos τύπου IV, το σύνδρομο Marfan και τη νευρινωμάτωση τύπου 1.

Συμπτώματα ανευρύσματος

Τα ανευρύσματα σπανίως προκαλούν συμπτώματα, εκτός κι αν είναι πολύ μεγάλα. Συνήθως εντοπίζονται τυχαία στη διάρκεια εξέτασης (λ.χ. υπερηχογράφημα, αξονική τομογραφία) για άλλα νοσήματα ή όταν δημιουργήσουν επιπλοκές.

Ο ξαφνικός και έντονος πονοκέφαλος είναι το βασικότερο σύμπτωμα της ρήξης ανευρύσματος. Άλλες συχνές ενδείξεις είναι οι εξής:

  • ναυτία και η τάση προς έμετο,
  • δυσκαμψία στον αυχένα
  • έντονη αυχεναλγία
  • ευαισθησία στο φως,
  • επιληπτική κρίση,
  • βλεφαρόπτωση,
  • απώλεια των αισθήσεων,
  • σύγχυση
  • κώμα.

Διάγνωση ανευρύσματος

Η διάγνωση των ενδοκράνιων ανευρυσμάτων γίνεται με τη βοήθεια της Αξονικής τομογραφίας, της τρισδιάστατης Αξονικής αγγειογραφίας, της Μαγνητικής τομογραφίας, της Μαγνητικής αγγειογραφίας, της Ψηφιακής αφαιρετικής αγγειογραφίας καθώς και το συνδυασμό αυτών.

Θεραπεία ραγέντων ανευρυσμάτων

Στην περίπτωση των ασθενών μετά από αιφνίδια ρήξη ανευρύσματος, η χειρουργική παρέμβαση δεν ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες αντιμετώπισης των εγκεφαλικών ανευρυσμάτων.

Λόγω της υψηλής συχνότητας επαναιμορραγίας (22%), επιβάλλεται η ανακούφιση της ενδοκρανίου υπερτάσεως δια της μερικής ή πλήρους αφαιρέσεως του αιματώματος και οπωσδήποτε η επιτυχής απολίνωση του ανευρύσματος.

Ανάλογα με τον τύπο του ανευρύσματος και τον ασθενή, τα ραγέντα ανευρύσματα αντιμετωπίζονται με μια ή και με συνδυασμό των παρακάτω μεθόδων:

  • Μικροχειρουργικός αποκλεισμός του ανευρύσματος
  • Ενδαγγειακός αποκλεισμός του ανευρύσματος με σπειράματα

Θεραπεία μη ραγέντων ανευρυσμάτων

Η κατάλληλη θεραπεία μη ραγέντων ανευρυσμάτων καθορίζεται από τον ιατρό συνυπολογίζοντας διάφορους παράγοντες, όπως η ηλικία του ασθενή, το μέγεθος του ανευρύσματος, τα συμπτώματα, η ανοχή του ασθενή σε συγκεκριμένες θεραπείες και επεμβάσεις και φυσικά η άποψή του.

Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται ανάλογα με την πιθανότητα ρήξης του ανευρύσματος. Ο χειρουργός θα πρέπει να έχει την ικανότητα και την εμπειρία να προσφέρει στον ασθενή μικρότερο ποσοστό επιπλοκών από την πιθανότητα της ρήξης που έχει η φυσική πορεία της νόσου.

Οι θεραπευτικές επιλογές για ένα μη ραγέν ανεύρυσμα μπορεί να περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες:

  • Μικροχειρουργικός αποκλεισμός του ανευρύσματος με
  • Ενδαγγειακός αποκλεισμός του ανευρύσματος με σπειράματα
  • Απολίνωση της αρτηρίας και παράκαμψη
  • Εκτροπή της ροής αίματος

Μετά το μετεγχειρητικό έλεγχο, με αξονική τομογραφία, ο ασθενής επιστρέφει στο θάλαμό του εντός της κλινικής και την 7η μετεγχειρητική ημέρα, μετά την κοπή των ραμμάτων, λαμβάνει εξιτήριο.

Έλεγχος στο γενικό πληθυσμό για ανεύρισμα

Τα πιθανά οφέλη από τον έλεγχο του γενικού πληθυσμού για ασυμπτωματικά ανευρύσματα ενδοκράνιας κυκλοφορίας δεν έχουν ακόμη ποσοτικοποιηθεί.

Ο μόνος δικαιολογημένος έλεγχος που προτείνεται είναι σε συγγενείς πρώτου βαθμού, σε οικογένειες με δύο ή περισσότερα περιστατικά σε ηλικία 20-50 ετών.

Η αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία είναι μία σπάνια νόσος που χαρακτηρίζεται από την περίπλοκη περιέλιξη των αγγείων πάνω, εντός ή πλησίον του εγκεφάλου (συνήθως) ή του νωτιαίου μυελού νωτιαίου μυελού.

Οι αρτηριοφλεβώδεις δυσπλασίες είναι συγγενείς και συνήθως εκδηλώνονται με αιμορραγία σε ενήλικες κάτω των 40 ετών, ενίοτε με επιληπτικές κρίσεις ή κεφαλαλγίες.

Η διάγνωσή των αρτηριοφλεβωδών δυσπλασιών, γίνεται μέσω αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου ή, συχνότερα, μέσω μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου. Εφόσον διαγνωστεί μία αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία τότε συστήνεται αγγειογραφία προκειμένου να απεικονιστεί με τη μεγαλύτερη ακρίβεια τόσο η πάθηση όσο και η σχέσεις της με τις γειτονικές αρτηρίες και φλέβες.

Θεραπεία αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας

Η αντιμετώπιση των αρτηριοφλεβωδών δυσπλασιών γίνεται μέσω τριών θεραπευτικών προσεγγίσεων, συχνά συνδυαστικά:

Μικροχειρουργική αφαίρεση: Είναι η πιο καθιερωμένη τεχνική, κατά την οποία πραγματοποιείται κρανιοτομία για την αφαίρεση της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας από τον εγκέφαλο ή το νωτιαίο μυελό με τη χρήση μικροσκοπίου.

Στερεοτακτική ακτινοθεραπεία: Είναι μία σχετικά πρόσφατη τεχνική, κατά την οποία χορηγείται μία συμπυκνωμένη δόση ακτινοθεραπείας στον πυρήνα της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας. Με την στερεοτακτική ακτινοθεραπεία σε περίπου 2 ως 5 έτη τα αγγεία της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας θρομβώνονται και η αρτηριοφλεβώδης δυσπλασία αποφράσσεται.

Ενδαγγειακός εμβολισμός: Είναι η πλέον πρόσφατη τεχνική, κατά την οποία προωθείται ένας καθετήρα διά της βουβωνικής χώρας στα αγγεία του εγκεφάλου, τα οποία οδηγούν στην αρτηριοφλεβώδη δυσπλασία και εγχέεται σε αυτά υλικό. Με αυτόν τον τρόπο του ενδαγγειακού εμβολισμού αποφράσσεται η αρτηρία και μειώνεται η ροή του αίματος στην αρτηριοφλεβώδη δυσπλασία.

Η αυχενική μυελοπάθεια αφορά σε ένα σύνολο συμπτωμάτων από διαφορετικές παθήσεις, όπως

  • Όγκοι του νωτιαίου μυελού.
  • Εξωμυελικοί όγκοι που πιέζουν το νωτιαίο μυελό.
  • Αγγειακές δυσπλασίες.
  • Νευρολογικές παθήσεις, όπως η εγκάρσια μυελίτιδα.
  • Συμπίεση του νωτιαίου μυελού.

Συμπτώματα αυχενικής μυελοπάθειας

Στα συμπτώματα της αυχενικής μυελοπάθειας περιλαμβάνονται:

  • Μείωση επιδεξιότητας, δυσκολία στο γράψιμο, την πληκτρολόγηση.
  • Αστάθεια και δυσκολία στην κίνηση.
  • Παράλυση και σπαστικότητα των άκρων.
  • Δυσχέρεια αναπνοής.

Θεραπεία αυχενικής μυελοπάθειας

Η αυχενική μυελοπάθεια που οφείλεται σε σπονδύλωση, εκφυλιστική αρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα απαιτεί εξατομικευμένη χειρουργική αντιμετώπιση.

Στο Νευροχειρουργικό τμήμα εφαρμόζονται χειρουργικές τεχνικές για την αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και τεχνικές σπονδυλοδεσίας για την αποκατάσταση και σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης.

Η εντατική φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση, μετά το χειρουργείο βοηθούν στην μεγιστοποίηση του αποτελέσματος για τον ασθενή. Διαβάστε Περισσότερα 

Το γλοίωμα είναι όγκος στον εγκέφαλο που αναπτύσσεται από τα νευρογλοιακά κύτταρα, τα οποία σχηματίζουν τον ιστό που περιβάλλει και στηρίζει τα νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο.

Τα γλοιώματα είναι από τους συχνότερους πρωτοπαθείς καρκίνους του εγκεφάλου και εμφανίζουν διάφορους βαθμούς κακοήθειας. Συνήθως αναφέρονται ως χαμηλής κακοήθειας ή υψηλής κακοήθειας γλοιώματα, ανάλογα με τη δυναμική αύξησης του μεγέθους και την επιθετικότητα του όγκου.

Τύποι γλοιώματος

Η ταξινόμηση των γλοιωμάτων γίνεται ανάλογα με τα κύτταρα που προσβάλλουν, λαμβάνοντας και τη σχετική ονομασία. Ειδικότερα, που προσβάλλουν. Οι τύποι των γλοιωμάτων είναι:

Αστροκύττωμα: προέρχεται από τα κύτταρα του συνδετικού ιστού του εγκεφάλου, που ονομάζονται αστροκύτταρα.

Επενδύμωμα: προέρχεται από κύτταρα του επενδύματος.

Μικτό γλοίωμα: προέρχεται από κύτταρα γλοίας, που ανήκουν σε περισσότερους από έναν τύπο.

Ολιγοδενδρογλοίωμα: Προέρχεται από κύτταρα του υποστηρικτικού ιστού του εγκεφάλου, που καλούνται ολιγοδενδροκύτταρα.

Γλοίωμα οπτικού νεύρου: Αναπτύσσεται στο οπτικό νεύρο ή πέριξ αυτού.

Τα χαμηλού βαθμού κακοήθειας γλοιώματα τείνουν να αναπτύσσονται αργά.

Τα υψηλού βαθμού κακοήθειας γλοιώματα αναπτύσσονται ταχύτερα, τείνουν να εξαπλώνονται κι ως εκ τούτου έχουν χειρότερη εξέλιξη.

Αίτια γλοιώματος

Τα γλοιώματα προσβάλλουν όλες τις ηλικίες και στα δυο φύλα, όντας πιο συχνά στους ενήλικες και τους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Επίσης, τα γλοιώματα εμφανίζονται συχνότερα σε Καυκάσιους έναντι των Αφρικανών.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχουν προσδιοριστεί σαφή αίτια για την πρόκληση γλοιωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα γλοιώματα έχουν συνδεθεί με επίκτητες μεταλλάξεις γονιδίων, καθώς και με σπάνιες συγγενείς παθήσεις , όπως η νευροϊνωμάτωση (ασθένεια του Von Recklinghausen), η οζώδης σκλήρυνση (νόσος του Bourneville) και η νόσος Li-Fraumeni.

Συμπτώματα γλοιώματος

Τα συμπτώματα που προκαλούν τα γλοιώματα συνδέονται άμεσα με την περιοχή του εγκεφάλου που προσβάλλουν, εκ των οποίων τα πιο συχνά είναι:

  • Πονοκέφαλος,
  • Αδυναμία, ζαλάδες,
  • Ναυτία, εμετοί,
  • Προβλήματα όρασης,
  • Διαταραχές της ακοής,
  • Δυσκολίες ομιλίας,
  • Προβλήματα κατάποσης,
  • Σπασμοί,
  • Επιληπτική κρίση,
  • Διαταραχές της ισορροπίας,
  • Αιμωδίες,
  • Αλλαγές προσωπικότητας.

