Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Διευθυντής Κλινικής Οφθαλμικής Ογκολογίας, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

Χοριοειδικό Μελάνωμα. Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τον πιο συχνό πρωτοπαθή κακοήθη όγκο του οφθαλμού

Χοριοειδικό Μελάνωμα – Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τον πιο συχνό πρωτοπαθή κακοήθη όγκο του οφθαλμού

Γράφει ο Δρ. Αστέριος Γ. Διάφας, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Διευθυντής Κλινικής Οφθαλμικής Ογκολογίας στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης, εξειδικευμένος στην Οφθαλμολογική Ογκολογία και στη Χειρουργική Υαλοειδούς-Αμφιβληστροειδούς

Το χοριοειδικό μελάνωμα είναι ο συχνότερος πρωτοπαθής κακοήθης όγκος που εμφανίζεται μέσα στο μάτι στους ενήλικες. Παρότι πρόκειται για μια σπάνια μορφή καρκίνου σε σύγκριση με άλλες, η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για την όραση αλλά και για την επιβίωση του ασθενούς.
 

Τι είναι το χοριοειδικό μελάνωμα;

Το χοριοειδικό μελάνωμα είναι ένας κακοήθης όγκος που αναπτύσσεται στο χοριοειδές, ένα στρώμα του ματιού που βρίσκεται κάτω από τον αμφιβληστροειδή. Το χοριοειδές είναι πλούσιο σε αιμοφόρα αγγεία και τροφοδοτεί τον αμφιβληστροειδή με οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά.

Το μελάνωμα προέρχεται από κύτταρα που παράγουν μελανίνη, δηλαδή τη χρωστική ουσία που δίνει χρώμα στο δέρμα, στην ίριδα και σε άλλους ιστούς. Αν και οι περισσότεροι γνωρίζουμε το μελάνωμα ως καρκίνο του δέρματος, μπορεί να εμφανιστεί και στο μάτι.
 

Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;

Το χοριοειδικό μελάνωμα εμφανίζεται συχνότερα <strong>σε άτομα μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας</strong>, καθώς και σε άτομα με <strong>ανοιχτό χρώμα δέρματος και ματιών</strong>. Εμφανίζεται τυχαία στις περισσότερες περιπτώσεις, χωρίς γνωστό κληρονομικό αίτιο.

Αν και η έκθεση στον ήλιο θεωρείται σημαντικός παράγοντας για το δερματικό μελάνωμα, δεν υπάρχει σαφής επιστημονική απόδειξη ότι η υπεριώδης ακτινοβολία αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα εμφάνισης του χοριοειδικού μελανώματος.
 

Ποια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν;

Το χοριοειδικό μελάνωμα συχνά δεν προκαλεί κανένα σύμπτωμα και ανακαλύπτεται τυχαία σε έναν προληπτικό οφθαλμολογικό έλεγχο.

Όταν υπάρχουν συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν θολή όραση, παραμόρφωση της κεντρικής όρασης, σκιές ή «μαύρα σημεία» στο οπτικό πεδίο καθώς και λάμψεις φωτός. Γι’ αυτό το λόγο, οποιαδήποτε αλλαγή στην όραση πρέπει να αξιολογείται άμεσα από οφθαλμίατρο.
 

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση τίθεται από εξειδικευμένο οφθαλμίατρο με τη βοήθεια ειδικών εξετάσεων. Η βασική εξέταση είναι η βυθοσκόπηση, όπου ο γιατρός εξετάζει το εσωτερικό του ματιού. Το υπερηχογράφημα του οφθαλμού, καθώς και ειδικές απεικονιστικές εξετάσεις για να εκτιμηθεί το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του όγκου, είναι χρήσιμα στην τελική διάγνωση. Αν και η διάγνωση τίθεται κυρίως κλινικά και απεικονιστικά, σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί βιοψία του όγκου. Σε ορισμένες περιπτώσεις επίσης, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν η νόσος έχει επεκταθεί σε άλλα όργανα.
 

Ποιες είναι οι θεραπευτικές επιλογές;

Η θεραπεία εξαρτάται από το μέγεθος και τη θέση του όγκου, καθώς και από τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Η έγκαιρη θεραπεία αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες ελέγχου της νόσου.

Οι βασικές επιλογές περιλαμβάνουν:

  • Ακτινοθεραπεία: Είναι η πιο συχνή θεραπεία και εφαρμόζεται με ειδική τεχνική που στοχεύει μόνο τον όγκο, διατηρώντας όσο γίνεται το μάτι και την όραση.
  • Χειρουργική αφαίρεση: Σε πιο προχωρημένα στάδια μπορεί να χρειαστεί αφαίρεση του ματιού και η εφαρμογή οφθαλμικής πρόθεσης. Πολύ σπάνια μπορεί να γίνει μόνο χειρουργική αφαίρεση του όγκου.
  • Θεραπεία με Laser ή Παρακολούθηση: Σε πολύ μικρούς ή ύποπτους όγκους μπορεί να επιλεγεί στενή παρακολούθηση. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται τοπικές θεραπείες, όπως θερμοθεραπεία ή φωτοδυναμική θεραπεία με laser.
     

Μπορεί να δώσει μεταστάσεις;

Ναι. Το χοριοειδικό μελάνωμα μπορεί να εξαπλωθεί μέσω του αίματος σε άλλα όργανα, συχνότερα στο ήπαρ

Για τον λόγο αυτό, μετά τη διάγνωση και την επιτυχημένη αντιμετώπιση του όγκου στο μάτι, απαιτείται τακτικός έλεγχος με απεικονιστικές εξετάσεις. Η μακροχρόνια παρακολούθηση είναι συχνά απαραίτητη.
 

Μπορούμε να το προλάβουμε;

Δυστυχώς, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος πρόληψης. Ωστόσο, ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος, ιδιαίτερα μετά τα 40 έτη, η έγκαιρη αξιολόγηση οποιασδήποτε αλλαγής στην όραση καθώς και η στενή παρακολούθηση υψηλού κινδύνου οφθαλμικών βλαβών, μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη διάγνωση.
 

Συμπέρασμα

Το χοριοειδικό μελάνωμα είναι μια σπάνια αλλά σοβαρή κακοήθης όγκος του ματιού. Συχνά δεν δίνει συμπτώματα στα αρχικά στάδια, γεγονός που καθιστά τον προληπτικό έλεγχο ιδιαίτερα σημαντικό.

Η σύγχρονη ιατρική διαθέτει αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές που μπορούν σώσουν τη ζωή του ασθενούς, να διατηρήσουν το μάτι και, σε αρκετές περιπτώσεις, την όραση.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή παρακολούθηση αποτελούν το κλειδί για την καλύτερη δυνατή έκβαση.

Ιατρός

Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Διευθυντής Κλινικής Οφθαλμικής Ογκολογίας, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης