Γαστρεντερολογικό

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα τρία Γαστρεντερολογικά Τμήματα είναι πλήρως εξοπλισμένα, οργανωμένα και στελεχωμένα με άριστους, εξειδικευμένους γαστρεντερολόγους και έμπειρο βοηθητικό προσωπικό.

Τα Γαστρεντερολογικά Τμήματα ειδικεύονται στην έγκυρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία των νοσημάτων του πεπτικού συστήματος (οισοφάγος, στόμαχος, έντερο λεπτό και παχύ, ήπαρ, χοληφόρα και πάγκρεας).

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Τα Τμήματα Ενδοσκοπήσεων - Γαστρεντερολογικού του Ιατρικού Διαβαλκανικού Θεσσαλονίκης διαθέτουν μια πλήρως εξοπλισμένη ενδοσκοπική μονάδα του πεπτικού συστήματος για γαστροσκόπηση (δωδεκαδακτυλοσκόπηση), κολονοσκόπησηπολυπεκτομέςαιμοστάσεις αιμορραγούντων ελκών, αγγείων και νεοπλασμάτων – ERCP, σφιγκτηροτομή φύματος του Vater – βιοψίες ήπατος. Επίσης, το Γαστρεντερολογικό Τμήμα διαθέτει Ηπατολογικό Εργαστήριο.

Με την ενδοσκόπηση ο γαστρεντερολόγος παρατηρεί όλη την εσωτερική επιφάνεια των: οισοφάγου, στομάχου, δωδεκαδακτύλου και του παχέος εντέρου με τη βοήθεια ενδοσκόπιου.

Η διαγνωστική ενδοσκόπηση γίνεται στο ανώτερο (οισοφάγος, στομάχι, δωδεκαδάκτυλο) ή στο κατώτερο πεπτικό σύστημα (παχύ έντερο) σε εξωτερικούς ασθενείς, προκειμένου να διαγνώσει τη βλάβη, να κάνει βιοψίες και να επιβεβαιώσει ιστολογικά τη διάγνωση.

Με την επεμβατική ενδοσκόπηση, ο γαστρεντερολόγος μπορεί να αφαιρέσει πολύποδες και μικρούς επιφανειακούς καρκίνους. Επίσης με τη βοήθεια ακτινολογικού μηχανήματος μπορεί να καθετηριάσει το χοληφόρο δένδρο και τους παγκρεατικούς πόρους.

Επίσης στο Γαστρεντερολογικό Τμήμα διενεργούνται:

  • Διαγνωστικές και επεμβατικές ενδοσκοπήσεις ανώτερου και κατώτερου πεπτικού (Γαστροσκοπήσεις, Κολονοσκοπήσεις, Ενδοσκοπική αφαίρεση πολύποδων ανεξαρτήτως μεγέθους),
  • Μανομετρία οισοφάγου και κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα για εκτίμηση παρουσίας διαφραγματοκήλης, κινητικών διαταραχών και προεγχειρητικά, 
  • ERCP και ενδοσκοπική τοποθέτηση Stent χοληφόρων,
  • Διαστολές στενώσεων οισοφάγου,
  • Τεχνικές αφαίρεσης πρώιμου καρκίνου του πεπτικού: EMR-C (ενδοσκοπική βλεννογονεκτομη με Cap technique) and  ESD (endoscopic submucosal dissection) για πρώιμους γαστρικούς οισοφαγικούς και ορθοκολικούς καρκίνους.
  • Βιοψίες για παθήσεις του ήπατος στο Ηπατολογικό Εργαστήριο

Γαστροσκόπηση

Κολονοσκόπηση 

Επεμβατική ενδοσκόπηση

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Η γαστρεντερίτιδα είναι λοίμωξη του πεπτικού συστήματος. Τα κύρια συμπτώματά της είναι ο πόνος στην κοιλιά, η διάρροια και οι εμετοί. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διάρκεια των συμπτωμάτων είναι λίγες ημέρες, αλλά μερικές φορές μπορεί να διαρκέσει περισσότερο.

Ο πιο σημαντικός κίνδυνος στη γαστρεντερίτιδα είναι η αφυδάτωση του παιδιού, επομένως η κύρια αντιμετώπιση είναι να ενθαρρύνουμε το παιδί να πίνει υγρά προς αναπλήρωση. Ιδιαίτερα πλήττονται τα βρέφη καθώς και τα νήπια που παρακολουθούν παιδικό σταθμό.

Η γαστρεντερίτιδα στα παιδιά μπορεί να προκληθεί συνηθέστερα από ιό, αλλά και από μικρόβια όπως σαλμονέλλα, σιγκέλλα, καμπυλοβακτηρίδιο, κολοβακτηρίδιο, καθώς και σπανιότερα από παράσιτα. 

Η πιο κοινή αιτία ιογενούς γαστρεντερίτιδας είναι από τον ιό Ρότα. Σχεδόν όλα τα παιδιά εμφανίζουν διάρροια από αυτόν τον ιό κάποια στιγμή μέχρι τα πέντε τους χρόνια. Μετά από ένα επεισόδιο,  ο οργανισμός αποκτά αντισώματα και ανοσία στον συγκεκριμένο ιό, έτσι ώστε ο ιός ρότα να προσβάλλει σπάνια τους ενήλικες. Άλλοι ιοί που προκαλούν γαστρεντερίτιδα είναι οι αδενο-ιοί και οι έντερο – ιοί. 