Διάγνωση γλοιώματος

Η διάγνωση γλοιωμάτων εκτός από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, περιλαμβάνει απεικονιστικές εξετάσεις. Η μαγνητική τομογραφία προσφέρει καλύτερη απεικόνιση του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η αγγειογραφία αναδεικνύει τη σχέση του όγκου με το κυκλοφορικό σύστημα και την αιμάτωση του.

Η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τη μεταβολική δραστηριότητα του όγκου.

Η βιοψία αποκαλύπτει τον ιστολογικό τύπο και το βαθμό κακοήθειας του γλοιώματος.

Η φασματοσκοπία παρέχει στοιχεία σχετικά με τον μεταβολισμό του όγκου συμβάλλοντας στην διαφορική διάγνωση.

Η λειτουργική μαγνητική ελέγχει το κέντρο λόγου και την κινητικότητα των άνω και κάτω άκρων.

Θεραπεία γλοιώματος

Η αντιμετώπιση των γλοιωμάτων είναι δύσκολη και απαιτεί τη συνεργασία ιατρών πολλών ειδικοτήτων, όπως ογκολόγων, ακτινοθεραπευτών, νευρολόγων, νευροχειρουργών, ενδοκρινολόγων και άλλων.

Η θεραπεία των γλοιωμάτων περιλαμβάνει χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του όγκου όταν αυτή είναι εφικτή, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία.

Εξωμυελικοί είναι οι όγκοι που αναπτύσσονται όχι εντός του νωτιαίου μυελού, αλλά εντός της σπονδυλικής στήλης ασκώντας πίεση στο νωτιαίο μυελό. Τέτοιοι εξωμυελικοί όγκοι είναι τα:

  • Μηνιγγιώματα
  • Σβαννώματα
  • Νευρινώματα
  • Επενδυμώματα του τελικού νηματίου

Το Νευροχειρουργικό τμήμα διαθέτει χειρουργούς με μεγάλη σχετική εμπειρία που έχουν αντιμετωπίσει μεγάλο αριθμό εξωμυελικών, ενδοσκληρίδιων και εξωσκληρίδιων όγκων.

Θεραπεία εξωμυελικών όγκων

Στην πλειονότητά τους, οι εξωμυελικοί όγκοι μπορούν να αφαιρεθούν πλήρως, καθώς είναι προσβάσιμοι και με καθαρά όρια σε σχέση με το νωτιαίο μυελό.

Στο χειρουργείο γίνεται λεπτομερής νευροφυσιολογικός έλεγχος και εφαρμόζεται μικροχειρουργική τεχνική με στόχο την ασφαλή και πλήρη αφαίρεση του όγκου διατηρώντας ανέπαφες τις λειτουργίες του ασθενούς.

Επίσης, γίνεται χρήση διεγχειρητικού υπέρηχου για τον ακριβή εντοπισμό του εξωμυελικού όγκου. Σε ορισμένες, όχι συχνές, περιπτώσεις απαιτείται σπονδυλοδεσία για την σταθεροποίηση της σπονδυλικής στήλης. Μετεγχειρητικά ο ασθενής μπορεί να ακολουθήσει πρόγραμμα φυσικοθεραπείας για την μεγιστοποίηση του καλού αποτελέσματος της χειρουργικής επέμβασης.

Η φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση βοηθούν μετεγχειρητικά στην μεγιστοποίηση του αποτελέσματος για τον ασθενή.

Η Κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου συνίσταται στη μετατόπιση του δίσκου που βρίσκεται ανάμεσα στα σώματα των σπονδύλων και αποσβαίνει τους κραδασμούς της σπονδυλικής στήλης.

Συμπτώματα κήλης του μεσοσπονδυλίου δίσκου

Κατά την κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου, ο δίσκος πιέζει το νωτιαίο μυελό ή τις νευρικές ρίζες προκαλώντας δυνητικά τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Πόνο στη μέση, τους γλουτούς, το στήθος και τα άκρα.
  • Αιμωδίες.
  • Μυϊκή αδυναμία.
  • Έντονο και βαθύ μυϊκό πόνο.
  • Μυϊκούς σπασμούς.

