Γαστρεντερολόγος– Ηπατολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

Ευερέθιστο Έντερο: Η σύγχρονη προσέγγιση σε ένα συχνό πρόβλημα που επηρεάζει την καθημερινότητα

Γράφει ο Ορέστης Σιδηρόπουλος

Γαστρεντερολόγος – Ηπατολόγος, Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης

 

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου (ΣΕΕ) αποτελεί μία από τις συχνότερες λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού συστήματος, επηρεάζοντας περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Παρότι δεν πρόκειται για επικίνδυνη νόσο και δεν αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής, περιορίζοντας την επαγγελματική, κοινωνική και προσωπική δραστηριότητα των ασθενών.

Η επιστημονική γνώση γύρω από το ευερέθιστο έντερο έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τους μηχανισμούς που το προκαλούν και διαθέτουμε πιο αποτελεσματικές, εξατομικευμένες θεραπευτικές επιλογές.

 

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενο κοιλιακό πόνο, ο οποίος σχετίζεται με τις κενώσεις και συνοδεύεται από μεταβολές στη λειτουργία του εντέρου.

Ανάλογα με τον τύπο του συνδρόμου, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν:

  • διάρροια,
  • δυσκοιλιότητα,
  • εναλλαγές διάρροιας και δυσκοιλιότητας.

Συχνά συνυπάρχουν:

  • έντονο φούσκωμα,
  • αυξημένα αέρια,
  • αίσθημα ατελούς κένωσης,
  • δυσφορία μετά το γεύμα.

Τα συμπτώματα διαφέρουν σημαντικά από ασθενή σε ασθενή και συνήθως εμφανίζουν περιόδους ύφεσης και εξάρσεων.

 

Δεν είναι «στο μυαλό μας»

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι το ευερέθιστο έντερο αποτελεί κυρίως μια ψυχολογική διαταραχή. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μια πραγματική διαταραχή της λειτουργίας του εντέρου, αποτέλεσμα της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ:

  • του εγκεφάλου,
  • του εντερικού νευρικού συστήματος,
  • του μικροβιώματος,
  • του ανοσοποιητικού συστήματος,
  • της διατροφής,
  • των ορμονών,
  • και της γενετικής προδιάθεσης.

Δεν υπάρχει μία μόνο αιτία. Αντίθετα, πρόκειται για ένα σύνδρομο στο οποίο πολλοί διαφορετικοί μηχανισμοί συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν.

 

Ο άξονας εγκεφάλου – εντέρου

Κεντρικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει ο λεγόμενος άξονας εγκεφάλου–εντέρου, δηλαδή η συνεχής επικοινωνία μεταξύ του κεντρικού νευρικού συστήματος και του νευρικού συστήματος του εντέρου.

Το έντερο διαθέτει εκατομμύρια νευρικά κύτταρα και όχι άδικα χαρακτηρίζεται ως ο «δεύτερος εγκέφαλος». Όταν αυτή η επικοινωνία διαταράσσεται, το έντερο γίνεται υπερευαίσθητο ακόμη και σε φυσιολογικά ερεθίσματα, όπως η παρουσία αερίων ή η διάταση μετά από ένα γεύμα.

Παράλληλα, διαταράσσεται και η κινητικότητα του εντέρου, προκαλώντας είτε διάρροια είτε δυσκοιλιότητα.

 

Ο σημαντικός ρόλος του μικροβιώματος

Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον συγκεντρώνει το εντερικό μικροβίωμα, δηλαδή τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που κατοικούν φυσιολογικά στο έντερο.

Το μικροβίωμα συμμετέχει:

  • στην πέψη,
  • στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού,
  • στην παραγωγή ουσιών που επηρεάζουν ακόμη και τη λειτουργία του εγκεφάλου.