Κάποιες περιπτώσεις γαστρεντερίτιδας αφορούν τροφική δηλητηρίαση. Τρόφιμο χαλασμένο ή μολυσμένο ή που δεν έχει μαγειρευτεί καλά μπορεί να προκαλέσει τροφική δηλητηρίαση. Η τροφική δηλητηρίαση οφείλεται συνήθως σε μικρόβιο και όχι σε ιό (σταφυλόκοκκο, σαλμονέλλα, κολοβακτηρίδιο, καμπυλοβακτηρίδιο). Μπορεί επίσης να προκληθεί από παράσιτα.

Πώς μεταδίδεται η γαστρεντερίτιδα;

Οι ιοί μεταδίδονται εύκολα από ένα μολυσμένο άτομο κατά την άμεση επαφή με υγιές άτομο, καθώς το προσβεβλημένο άτομο διατηρεί τους ιούς στα χέρια του μετά τη χρήση τουαλέτας. Επίσης, οι ιοί της γαστρεντερίτιδας μπορούν να μεταδοθούν και από μολυσμένες επιφάνειες και αντικείμενα, όπως παιχνίδια.

Άλλος τρόπος μετάδοσης είναι από μολυσμένα τρόφιμα, είτε χαλασμένα είτε προετοιμασμένα από άτομο που φέρει τον μικροοργανισμό. Τέλος, ιδιαίτερα σε περιοχές με κακή υγιεινή του νερού, η μετάδοση των μικροοργανισμών μπορεί να συμβεί μέσω μολυσμένου νερού.

Η κατάσταση μπορεί συνήθως να αντιμετωπιστεί στο σπίτι. Περιστασιακά χρειάζεται εισαγωγή στο νοσοκομείο σε βαριές περιπτώσεις ή επιπλοκές.

Πρέπει να ενθαρρύνουμε το παιδί να λαμβάνει άφθονα υγρά. Σκοπός είναι να προλάβουμε την αφυδάτωση. Κάθε ποσότητα υγρού που χάνεται σε έμετο ή διάρροια πρέπει να αναπληρώνεται.

Τα υγρά που προτιμώνται είναι τα ειδικά ηλεκτρολυτικά διαλύματα και το νερό. Τα ηλεκτρολυτικά διαλύματα έχουν τη σωστή αναλογία σε ηλεκτρολύτες, σόδα, αλάτι και σάκχαρα ώστε να αναπληρώνουν τις απώλειες υγρών. Αποφεύγουμε όσο γίνεται τα ζαχαρούχα υγρά και τους χυμούς φρούτων. Ως προς το γάλα, το βρέφος που θηλάζει ενθαρύνεται να συνεχίσει να θηλάζει. Εάν δε θηλάζει, συνεχίζουμε να του δίνουμε αν θέλει γάλα, ειδικά σε βρέφη που εξαρτώνται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά από αυτό.

Δίνουμε υγρά λίγο λίγο και συχνά. Εάν το παιδί κάνει έμετο, περιμένουμε 5-10 λεπτά για να ηρεμήσει και έπειτα ξεκινάμε πάλι τη χορήγηση υγρών, αργά και συχνά (κουταλιές κάθε λίγα λεπτά ή με τη σύριγγα).

Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας για το βαθμό αφυδάτωσης θα πρέπει να εξετάζεται από γιατρό.

Ουδέτερες τροφές που μπορούν να δοθούν σε επίμονη διάρροια είναι απλές σούπες, δημητριακά με πολύπλοκους υδατάνθρακες (ψωμί, ρύζι, μακαρόνι), κότα, μπανάνα, γιαούρτι.

Μόλις υπάρξει βελτίωση και το παιδί είναι ενυδατωμένο, μπορεί να επιστρέψει στη συνήθη διατροφή του.

Τα φάρμακα που σταματούν τη διάρροια απαγορεύονται στα παιδιά κάτω των 12 ετών. Δεν είναι ασφαλή και μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες.

Μπορείτε να δώσετε παρακεταμόλη για αντιμετώπιση του πυρετού.

Σε μερικές περιπτώσεις μικροβιακής γαστρεντερίτιδας (μετά από λήψη δείγματος κοπράνων) μπορεί να χρειαστεί συγκεκριμένη αντιβίωση, ανάλογα με τον τύπο της λοίμωξης.

Τα προβιοτικά βοηθούν στην επαναφορά της φυσιολογικής χλωρίδας (φυσιολογικών μικροβίων) του εντέρου. Ο γιατρός μπορεί να τα συστήσει σε σοβαρές, υποτροπιάζουσες ή επίμονες περιπτώσεις.

Πότε να ανησυχήσετε;

Επικοινωνήστε με το γιατρό σας εάν ο ασθενής: 

  • Είναι μικρότερος των 6 μηνών
  • Πάσχει από χρόνιο νόσημα (νεφρικό, καρδιολογικό, διαβήτη, προωρότητα)
  • Αρνείται επίμονα να πιει υγρά και φαίνεται ότι αφυδατώνεται
  • 'Εχει επίμονο υψηλό πυρετό
  • Φαίνεται ζαλισμένο ή σε σύγχυση
  • Κάνει επίμονα ή συχνούς εμετούς και δε μπορεί να κρατήσει υγρά
  • Έχει στα κόπρανα ή τον έμετο αίμα
  • Φαίνεται να έχει σοβαρό πόνο στην κοιλιά
  • Εμφανίζει προοδευτική επιδείνωση της γενικής του κατάστασης. Ενδεικτικά, αν οι εμετοί επιμένουν παραπάνω από ένα 24ωρο ή η διάρροια δε βελτιώνεται μετά από 3-4 μέρες.