Θεραπεία κήλης του μεσοσπονδυλίου δίσκου

Ενίοτε οι κήλες των μεσοσπονδυλίων δίσκων αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική αγωγή, φυσικοθεραπεία και ενέσεις στεροειδών. Συχνά, όμως, το χειρουργείο αποτελεί την ενδεδειγμένη οδό.

Οι κήλες μεσοσπονδυλίου δίσκου αντιμετωπίζονται χειρουργικά τόσο με ανοικτές όσο και με ελάχιστα επεμβατικές επεμβάσεις, όπως :

  • Οσφυϊκή μικροδισκεκτομή
  • Οπίσθια αυχενική «ελάχιστα επεμβατική» τρηματεκτομή με δισκεκτομή
  • Πρόσθια αυχενική δισκεκτομή με τη χρήση μικροσκοπίου και σπονδυλοδεσία (ανοικτή επέμβαση).

Εκφυλιστική νόσος του μεσοσπονδυλίου δίσκου

Η εκφυλιστική νόσος του μεσοσπονδυλίου δίσκου εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένα άτομα με βασικά συμπτώματα των έντονο κι ανθεκτικό στα αναλγητικά πόνο στον αυχένα και τη μέση.

Επίσης, στα συμπτώματα της εκφυλιστικής νόσου του μεσοσπονδυλίου δίσκου περιλαμβάνεται η χαμηλή οσφυαλγία και η δυσφορία μετά από παρατεταμένη ορθοστασία.

Θεραπεία εκφυλιστικής νόσου του μεσοσπονδυλίου δίσκου

Η αντιμετώπιση της εκφυλιστικής νόσου του μεσοσπονδυλίου δίσκου γίνεται μέσα από:

  • Ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές σπονδυλοδεσίας
  • Δυναμική σταθεροποίηση
  • Αντικατάσταση του μεσοσπονδυλίου δίσκου / αρθροπλαστική

Εκφυλιστικές παθήσεις σπονδυλικής στήλης

Οι εκφυλιστικές παθήσεις της σπονδυλικής στήλης είναι φυσική συνέπεια της γήρανσης. Σχεδόν όλοι βιώνουν εκφύλιση των μεσοσπονδυλίων δίσκων ή των αρθρώσεων στην ηλικία περίπου των 40. Ωστόσο, για κάποιους η εκφύλιση προχωρά ταχύτερα σε σχέση με την ηλικία τους.

Συμπτώματα εκφυλιστικών παθήσεων της σπονδυλικής στήλης

Οι εκφυλιστικές παθήσεις της σπονδυλικής στήλης έχουν τα εξής συμπτώματα:

  • Οσφυαλγία,
  • Πόνος στα κάτω άκρα,
  • Δυσκαμψία,
  • Αιμωδίες στα άκρα.

Θεραπεία εκφυλιστικών παθήσεων της σπονδυλικής στήλης

Η θεραπεία που συστήνεται είναι συνήθως συντηρητική. Σε περίπτωση, όμως, που το πρόβλημα επιμείνει τότε η αντιμετωπίζεται χειρουργικά.

Απαιτείται σωστός προεγχειρητικός σχεδιασμός και προσεκτική συσχέτιση των συμπτωμάτων του ασθενούς με τα ευρήματα της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης.

Οι μεταστατικοί ή δευτεροπαθείς όγκοι αποτελούν την πιο συχνή μορφή όγκων εγκεφάλου, είναι πάντα κακοήθεις και προέρχονται από τη μετάσταση όγκων οι οποίοι εντοπίζονται στο μαστό, στον πνεύμονα, στο νεφρό, στο δέρμα, στο παχύ έντερο ή σε άλλο σημείο του σώματος.

Μεταστάσεις στον εγκέφαλο δίνουν συχνότερα ο καρκίνος του πνεύμονα, ο καρκίνος του μαστού, το μελάνωμα (καρκίνος του δέρματος), ο καρκίνος του παχέος εντέρου, ο καρκίνος του νεφρού και ο καρκίνος του θυρεοειδούς.

Γενικότερα, οι ασθενείς με καρκίνο έχουν 15 - 30% πιθανότητα να εμφανίσουν μετάσταση στην περιοχή του εγκεφάλου.

Συμπτώματα μεταστατικού όγκου

Ο μεταστατικός όγκος στον εγκέφαλο χαρακτηρίζεται συνήθως από τα εξής συμπτώματα:

  • Πονοκέφαλος,
  • Ζάλη και ναυτία,
  • Αδυναμία άκρων,
  • Επιληπτική κρίση,
  • Δυσκολία στην ομιλία,
  • Απώλεια όρασης,
  • Κατάθλιψη,
  • Αστάθεια βάδισης,
  • Απώλεια μνήμης.

Διάγνωση μεταστατικού όγκου

Η διάγνωση των μεταστατικών όγκων περιλαμβάνει τη λήψη ιστορικού και την πραγματοποίηση απεικονιστικών (αξονική ή μαγνητική τομογραφία) και ιστολογικών εξετάσεων (λήψη βιοψίας).

Θεραπεία μεταστατικού όγκου

Οι μεταστατικοί όγκοι εγκεφάλου είναι συχνά αντιμετωπίσιμοι.

Η αντιμετώπιση του μεταστατικού όγκου συναρτάται από το ιστορικό και την ηλικία του ασθενούς, καθώς και τις επιπλοκές που προκαλούνται από τον όγκο.

Συνήθως η αντιμετώπιση του μεταστατικού όγκου περιλαμβάνει:

Χειρουργική επέμβαση: όταν υπάρχουν έως τρεις σε αριθμό μεταστάσεις και ο αρχικός καρκίνος είναι υπό έλεγχο.

Ακτινοχειρουργική: σε ασθενείς με μικρό μέγεθος μεταστάσεων, κάτω των τριών εκατοστών.

Θεραπεία με ακτινοβολία: σε ασθενείς που δε μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργική παρέμβαση ή έχουν διάσπαρτες μεταστάσεις σε όλον τον εγκέφαλο.

Το μηνιγγίωμα είναι ο πιο συχνός τύπος πρωτοπαθών όγκων εγκεφάλου και προέρχεται από τις μήνιγγες, δηλαδή τα περιβλήματα μεταξύ κρανίου και εγκεφάλου που προστατεύουν τον τελευταίο.

Περίπου 85% των μηνιγγιωμάτων είναι καλοήθη, αναπτύσσονται αργά και δεν εισχωρούν στον εγκέφαλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα μηνιγγιώματα μπορούν να αφαιρεθούν πλήρως με το χειρουργείο. Μερικά μηνιγγιώματα δε χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης και ενίοτε παραμένουν αδιάγνωστα για πολλά χρόνια.

Υπάρχουν πιο σπάνιες περιπτώσεις κακοήθους μηνιγγιώματος, το οποίο αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό.

 Αίτια μηνιγγιώματος

Μέχρι σήμερα δεν έχουν προσδιοριστεί σαφείς αιτίες για την πρόκληση μηνιγγιωμάτων. Ωστόσο, ως παράγοντες αυξημένου κινδύνου θεωρούνται η ακτινοβολία για τη θεραπεία λοίμωξης του τριχωτού της κεφαλής ή όγκων κεφαλής, τραχήλου και εγκεφάλου, καθώς και η νευρινωμάτωση τύπου 2.

Το μηνιγγίωμα εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες από ότι στους άνδρες σε αναλογία τρεις προς έναν.

Συμπτώματα μηνιγγιώματος

Τα συμπτώματα του μηνιγγιώματος είναι ήπια στην αρχή και εξελίσσονται βαθμιαία ανάλογα με την περιοχή του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού που πιέζουν. Τα συχνότερα εξ αυτών είναι:

  • Πονοκέφαλοι,
  • Επιληπτικές κρίσεις,
  • Διαταραχές όρασης,
  • Αδυναμία άκρων,
  • Αιμωδίες,
  • Αστάθεια βάδισης,
  • Διαταραχές μνήμης,
  • Διαταραχές ακοής,
  • Διαταραχές όσφρησης.

