Λεμφαδενοπάθεια: Ένα συχνό κλινικό πρόβλημα

Από την Αθηνά – Νόρα Βύνιου

Αιματολόγο, Καθηγήτρια ΕΚΠΑ, Ιατρικό Π. Φαλήρου

 

1. Τί είναι λεμφαδενοπάθεια;

Είναι διόγκωση λεμφαδένων το οποίο είτε εντοπίζει ο ασθενής, είτε ο γιατρός κατά των κλινική εξέταση.

 

2. Τί την προκαλεί;

Ένα μεγάλο εύρος νοσημάτων που εμπλέκει διαφορετικές ιατρικές ειδικότητες μπορεί να συμπεριλαμβάνει διόγκωση λεμφαδένων.

 

Κυριότερα αίτια λεμφαδενοπάθειας

Α) Λοιμώδη

Ιογενή: Ιός Epstein Barr (Λοιμώδης μονοπυρήνωση), κυτταρομεγαλοϊός, ερπητοϊοί, αδενοϊοί, λοίμωξη HIV και πολλοί άλλοι.

Βακτηριακές & παρασιτικές λοιμώξεις: Βρουκέλωση, σταφυλόκκοκος, στρεπτόκκοκος, φυματίωση, άτυπα μυκοβακτηρίδια, σαλμονέλωση, τοξοπλάσμωση κ.α.

 

Β) Αυτοάνοσα νοσήματα

Ρευματοειδής αρθροίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σύνδρομο Sjögren, σαρκοείδωση κ.α.

 

Γ) Αντιδράσεις ορονοσίας

Σε φάρμακα και άλλες ουσίες.

 

Δ) Κακοήθη νοσήματα

Λέμφωμα Hodgkin & μη Hodgkin, χρόνια λεμφογενής λευχαιμία, οξεία λεμφοβλαστική και οξεία μυελογενής λευχαιμία και μεταστάσεις συμπαγών όγκων.

 

Ε) Σπανιότερα νοσήματα

Αναφέρουμε ενδεικτικά την ιστιοκυττάρωση Χ, την νόσο Gaucher, σύνδρομο Kawasaki, Nieman Pick, κ.α.

 

3. Πώς γίνεται η διάγνωση;

Έχει μεγάλη σημασία η λήψη καλού ιστορικού και η κλινική εξέταση. Η ηλικία, η εντόπιση των διογκωμένων λεμφαδένων, η σύστασή τους δηλαδή αν είναι μαλακοί ή σκληροί, το μέγεθός τους, αν είναι ανώδυνοι ή επώδυνοι και τα συμπτώματα που εμφανίζει ο ασθενής αποτελούν σημαντικότατα στοιχεία για τη διάγνωση του αιτίου της λεμφαδενοπάθειας.

Η διάγνωση περιλαμβάνει εργαστηριακό έλεγχο (π.χ. Γενική αίματος, ΤΚΕ, CRP, βιοχημικό έλεγχο, ανίχνευση αντισωμάτων έναντι ιών, έλεγχο για ρευματολογικά νοσήματα κ.α.) και απεικονιστικό έλεγχο ανάλογα με την περίπτωση (όπως ακτινογραφία θώρακος, αξονικές τομογραφίες).

Η βιοψία λεμφαδένα είναι ένα σοβαρό επιπλέον διαγνωστικό στοιχείο αλλά την απόφαση την παίρνει ο ειδικός ιατρός αφού αξιολογήσει όλα τα κλινικοεργαστηριακά ευρήματα και το ιστορικό του ασθενούς. Γίνεται από χειρουργό και το υλικό πρέπει να αξιολογείται από έμπειρο αιμοπαθολογοανατόμο.

Όταν γίνει πλήρης έλεγχος που περιλαμβάνει και βιοψία λεμφαδένα και δεν βρίσκεται συγκεκριμένη αιτία, τότε η λεμφαδενοπάθεια χαρακτηρίζεται ως μη ειδική. Η μη ειδική λεμφαδενοπάθεια μπορεί να είναι μέχρι και 50% των περιπτώσεων.

Τέλος θα πρέπει να τονιστεί ότι η λήψη πολύ καλού ιστορικού, η κλινική εξέταση, η ηλικία, το φύλο, οι συνήθειες, ο τρόπος ζωής και το επάγγελμα μπορεί να συσχετίζονται με το είδος της λεμφαδενοπάθειας. Ο γιατρός αξιολογεί την συμπτωματολογία του ασθενούς και κατευθύνεται διαγνωστικά. Το είδος του πυρετού εφόσον υπάρχει, η ύπαρξη της λεγόμενης συμπτωματολογίας Β (πυρετός χωρίς εστία λοίμωξης, ανεξήγητη απώλεια βάρους >10% σε έξι μήνες, νυχτερινές εφιδρώσεις), μπορεί να είναι συνοδά στοιχεία λεμφώματος. Όπως επίσης σημασία για την διάγνωση μπορεί να έχει η παρουσία κνησμού ή εξανθήματος.

Συχνά χρειάζεται συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων ιατρών όπως π.χ. Ωτορινολαρυγγολόγου, Πνευμονολόγου, Λοιμωξιολόγου, Οδοντιάτρου κ.α.

 

4. Ποια είναι η πιο συχνή εντόπιση της λεμφαδενοπάθειας;

Η εντόπιση μπορεί να είναι σε πολλά διαφορετικά σημεία του σώματος αλλά στατιστικά η περισσότερο συχνή είναι στην περιοχή του τραχήλου.

 

Συμπέρασμα

Εφόσον τεθεί συγκεκριμένη διάγνωση με την βιοψία του λεμφαδένα ακολουθείται η ενδεδειγμένη θεραπευτική στρατηγική.

Η ομάδα των ασθενών στους οποίους δεν χρειάζεται βιοψία λεμφαδένα πρέπει να παρακολουθείται έως την πλήρη υποχώρηση της λεμφαδενοπάθειας.

Ιατρός

Αιματολόγος, Καθηγήτρια ΕΚΠΑ, Ιατρικό Π.Φαλήρου