Πρόληψη της μετάδοσης της γαστρεντερίτιδας σε άλλα άτομα

Συχνό και καλό πλύσιμο των χεριών μας, ιδιαίτερα μετά από αλλαγές πάνας και πριν την προετοιμασία και το σερβίρισμα φαγητού θα αποτρέψει σημαντικά την μετάδοση σε άλλα άτομα. Για μεγαλύτερα παιδιά με γαστρεντερίτιδα, καλό πλύσιμο της τουαλέτας με απολυμαντικό μετά τη χρήση της καθώς και των υπόλοιπων επιφανειών με τις οποίες ήρθε σε επαφή με ζεστό νερό.

Τα παιδιά να πλένουν καλά τα χέρια τους μετά την τουαλέτα. Αποφεύγουμε κοινή χρήση πετσετών. Θα πρέπει να παραμείνουν εκτός σχολείου ή παιδικού σταθμού για τουλάχιστον 48 ώρες από το τελευταίο επεισόδιο έμετου ή διάρροιας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών θα πρέπει να αποφεύγουν όσο γίνεται επαφή με άλλα παιδιά.

ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΤΙΔΑ

Η δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται σε παροδική καταστροφή της επιφανειακής στιβάδας των κυττάρων του εντέρου, στην οποία βρίσκεται η λακτάση και προκαλείται από διάφορα αίτια, όπως: οξεία γαστρεντερίτιδα (κυρίως από τον ιό Rota), κοιλιοκάκη, εντεροπάθεια από αλλεργία στο γάλα της αγελάδας, ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ), χειρουργική επέμβαση στο έντερο, σοβαρή υποθρεψία.

Τα συμπτώματα της δευτεροπαθούς δυσανεξίας στη λακτόζη είναι το κοιλιακό άλγος, ο μετεωρισμός κοιλίας (φούσκωμα), οι βορβορυγμοί (κοινώς, το γουργούρισμα στην κοιλιά) και οι διαρροϊκές κενώσεις.

Η παραγωγή της λακτάσης επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα, σε διάστημα που κυμαίνεται από δύο εβδομάδες έως δύο μήνες στην περίπτωση της οξείας γαστρεντερίτιδας, ενώ στις άλλες περιπτώσεις, εξαρτάται από τη βαρύτητα και τη χρονιότητα της κυρίας νόσου.

Δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη

Στην περίπτωση που η δυσανεξία στη λακτόζη προκλήθηκε σε βρέφος ή νήπιο ως επιπλοκή οξείας γαστρεντερίτιδας, αρκεί η μείωση ή η πλήρης αφαίρεση της λακτόζης από το διαιτολόγιό του, για διάστημα που κυμαίνεται από δύο εβδομάδες έως δύο μήνες. Για το σκοπό αυτό χορηγούνται ειδικά γάλατα και κρέμες που δεν έχουν λακτόζη.

Το είδος της δίαιτας και το διάστημα εφαρμογής της καθορίζεται από το θεράποντα ιατρό, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και τη βαρύτητα της νόσου δυσανεξίας στη λακτόζη.

Στην περίπτωση που η δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται σε χρόνια εντεροπάθεια, όπως είναι η κοιλιοκάκη, η αλλεργία στο γάλα αγελάδας κ.ά., είναι απαραίτητη η αντιμετώπιση του κύριου νοσήματος, προκειμένου να αποκατασταθεί η βλάβη του βλεννογόνου του λεπτού εντέρου. Η διαδικασία αυτή απαιτεί μερικές εβδομάδες ή και μήνες. Στο μεσοδιάστημα, το παιδί σιτίζεται με ειδικά προϊόντα χωρίς λακτόζη, που διατίθενται από τα φαρμακεία.

Δευτεροπαθής δυσανεξία στη λακτόζη σε βρέφη και νήπια

Οι δηλητηριάσεις αποτελούν συχνό αίτιο προσέλευσης παιδιών στο νοσοκομείο. Έχει υπολογιστεί ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες δηλητηριάζονται ημερήσια 300 παιδιά ηλικίας 0-18 ετών με αποτέλεσμα να νοσηλεύονται σε κάποιο νοσοκομείο. Στις περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνει από τυχαία λήψη τοξικής ουσίας, ενώ πολύ σπάνια από υπερδοσολογία φαρμάκου ή από απόπειρα αυτοκτονίας. Άλλες πάλι φορές μπορεί να οφείλεται στην κατανάλωση προϊόντων που προέρχονται από την ύπαιθρο όπως μανιτάρια, τροφίμων (αλλαντική τοξίνη) καθώς και από την έκθεση του παιδιού σε περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως μονοξείδιο του άνθρακα, τοξικά αέρια ή μετά από δήγματα εντόμου, φιδιού, ψαριού κλπ.