Διάγνωση μηνιγγιώματος

Η διάγνωση του μηνιγγιώματος ξεκινά από με τη λήψη ιστορικού και νευρολογική εξέταση. Κατόπιν ακολουθούν απεικονιστικές (αξονική - μαγνητική τομογραφία) και ιστολογικές εξετάσεις (λήψη βιοψίας για τον καθορισμό του ιστολογικού βαθμού).

Θεραπεία μηνιγγιώματος

Η αντιμετώπιση του μηνιγγιώματος γίνεται σε τρεις άξονες ανάλογα με το βαθμό σοβαρότητάς του:

Παρακολούθηση μηνιγγιώματος: Όταν το μηνιγγίωμα είναι ασυμπτωματικό και η ανεύρεσή του γίνεται τυχαία, συστήνεται ο τακτικός έλεγχος και παρακολούθησή του δίχως περαιτέρω αντιμετώπιση (εξαρτάται, βέβαια, από το μέγεθος και την ηλικία του ασθενούς). Αν το μηνιγγίωμα, όμως, μεγαλώσει ή προκαλέσει συμπτώματα τότε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Χειρουργική επέμβαση: Η πιο κοινή χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ενός μηνιγγιώματος είναι η κρανιοτομία, η οποία περιλαμβάνει μία τομή στο δέρμα του τριχωτού της κεφαλής και την αφαίρεση ενός οστικού τμήματος του κρανίου. Κατόπιν, αφαιρείται το μηνιγγίωμα, επανατοποθετείται το οστό και κλείνει η τομή.

Ακτινοθεραπεία: Όταν ένα μηνιγγίωμα δεν είναι κακοήθες από ιστολογικής άποψης, αλλά εντοπίζεται σε επικίνδυνη θέση, π.χ. στην καρωτίδα, τότε συστήνεται ακτινοθεραπεία. Επίσης, η ακτινοθεραπεία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις υπολειμματικού μηνιγγιώματος βάσης κρανίου που δεν αφαιρείται πλήρως.

Το παρέγχυμα του νωτιαίου μυελού μπορεί να προσβληθεί από διάφορους τύπους όγκων, καλοήθεις ή υψηλού κακοήθεις.

Οι πιο συχνοί τύποι ενδομυελικών όγκων είναι τα:

  • Επενδυμώματα
  • Υποεπενδυμώματα
  • Γαγγλιογλοιώματα
  • Αστροκυττώματα
  • Αιμαγγειοβλαστώματα
  • Παραγαγγλιώματα

Διάγνωση όγκων νωτιαίου μυελού

Η διάγνωση ενδομυελικών όγκων περιλαμβάνει τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού και στη συνέχεια απεικονιστικές εξετάσεις, όπως αξονική – μαγνητική τομογραφία και, ενίοτε, αγγειογραφία.

Θεραπεία όγκων νωτιαίου μυελού

Οι χειρουργικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση όγκου του νωτιαίου μυελού είναι απαιτητικές και υψηλού κινδύνου. Οι χειρουργικοί στόχοι περιλαμβάνουν:

  • Πλήρη αφαίρεση ενδομυελικού όγκου, στις περιπτώσεις χαμηλής κακοήθειας όγκων με ευδιάκριτα όρια, όπως τα επενδυμώματα, τα υποεπενδυμώματα, τα αιμαγγειοβλαστώματα και τα παραγαγγλιώματα.
  • Κυτταρομείωση, για τις περιπτώσεις διηθητικών όγκων, όπως τα είναι τα αστροκυττώματα.

Απαιτείται νευροφυσιολογικός έλεγχος για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πρόκλησης νευρολογικής βλάβης κατά την αφαίρεση του ενδομυελικού όγκου και χρήση διεγχειρητικού υπερήχου για τον ακριβή εντοπισμό του όγκου.

Μετεγχειρητικά οι ασθενείς ακολουθούν πρόγραμμα φυσικοθεραπείας και αποκατάστασης και υφίστανται τακτικούς απεικονιστικούς και κλινικούς επανέλεγχους.

