Διαγνωστική Οφθαλμική Υπερηχογραφία: Ποιος ο ρόλος της στη διάγνωση των νόσων του βολβού και του κόγχου

Γράφει η Αλεξάνδρα Μεïδάνη, ΜD, PhD, Xειρουργόs Οφθαλμίατροs, Οφθαλμολογικό Τμήμα, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών

Τι είναι  η διαγνωστική οφθαλμική υπερηχογραφία

Η διαγνωστική οφθαλμική υπερηχογραφία είναι μία εξέταση κατά την οποία χρησιμοποιούνται υπέρηχοι, δηλ.  ακουστικά κύματα, με συχνότητα πού κυμαίνεται από 8 έως 10 ΜΗz. Είναι γνωστό ότι οι υπέρηχοι είναι ακουστικά κύματα με συχνότητα μεγαλύτερη των 20ΚΗz.  Εφαρμογή των υπερήχων στην Οφθαλμολογία αναφέρεται για πρώτη φορά το 1956 όταν περιγράφτηκε η χρήση του Α-scan για την ανίχνευση ενδοφθάλμιων όγκων από τους Mundt και Hughes, ενώ η έννοια της βαθμονομημένης Υπερηχογραφίας ως τεχνικής εισήχθηκε από τον Ossoining το 1960 με τη ανάπτυξη ειδικών μηχανημάτων για εφαρμογή σε οφθαλμικούς ιστούς. Η Διεθνής Εταιρεία Οφθαλμικών Υπερήχων (SIDUO)  ιδρύθηκε από τους Buschman και συν  το 1964. 

Χρησιμοποιούνται  δύο  εξεταστικές μέθοδοι η Α –Υπερηχογραφία και η  Β-Υπερηχογραφία. Η βιομετρία είναι μία Α –Υπερηχογραφία πού χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του αξονικού μήκους του ματιού και το πάχος του κερατοειδούς. Ειδικές εξεταστικές τεχνικές είναι η ποσοτική Υπερηχογραφία (ελέγχει την εσωτερική δομή μίας βλάβης) και η κινητική Υπερηχογραφία (ελέγχει την κινητικότητα και αγγειοβρίθεια μιας βλάβης) .

Ενδείξεις Υπερηχογραφίας για  διαγνωστικούς σκοπούς:

Η διαγνωστική οφθαλμική υπερηχογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει συμπληρωματικά στη διάγνωση νόσων του βολβού όταν η βυθοσκόπηση και η οπτική τομογραφία συνοχής δεν αρκούν. Έτσι όταν ο κερατοειδής και ο  κρυσταλλοειδής φακός του ματιού  είναι  θολοί, σε όγκους και σε  οφθαλμικά τραύματα έχει σημαντικό ρόλο.

Αναλυτικά :

Α) Όταν τα διαθλαστικά μέσα (κερατοειδής, κρυσταλλοειδής φακός του ματιού) είναι  θολά, και συνυπάρχει  υαλοειδική αιμορραγία με την κινητική υπερηχογραφία μπορεί να αποκλεισθεί πιθανή ρωγμή του αμφιβληστροειδούς ή αποκόλληση του αμφιβλησ­τροειδούς, ενώ με  τη  ποσοτική υπερηχογραφία μπορεί να διαφοροδιαγνωσθεί η αμφιβλησ­τροειδική αποκόλληση από την αποκόλληση της οπίσθιας υαλοειδικής μεμβράνης. Σημειώνεται ότι οι ρωγμές είναι πιο συχνές στην περιφέρεια και το άνω ημιμόριο. Η ανίχνευση ρωγμής, όμως, εξαρτάται από τις διαστάσεις τού αποκολλημένου πετάλου αλλά και την ποσότητα του περιβάλλοντος υπαμφιβληστροειδικού υγρού. Επιπλέον, μπορούν να διαγνωστούν ελκτικές αποκολλήσεις του αμφιβληστροειδούς σε έδαφος παραγωγικής διαβητικής αμφιβλησ­τροειδοπάθειας.

Τέλος,  σε «αυτόματη» υαλοειδική αιμορραγία, δηλ. χωρίς συνοδό γνωστή κλινικά νόσο, είναι επιβεβλημένος ο υπερηχογραφικός έλεγχος σε συχνά χρονικά διαστήματα για την πρώιμη ανίχνευση αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς και άλλων ανωμαλιών.

Μία άλλη ενδιαφέρουσα χρήση της διαγνωστικής οφθαλμικής υπερηχογραφίας είναι κυρίως σε παιδιά με  λευκοκορία, όταν  είναι αδύνατη η βυθοσκόπηση, διότι υπάρχουν  θολά διαθλαστικά μέσα,  μη καλή  μυδρίαση  ή μη  καλή  συνεργασία   με το παιδί. Εδώ χρειάζεται να γίνει διαφορική διάγνωση μεταξύ ρετινοβλαστώματος, νόσου του Coats, αμφιβληστροειδοπάθειας της προωρότητας και παραμονής υπερπλαστικού πρωτογενούς υαλοειδούς.

Η διαγνωστική  οφθαλμική  υπερηχογραφία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί  σε πυκνές θολερότητες του κερατοειδούς, σε ασθενείς με χρόνια πρόσθια ραγοειδίτιδα που έχουν οπίσθιες συνέχειες, για να διαγνωστεί χοριοαμφιβληστροειδική πάχυνση, οίδημα της  ωχράς, χοριοειδική διήθηση, κυκλιτικές μεμβράνες,  θολερότητες του υαλοειδούς.

Σε περίπτωση  ενδοφλαλμίτιδας για να προσδιοριστεί ο βαθμός της υαλοειδικής συμμετοχής και η ανταπόκριση στη θεραπεία.