Τα παιδιατρικά περιστατικά που προσέρχονται στα νοσοκομεία με αναφερόμενη λήψη κάποιας δηλητηριώδους ουσίας ή υπερδοσολογία φαρμάκου μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα δύσκολα στο χειρισμό καθώς χαρακτηρίζονται από την αδυναμία λήψης επαρκούς ιστορικού. Τις περισσότερες φορές οι γονείς δε γνωρίζουν εάν το παιδί τους κατάπιε κάτι που δεν έπρεπε, ενώ ακόμα και όταν το γνωρίζουν δεν είναι σε θέση να είναι βέβαιοι για το ποια ήταν η ποσότητα που καταναλώθηκε.

Τα συμπτώματα της σοβαρής δηλητηρίασης ποικίλουν ανάλογα με το είδος της τοξικής ουσίας. Τις περισσότερες όμως φορές παρατηρείται υπόταση, βραδυκαρδία, δυσκολία στην αναπνοή, γρήγορα αναπνοή (ταχύπνοια), ωχρά η μπλε άκρα (κυάνωση), έμετοι και κοιλιακό άλγος. Σπανιότερα μπορεί να παρατηρηθούν σπασμοί, αναπνευστική ανεπάρκεια και κώμα.

Δυστυχώς μερικές φορές, παρά τη λήψη κάποιας τοξικής για τον οργανισμό ουσίας, τα παιδιά μπορεί να παραμένουν ασυμπτωματικά. Η αντιμετώπιση του παιδιού που αναφέρει ότι κατανάλωσε κάποια τοξική ουσία πρέπει να πραγματοποιείται πάντα λαμβάνοντας υπόψη ότι η ζωή του μπορεί να βρίσκεται σε κίνδυνο. Για αυτό το λόγο προτιμάται σε γενικές γραμμές να νοσηλεύονται για τουλάχιστον 24 ώρες σε κάποια κλινική με στόχο την απομάκρυνση της τοξικής ουσίας και την εξασφάλιση των ζωτικών λειτουργιών του ασθενούς (αναπνοής, αρτηριακής πίεσης κλπ).

Στις περισσότερες περιπτώσεις η αντιμετώπιση του ασθενούς με δηλητηρίαση είναι συμπτωματική με χορήγηση ενδοφλέβιων υγρών, πλύση στομάχου και χορήγηση ενεργού άνθρακα (μιας ουσίας που δεσμεύει τις περισσότερες τοξικές ουσίες που ληφθεί από του στόματος). Σπανιότερα απαιτείται η χορήγηση αντιδότων σε συνεργασία με το Κέντρο Δηλητηριάσεων.

Η έκβαση είναι σχεδόν πάντα καλή, ιδίως αν ο ασθενής προσέλθει στο νοσοκομείο έγκαιρα και αν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το είδος, την ποσότητα και το χρόνο που έχει παρέλθει από τη λήψη.

Δηλητηριάσεις

H διάρροια των ταξιδιωτών εμφανίζεται κυρίως μετά από ταξίδι σε τροπικές και αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, του Μεξικό και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, όπου το 20-60% των ταξιδιωτών εμφανίζουν συμπτώματα.

Ο κίνδυνος σχετίζεται όχι μόνο με τη χώρα προορισμού, αλλά και με τις υπάρχουσες υγειονομικές συνθήκες και τον τρόπο προετοιμασίας τροφών στα εστιατόρια.

Η διάρροια ταξιδιωτών ως πάθηση συνήθως είναι ήπια, μπορεί όμως να έχει βαρύτερη εικόνα στα πλαίσια αφυδάτωσης ή εξωεντερικών εκδηλώσεων. 

Η διάρροια των ταξιδιωτών περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα εντερικών νοσημάτων κυρίως λοιμώδους αιτιολογίας. Το 80% προκαλείται από εντεροπαθογόνα βακτήρια, με συχνότερο αίτιο το εντεροτοξινογόνο Escherichia coli, ενώ σπανιότερα αίτια αποτελούν ιοί (norovirus, rotavirus κλπ) και παράσιτα με συνηθέστερη τη Giardia intestinalis.

Η διάρροια ταξιδιωτών από ιούς ή βακτήρια είναι συνήθως ολιγοήμερη, ενώ εκείνη που οφείλεται σε παράσιτα μπορεί να επιμείνει για εβδομάδες έως και μήνες.

Σημαντικό ρόλο παίζει το ιστορικό πρόσφατου ταξιδιού σε χώρες υψηλού κινδύνου. Εργαστηριακά, πρέπει να γίνεται μικροσκοπική εξέταση και καλ/λεια κοπράνων, ενώ υπάρχουν και  και διαθέσιμες δοκιμασίες για ανίχνευση των ιικών αντιγόνων στα κόπρανα. 

Βασικό ρόλο έχει η εφαρμογή των συστάσεων όσον αφορά τα προληπτικά μέτρα σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων υγιεινής, αλλά και με την επιλογή τροφίμων και ποτών, ώστε να προλαμβάνεται η διάρροια ταξιδιωτών. Η προληπτική χρήση αντιβιοτικών δε συστήνεται παρά μόνο σε ευπαθείς πληθυσμούς και όταν η συνολική διάρκεια του ταξιδιού δεν ξεπερνά τις 3 εβδομάδες.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μικροβιακής αιτιολογίας, απαιτείται αντιβιοτική αγωγή όπως και σε παρασιτικές λοιμώξεις. Κατά βάση όμως, η θεραπεία είναι συμπτωματική (χορήγηση ηλεκτρολυτικών διαλυμάτων). Επιπλέον, πρέπει οι μικροί ταξιδιώτες να έχουν ολοκληρώσει το προβλεπόμενο για την ηλικία τους πρόγραμμα εμβολιασμών σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, αλλά και να εμβολιαστούν με επιπλέον εμβόλια ανάλογα με τη χώρα προορισμού. 
 

Διάρροια ταξιδιωτών

Εγκολεασμός καλείται η ενσφήνωση τμήματος του εντέρου στο κατά συνέχεια αμέσως επόμενό του, δηλαδή η αναδίπλωση του εντέρου μέσα στον ίδιο του τον αυλό. Ο εγκολεασμός αποτελεί τη δεύτερη πιο συχνή αιτία κοιλιακού πόνου, μετά τη δυσκοιλιότητα, σε παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Ο εγκολεασμός είναι συχνή αιτία της οξείας απόφραξης του λεπτού εντέρου. Στο 75% των περιπτώσεων συναντάται πριν την ηλικία των 2 ετών.

Ο εγκολεασμός ταξινομείται ανάλογα με την συμπτωματολογία σε μόνιμο (80%) και παροδικό (20%). Ανάλογα με την αιτία σε ιδιοπαθή (95% των εγκολεασμών) η οποία σχετίζεται με ιογενή λοίμωξη αναπνευστικού-γαστρεντερικού και αφορά κατά το 95% την ειλεοκολική περιοχή και σε Pathologic Lead Point (5% των εγκολεασμών). Σε αυτή την κατηγορία μια παθολογική οντότητα, όπως π.χ. απόφυση Meckel, εντερικός διπλασιασμός, ή κάποια ασθένεια που διαταράσσει την κινητικότητα του εντέρου, όπως π.χ. πορφύρα Henoch-Schonlein, κυστική ίνωση κ.α. είναι η αιτία του εγκολεασμού.

Ανάλογα με την ανατομική θέση, πιο συχνός είναι ο ειλεοκολικός (80%).

Η παρουσία δύο κλινικών συμπτωμάτων (κοιλιακό άλγος και έμετος) και δύο κλασσικών ευρημάτων (κοιλιακή μάζα + αιμορραγία από το ορθό) εγκολεασμού θέτουν τη διάγνωση!

Το πιο συχνό (85%) είναι η έναρξη έντονου, κωλικοειδούς άλγους που κάνει το παιδί να φέρνει τα πόδια στην κοιλιά διάρκειας λίγων λεπτών. Ωστόσο, η απουσία πόνου δεν αποκλείει τον εγκολεασμό (σ’ αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να αργήσει η διάγνωση). Ο εμετός είναι το δεύτερο πιο συχνό σύμπτωμα του εγκολεασμού (η απουσία του δεν αποκλείει την διάγνωση) και συμβαίνει συνήθως στα μικρότερα παιδιά.

Η διάγνωση τίθεται συνήθως μέσα σε 24 ώρες. Θερμοκρασία και εργαστηριακά ευρήματα συνοδεύουν την κλινική εικόνα του σοκ και της υπογκαιμίας. Η αιμορραγία είναι χαρακτηριστική, παρουσιάζει δε σύστασης βλεννώδης, σαν ζελέ σταφίδας (currant jelly). Η απουσία ψηλαφητής μάζας ή αιμορραγίας δεν αποκλείει την ύπαρξη εγκολεασμού.

Η διάγνωση εγκολεασμού γίνεται με τον υπέρηχο (100% ακρίβεια). Ο ρόλος του δεν είναι μόνο να διαγνώσει ή να αποκλείσει ένα εγκολεασμό, αλλά επίσης να μελετήσει την εξέλιξη του ή την παρουσία νέκρωσης στο εντερικό τοίχωμα.

Η αντιμετώπιση του εγκολεασμού περιλαμβάνει την ακτινολογική ανάταξη (υδροστατική-υγρό, πνευματική-αέρα) και την χειρουργική ανάταξη (εκτομή, αντιμετώπιση της διάτρησης) με λαπαροτομία ή λαπαροσκόπηση.

Αν ο εγκολεασμός δεν μειωθεί, τότε μπορεί να επαναληφθεί ο υποκλυσμός. Στο 60% των ασθενών που δεν εμφανίζεται μείωση, με την δεύτερη προσπάθεια ο εγκολεασμός μειώνεται. Το άλλο 40% οδηγείται στο χειρουργείο. Το ποσοστό υποτροπής μετά από επιτυχημένη μείωση του εγκολεασμού είναι 5%.

Εγκολεασμός

Ο όρος εκκόλπωμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει μία μικρή σακκοειδή κοιλότητα που επικοινωνεί με τον αυλό ενός κοίλου (σωληνωτού) σπλάγχνου.

Συνηθέστατα το εκκόλπωμα αφορά τον πεπτικό σωλήνα (οισοφάγο, στόμαχο, λεπτό και παχύ έντερο). Όταν σε ένα όργανο ή μία περιοχή υπάρχουν πολλά εκκολπώματα, αναφερόμαστε σε εκκολπωμάτωση του οργάνου ή της περιοχής.