Ανάλογα με την ιστολογική ταυτότητα και την έκταση αφαίρεσης του όγκου ενδέχεται να απαιτηθεί ακτινοθεραπεία ή /και χημειοθεραπεία, σε συνεννόηση με το Ογκολογικό τμήμα.

Η στένωση του σπονδυλικού σωλήνα μπορεί να είναι συγγενής, δηλαδή από την γέννηση του ασθενούς, επίκτητη ή και συνδυασμός των δυο.

Συμπτώματα στένωσης σπονδυλικής στήλης

Τα συμπτώματά της είναι κυρίως πόνοι:

  • στον αυχένα,
  • στη μέση,
  • στα άκρα.

Οι πόνοι της στένωσης επιδεινώνονται με τη φυσική δραστηριότητα.

Θεραπεία στένωσης σπονδυλικής στήλης

Όταν η συντηρητική θεραπεία δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, τότε επιλέγεται η χειρουργική οδός με στόχο την αποσυμπίεση και διεύρυνση του σπονδυλικού σωλήνα (πεταλεκτομή). Ενίοτε αυτό συνδυάζεται με σπονδυλοδεσία ή δυναμική σταθεροποίηση.

Τα χορδώματα είναι κακοήθεις όγκοι που προέρχονται από υπολείμματα της νωτιαίας χορδής της αναπτυσσόμενης σπονδυλικής στήλης και μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιοδήποτε σημείο της στήλης.

Τα χορδώματα είναι τοπικά επιθετικοί όγκοι, παρόλο που ιστολογικά δίνουν εικόνα καλοήθων όγκων. Συχνά είναι ανενεργοί για μία χρονική περίοδο, όμως στη συνέχεια γίνονται πολύ επιθετικοί και αποκτούν τεράστιο μέγεθος.

Απαιτείται η έγκαιρη και επιθετική αντιμετώπισή των χορδωμάτων από την πρώτη εμφάνιση, καθώς μπορούν να δώσουν μεταστάσεις σε άλλα σημεία του οργανισμού, οδηγώντας ακόμα και στο θάνατο.

Το Νευροχειρουργικό τμήμα έχει ιδιαίτερη εμπειρία στην αντιμετώπιση χορδωμάτων της κρανιοσπονδυλικής συμβολής. Ο ασθενής ελέγχεται προεγχειρητικά με τη χρήση αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας. Με την εφαρμογή ενδοσκοπικών και ανοικτών χειρουργικών τεχνικών και χρήση διεγχειρητικής νευροπλοήγησης επιτυγχάνεται η ολική αφαίρεση του όγκου προσφέροντας αυξημένη επιβίωση στον ασθενή.

Στο ίδιο χειρουργείο ο ασθενής υποβάλλεται, αν απαιτείται, σε ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία για την αποκατάσταση της σταθερότητας της κρανιοσπονδυλικής συμβολής.

Μετεγχειρητικά ενδέχεται να αποφασιστεί η χρήση ακτινοθεραπείας - ακτινοχειρουργικής σε συνεννόηση με το Ογκολογικό τμήμα.

Η φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση βοηθούν μετεγχειρητικά στην μεγιστοποίηση του αποτελέσματος για τον ασθενή.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Το Νευροχειρουργικό τμήμα είναι στελεχωμένο με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και εξοπλισμένο με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας.

Το Νευροχειρουργικό τμήμα εφημερεύει όλο το 24ωρο, με τους ειδικευμένους και έμπειρους Ιατρούς – Νευροχειρουργούς του να είναι διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή για τη δραστική αντιμετώπιση ακόμα και των πιο επειγόντων περιστατικών.

Για τη συνολική θεραπεία των ασθενών το Νευροχειρουργικό τμήμα υποστηρίζεται από όλες τις ιατρικές ειδικότητες, όπως Νευρολόγοι, Παθολόγοι, Καρδιολόγοι, Λοιμωξιολόγοι, Ακτινοδιαγνώστες, επεμβατικοί Νευροακτινολόγοι και άλλοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