Σε επίπονο τυφλό οφθαλμό, η πιο σημαντική ένδειξη εδώ είναι ο αποκλεισμός ραγοειδικού μελανώματος. Η χρόνια αποκόλληση, οι υπαμφιβληστροειδικές κύστεις, η κοίλανση του οπτικού νεύρου, ο απεξαρθρωμένος φακός, η αποτιτάνωση αμφιβληστροειδούς και χοριοειδούς.

Σε πυκνό καταρράκτη.

Β) Όταν τα διαθλαστικά μέσα είναι καθαρά, όπως σε :

i) Eνδοφθάλμιους όγκους. Eίναι χρήσιμη στη διάγνωση και διαφορική διάγνωση των ενδοφθάλμιων όγκων.

ii) Aλλες αλλοιώσεις βυθού, όπως  χοριοειδικούς  σπίλους πού εμφανίζονται επίπεδοι ή ελαφρά παχυμένοι, χοριοειδικό οστέωμα που οφείλεται σε υψηλή περιεκτικότητα σε Ca++, οπίσθια σκληρίτιδα και πτυχές του χοριοειδούς.

Γ) Σε οφθαλμικό τραύμα

Σε τραύματα αμβλεία με αιμορραγία και μη καλή βυθοσκοπική εικόνα, ο υπέρηχος βοηθάει στη λήψη πληροφοριών για τη κατάσταση του φακού, την παρουσία υαλοειδικής αιμορραγίας και αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς, την παρουσία χοριοειδικής αποκόλλησης και  αιμορραγίας. Επίσης, είναι σημαντική η συμβολή του σε υποψία οπίσθιας ρήξης του σκληρού.

Σε διατιτραίνοντα τραύματα η υπερηχογραφία βοηθάει στην εντόπιση της τρώσης του φακού, στη διαπίστωση για συμμετοχή του οπίσθιου ημιμορίου και στην ανίχνευση ξένου σώματος. Σε διατιτραίνοντα τραύματα, η τοπογραφική και κινητική Υπερηχογραφία μας δείχνει εάν το ξένο σώμα προσφύεται  στον αμφιβληστροειδή ή εάν επιπλέει στο υαλώδες.

Πέραν όμως της χρήσης της διαγνωστικής οφθαλμικής υπερηχογραφίας σε παθήσεις του βολβού, είναι σημαντικός ο ρόλος της, σε παθήσεις του κόγχου και κυρίως στη διάγνωση των οφθαλμικών όγκων. Ακόμα και σήμερα, παρά τη χρήση της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας, η τεχνολογία αυτή μπορεί να αποκαλύψει την εσωτερική δομή των βλαβών σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό. Σε αυτή την περίπτωση, η βυθοσκόπηση μόνη της δεν αρκεί διότι δεν μπορεί να αποκαλύψει την έκταση ενός  εξωφυτικού  όγκου πίσω από το βολβό.

Άρα, η βαθμονομημένη Υπερηχογραφία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση και τον προσδιορισμό χωροκατακτητικών βλαβών στο κόγχο. Η εξέταση αυτή είναι δοκιμασμένη στο χρόνο, πολύ αξιόπιστη και μη επεμβατική. Ένας εκπαιδευμένος οφθαλμίατρος μπορεί να διαγνώσει νόσους του κόγχου και της περικογχικής περιοχής και να αποκλείσει τη ύπαρξη  μάζας σε πρόπτωση του βολβού. Να εκτιμήσει καταστάσεις δευτερογενείς, όπως οίδημα βλεφάρου ή χρόνια επιπεφυκίτιδα, και διαταραχές της κινητικότητας  του βολβού που οφείλονται σε  χωροκατακτητικές  βλάβες. Αναλυτικά, η Α –Υπερηχογραφία μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για  τους όγκους του κόγχου,  τις  προδιαφραγματικές  βλάβες, τους δακρυικούς αδένες και την παθολογία των εξωφθάλμιων μυών. Επίσης, βοηθά  στη διάγνωση    της διόγκωσης του ελύτρου του οπτικού νεύρου, λόγω αύξησης του υπαραχνοειδικού υγρού, όπως στη περίπτωση της καλοήθους ενδοκράνιας υπέρτασης. Επίσης, μπορεί να ανιχνεύσει πάχυνση των εξωφθάλμιων μυών,  όπως σε νόσο του Graves.

Συγκρίνοντας την αξονική και τη μαγνητική  τομογραφία με τη βαθμονομημένη Υπερηχογραφία, καταλήγουμε στα εξής:

  1. H βαθμονομημένη Υπερηχογραφία είναι ανώτερη της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας στο να αναγνωρίζει την εσωτερική δομή μίας βλάβης και την αγγειοβρίθειά της.  Αντίθετα, η αξονική  και μαγνητική τομογραφία είναι ανώτερη της βαθμονομημένης Υπερηχογραφίας στο να εντοπίζει  τα όρια και τη μορφολογία μίας βλάβης.
  2. H βαθμονομημένη Υπερηχογραφία είναι μία απλή και χαμηλού κόστους απεικονιστική μέθοδος που δίνει πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο.  Όμως, απαιτεί καμπύλη εκμάθησης και γι’ αυτό, η αξία των αποτελεσμάτων εξαρτάται από τη εμπειρία του εξετάζοντος.

Σαν συμπέρασμα, ο υπέρηχος είναι σημαντικό εργαλείο στη διαγνωστική φαρέτρα της Οφθαλμολογίας. Πρέπει να χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική εξέταση  στη  διάγνωση των νόσων του βολβού και του κόγχου.