Εκκολπωματίτις είναι η φλεγμονή ενός ή περισσοτέρων εκκολπωμάτων και της γύρω περιοχής, ενώ σαν εκκολπωματική νόσος περιγράφεται το σύνολο των συμπτωμάτων και επιπλοκών που μπορεί να προκληθούν σε περιπτώσεις εκκολπωμάτωσης.

Η συνηθέστερη εντόπιση εκκολπωμάτων είναι το παχύ έντερο (κόλον).

Ηλικιακή κατανομή

Παλαιότερα, η εκκολπωμάτωση θεωρείτο νόσος των ηλικιωμένων αφού η εμφάνισή της σε ηλικίες κάτω των 50 ανήρχετο σε 5%. Πρόσφατα, η συχνότητα εκκολπωμάτωσης σε νέους ασθενείς έχει αυξηθεί και περιγράφεται σε διάφορες μελέτες σε ποσοστά από 18% έως και 34%.

Συμπτώματα - Διάγνωση εκκολπωμάτωσης

Η εκκολπωμάτωση αυτή καθαυτή δεν προκαλεί συμπτώματα. Όταν υπάρχει συμπτωματολογία, αφού αποκλεισθεί άλλη αιτία, αναφερόμαστε πλέον σε εκκολπωματική νόσο.

Τα ενοχλήματα της εκκολπωμάτωσης μπορεί να είναι αμβληχρά ή περισσότερο έντονα και εμφανίζουν ευρύ φάσμα από κατά διαστήματα άλγος στο υπογάστριο ή στο αριστερό πλάγιο της κοιλίας, δυσουρικά ενοχλήματα, δυσκοιλιότητα λόγω στένωσης, αιμορραγίες ή και άλλες επιπλοκές.

Η εκκολπωματική νόσος μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως εξής:

  • Συμπτωματική μη επιπλεγμένη εκκολπωμάτωση: μοναδικό επεισόδιο μη ειδικών συμπτωμάτων (πόνος στο υπογάστριο, μετεωρισμός, διάρροια) χωρίς σημεία φλεγμονής,
  • Υποτροπιάζουσα συμπτωματική μη επιπλεγμένη εκκολπωμάτωση: περισσότερα του ενός επεισόδια,
  • Επιπλεγμένη εκκολπωμάτωση: συνδεδεμένη με σημεία φλεγμονής ή άλλες επιπλοκές.

Η διάγνωση της εκκολπωμάτωσης του παχέος εντέρου γίνεται κλασικά με βαριούχο υποκλυσμό (ακτινολογική εξέταση) και σε βελτιωμένη έκδοση με διπλή σκιαγράφηση.

Ο ρόλος της κολονοσκόπησης είναι επίσης σπουδαίος και φαίνεται ότι οι επιφυλάξεις που υπήρχαν παλιότερα για το φόβο διάτρησης κάποιου εκκολπώματος δεν ισχύουν.

Η αξονική τομογραφία εκτός της ανάδειξης της πάθησης δίνει πληροφορίες για το πάχος του τοιχώματος του εντέρου, όπως και για την ύπαρξη επιπλοκών (περικολικός φλέγμων, απόστημα, διάτρηση προς παρακείμενα όργανα).

Επιπλοκές εκκολπωμάτωσης

Εκκολπωματίτις

Η εκκολπωματίτις είναι η συχνότερη επιπλοκή της εκκολπωμάτωσης. Το 10 - 25% των ασθενών με εκκολπώματα θα εμφανίσουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο φλεγμονής. Εξ αυτών, το 30% θα αναπτύξουν επιπλεγμένη εκκολπωματική νόσο.

Η συχνότητα διάτρησης συνδεδεμένης με τη νόσο αυξάνεται. Ο μηχανισμός ανάπτυξης της φλεγμονής έχει σχέση με την απόφραξη του στομίου του εκκολπώματος από εντερικό περιεχόμενο και τα πολύ υψηλά μικροβιακά φορτία.

Ακολουθεί μικρορήξη προς το περικολικό λίπος, το μεσόκολο ή το μεσεντέριο, με αποτέλεσμα το σχηματισμό μίας φλεγμονώδους μάζας. Αν η ρήξη είναι μεγαλύτερη και επέλθει οξέως, είναι πιθανή η δημιουργία ευμεγέθους αποστήματος ή βαριάς περιτονίτιδας.

Οι ασθενείς με εκκολπωματίτιδα εμφανίζουν έντονο, συνήθως συνεχές άλγος στο αριστερό κάτω τεταρτημόριο της κοιλιάς, μερικές φορές συνδυασμένο με αλλαγές στις εντερικές συνήθειες.

Η αποβολή αίματος στην εκκολπωματίτιδα είναι σπάνια. Πυρετός και αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων είναι ο κανόνας, ενώ δυνατόν να συνυπάρχουν ανορεξία, ναυτία και έμετοι.

Μερικοί ασθενείς παραπονούνται για δυσουρία που οφείλεται στον ερεθισμό της ουροδόχου κύστης λόγω γειτνίασης με την περιοχή της φλεγμονής.

Στις επιπλοκές της εκκολπωματίτιδας περιλαβάνονται αποστήματα, συρίγγια, εντερική απόφραξη και διάτρηση στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Όλες αυτές οι καταστάσεις απαιτούν επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση.

Υπόνοια ύπαρξης αποστήματος τίθεται όταν παραμένουν πυρετός και αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια παρά τη χορήγηση κατάλληλης τριάδας αντιβιοτικών. Κατά την ψηλάφηση της κοιλιάς είναι πιθανό να γίνεται αντιληπτή μία επώδυνη διόγκωση. Η ελεύθερη διάτρηση και γενικευμένη περιτονίτιδα είναι σπάνια, αλλά έχει ιδιαίτερα υψηλή θνητότητα, της τάξης του 35%. Προφανώς απαιτείται επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση.

Συρίγγια

Συρίγγια μεταξύ σιγμοειδούς και ουροδόχου κύστεως είναι αρκετά συνήθης επιπλοκή της εκκολπωματίτιδας. Επανειλημμένες ουρολοιμώξεις, αποβολή φυσαλίδων αέρα ή κοπράνων με τα ούρα αποτελούν σημεία ύπαρξης ενός τέτοιου συριγγίου.

Κολο-κολπικά συρίγγια εκδηλώνονται με την αποβολή κοπράνων από τον κόλπο και συμβαίνουν συχνότερα σε γυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή.

Συρίγγια, επίσης, μπορεί να δημιουργηθούν μεταξύ παχέος και λεπτού εντέρου και με το δέρμα (κοπροχόο συρίγγιο).

Αιμορραγία

Η ύπαρξη εκκολπωμάτων αποτελεί συχνή αιτία αιμορραγίας από το κατώτερο πεπτικό. Αν και τα περισσότερα εκκολπώματα εντοπίζονται στο αριστερό κόλον, σχετικά συχνότερα αιμορραγούν εκκολπώματα που βρίσκονται στο δεξιό κόλον.

Σε ένα ποσοστό 3 - 5% ασθενών με εκκολπώματα η αιμορραγία είναι σοβαρή και απαιτεί επείγουσα χειρουργική παρέμβαση. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις αιμορραγίας δίδεται ο απαραίτητος χρόνος για τη σταθεροποίηση, έρευνα και συντηρητική θεραπεία του ασθενούς, χωρίς να αποκλείεται η υποτροπή και η ανάγκη επέμβασης.

Εντερική απόφραξη

Η εντερική απόφραξη αποτελεί σπάνια επιπλοκή. Συνηθέστερα προσβάλλεται το λεπτό έντερο, λόγω καθήλωσης στη φλεγμονώδη μάζα ή δημιουργίας συμφύσεων.

Το σιγμοειδές είναι δυνατόν να αποφραχθεί μετά από επανειλημμένες προσβολές φλεγμονής, με συνέπεια τη σκλήρυνση και ρίκνωση του τοιχώματός του.

Κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτηθεί χειρουργική αποκατάσταση.

Θεραπεία εκκολπωμάτωσης

Σε ασθενείς με ασυμπτωματική εκκολπωμάτωση δεν απαιτείται θεραπεία. Οι πάσχοντες μπορεί να ωφεληθούν από κατανάλωση φυτικών ινών. Σε περιπτώσεις ήπιας συμπτωματολογίας η πρώτη αντιμετώπιση μπορεί να είναι τροποποίηση της διατροφής ή συμπληρωματική λήψη φυτικών ινών, με ή χωρίς λήψη αντιβιοτικών.

Αντίθετα, η αντιμετώπιση σχεδόν όλων των επιπλοκών απαιτεί παρέμβαση.

Σε περιπτώσεις αποστήματος ή περιτονίτιδας πρέπει να εκπλυθεί και να παροχετευθεί η περιτοναϊκή κοιλότητα ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες της σήψης από το βαρύ μικροβιακό φορτίο.

Ανάλογα με τις συνθήκες, τις απόψεις και την ικανότητα του χειρουργού είναι δυνατός ο συνδυασμός με εκτομή του τμήματος με τα εκκολπώματα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτηθεί προσωρινή κολοστομία (παρά φύσιν έδρα) και αποκατάσταση του εντέρου σε επόμενη επέμβαση.

Ανάλογη επέμβαση θα απαιτηθεί σε περίπτωση στένωσης όταν δεν είναι δυνατόν να προετοιμασθεί το έντερο. Χειρουργική αντιμετώπιση, επίσης, απαιτείται πάντα σε περιπτώσεις συριγγίων, όπου η σύγκλειση του συριγγίου συνδυάζεται με εκτομή του σιγμοειδούς συνήθως.

Το αν και πότε απαιτείται χειρουργική θεραπεία της εκκολπωμάτωσης ή εκκολπωματίτιδας αποτελεί αντικείμενο δύσκολων αποφάσεων που απαιτούν μεγάλη κλινική εμπειρία και κρίση.

Παράγοντες που συνεκτιμώνται είναι η ηλικία (νεώτερα άτομα με εκκολπωμάτωση πρέπει να χειρουργούνται) και οι καταστάσεις μειωμένης αμυντικής ικανότητας (διαβήτης, ανοσοκατασταλμένα άτομα).

Έχοντας υπόψη ότι περίπου το 1/3 των ασθενών που είχαν επεισόδιο οξείας εκκολπωματίτιδας θα εμφανίσουν υποτροπή (έως 54% στην πενταετία) και μάλιστα αρκετοί σε ένα έτος, είναι προφανές ότι η προγραμματισμένη έγκαιρη εκτομή αποτρέπει κινδύνους, νοσηρότητα και την αναγκαιότητα προσωρινής κολοστομίας και σύγκλεισής της με δεύτερη επέμβαση.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί το τρίτο συχνότερο κακόηθες νεόπλασμα μετά τον καρκίνο του μαστού και του πνεύμονα και είναι η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο.

Καρκίνος του παχέος εντέρου εμφανίζεται στους άνδρες με ελαφρά υψηλότερη συχνότητα και το 75% των ασθενών που διαγιγνώσκονται είναι 65 ετών και άνω.

Το παχύ έντερο αποτελεί το τελικό τμήμα του πεπτικού σωλήνα ο οποίος εκτείνεται από το στόμα μέχρι τον πρωκτό. Το μήκος του είναι περίπου ενάμισι με δύο μέτρα και επιτελεί κυρίως ρόλο αποθήκευσης των υποπροϊόντων της πέψης αλλά και απορρόφησης νερού και ηλεκτρολυτών. Ανατομικά χωρίζεται στο κόλον, το ορθό και τον πρωκτικό σωλήνα.

Όπως και σε όλα τα υπόλοιπα όργανα του σώματος έτσι και στο παχύ έντερο έχουμε την εμφάνιση κακοήθων νεοπλασμάτων με τη συντριπτική πλειοψηφία να αφορά στο αδενοκαρκίνωμα.

Αντιμετώπιση Καρκίνου Παχέος Εντέρου

Η αντιμετώπιση του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι πολυπαραγοντική αλλά με κεντρικό το ρόλο της χειρουργικής. Ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση κατά την οποία θα αφαιρεθεί ο κακοήθης όγκος μαζί με ένα τμήμα του εντέρου καθώς και με όλους τους λεμφαδένες που αντιστοιχούν στην περιοχή.

Το εξαιρεθέν τμήμα θα αποσταλεί για ιστοπαθολογική εξέταση, όπου και θα καθοριστεί το στάδιο της νόσου. Με βάση τη σταδιοποίηση της νόσου κρίνεται η αναγκαιότητα η μη υποβολής του ασθενούς σε επικουρική χημειοθεραπεία ή/και ακτινοβολία.

Η καθιέρωση της λαπαροσκοπικής και ρομποτικής χειρουργικής στην αντιμετώπιση του ασθενούς με καρκίνο του παχέος εντέρου, έχει βελτιώσει θεαματικά τα αποτελέσματα καθώς παρέχει:

  • Ευχερέστερη αναγνώριση ευγενών στοιχείων λόγω μεγέθυνσης
  • Λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο
  • Γρηγορότερη κινητοποίηση του ασθενούς και επάνοδο στην καθημερινότητα του
  • Ογκολογικά αποτελέσματα απόλυτα συγκρίσιμα με την ανοικτή
  • Καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.
  • Αντιμετώπιση των μεταστάσεων

Στο παχύ έντερο η παρουσία μεταστάσεων δηλαδή η εξάπλωση του όγκου σε άλλα όργανα και συγκεκριμένα στο ήπαρ και στους πνεύμονες, αποτελεί ένδειξη προχωρημένης νόσου.

Οι εξελίξεις τόσο της ιατρικής επιστήμης όσο και της τεχνολογίας παρέχουν πλέον πολλές δυνατότητες για την αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου όπως:

  • Χειρουργική εκτομή των μεταστάσεων
  • Εξάχνωση (κάψιμο) των μεταστάσεων (RF Ablation)
  • Εμβολισμός
  • Χημειοεμβολισμός
  • Χημειοθεραπεία
  • Παρακολούθηση - έκβαση

Μετά την αρχική αντιμετώπιση όλοι οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Το πλάνο παρακολούθησης στο πρώτο χρονικό διάστημα είναι πολύ έντονο και συχνό και τα μεσοδιαστήματα μπορεί να μεγαλώσουν με την πάροδο του χρόνου.

Ο μετεγχειρητικός έλεγχος των ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου (Follow Up) περιλαμβάνει:

  • Αξονική τομογραφία,
  • Κολονοσκόπηση,
  • Έλεγχος καρκινικών δεικτών,
  • Αιματολογικός έλεγχος,
  • Κλινική εξέταση.

Ο καρκίνος του Παχέος Εντέρου εμφανίζεται με όλο και πιο αυξημένη συχνότητα στις μέρες μας και αφορά ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού.

Η εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή και επιστημονικά τεκμηριωμένη αντιμετώπιση, έχουν οδηγήσει πλέον σε θεαματική αύξηση της επιβίωσης των ασθενών με καρκίνο παχέος εντέρου, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους και σε πολλές περιπτώσεις, στην ίαση.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Τα Γαστρεντερολογικά Τμήματα διαθέτουν ιατρούς με μεγάλη εξειδίκευση και εμπειρία στον έλεγχο και στην αντιμετώπιση και του πλέον σύνθετου προβλήματος.

Ο εξοπλισμός είναι σύγχρονος και πλήρης για κάθε είδους γαστρεντερολογική πάθηση.

O ασθενής μπορεί να υποβληθεί χωρίς ταλαιπωρία, στο σύνολο των διαγνωστικών εξετάσεων που απαιτούνται για τη διάγνωση και θεραπεία του προβλήματός του.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