Σε αρκετούς ασθενείς με ευερέθιστο έντερο διαπιστώνεται διαταραχή της φυσιολογικής ισορροπίας του μικροβιώματος (δυσβίωση), γεγονός που συμβάλλει στην εμφάνιση φουσκώματος, αερίων και κοιλιακού πόνου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται επίσης ήπια φλεγμονή ή αυξημένη διαπερατότητα του εντερικού βλεννογόνου, ιδιαίτερα μετά από επεισόδια γαστρεντερίτιδας.

 

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση δεν αποτελεί πλέον διάγνωση «αποκλεισμού», όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Ο γαστρεντερολόγος μπορεί σήμερα να θέσει τη διάγνωση με βάση:

  • τα χαρακτηριστικά συμπτώματα,
  • τα διεθνή κριτήρια Rome IV,
  • το αναλυτικό ιατρικό ιστορικό,
  • και την κλινική εξέταση.

Όπου χρειάζεται, πραγματοποιούνται βασικές αιματολογικές εξετάσεις, έλεγχος για κοιλιοκάκη και μέτρηση καλπροτεκτίνης στα κόπρανα, ώστε να αποκλειστούν άλλες οργανικές παθήσεις.

Η κολονοσκόπηση δεν απαιτείται σε όλους τους ασθενείς. Ενδείκνυται όταν υπάρχουν ανησυχητικά συμπτώματα, όπως:

  • αίμα στα κόπρανα,
  • ανεξήγητη απώλεια βάρους,
  • αναιμία,
  • νυχτερινές διάρροιες,
  • οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου,
  • ή πρώτη εμφάνιση συμπτωμάτων μετά την ηλικία των 50 ετών.

 

Πόσο επηρεάζει το άγχος;

Το άγχος δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία του ευερέθιστου εντέρου, ωστόσο μπορεί να επιδεινώσει σημαντικά τα συμπτώματα.

Σε περιόδους έντονου στρες αυξάνεται η παραγωγή κορτιζόλης και ενεργοποιείται το αυτόνομο νευρικό σύστημα, επηρεάζοντας:

  • τη λειτουργία του εντέρου,
  • την αντίληψη του πόνου,
  • αλλά και το εντερικό μικροβίωμα.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το στρες επιδεινώνει τα συμπτώματα και τα συμπτώματα αυξάνουν το άγχος.

Για τον λόγο αυτό, η σύγχρονη θεραπευτική αντιμετώπιση περιλαμβάνει, όπου χρειάζεται:

  • τεχνικές διαχείρισης του στρες,
  • τακτική άσκηση,
  • επαρκή ύπνο,
  • ψυχολογική υποστήριξη,
  • γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία.

 

Γιατί αφορά περισσότερο τις γυναίκες;

Οι γυναίκες εμφανίζουν το σύνδρομο σχεδόν δύο φορές συχνότερα από τους άνδρες.

Οι ορμονικές μεταβολές επηρεάζουν τόσο την κινητικότητα όσο και την ευαισθησία του εντέρου. Πολλές γυναίκες παρατηρούν επιδείνωση των συμπτωμάτων λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως.

Αντίστοιχα, η περιεμμηνόπαυση και η εμμηνόπαυση αποτελούν περιόδους κατά τις οποίες οι μεταβολές των οιστρογόνων, σε συνδυασμό με διαταραχές ύπνου, εξάψεις και αυξημένο ψυχολογικό φορτίο, μπορούν να επηρεάσουν τον άξονα εγκεφάλου–εντέρου και να οδηγήσουν ακόμη και στην πρώτη εμφάνιση συμπτωμάτων.

 

Η σύγχρονη θεραπευτική αντιμετώπιση

Η θεραπεία είναι πάντοτε εξατομικευμένη και προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Η διατροφή αποτελεί τη βάση

Η αναγνώριση των τροφών που προκαλούν ενοχλήματα, η αποφυγή μεγάλων και λιπαρών γευμάτων, ο περιορισμός της καφεΐνης και του αλκοόλ, καθώς και η σταδιακή αύξηση των διαλυτών φυτικών ινών μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση.

Σε ασθενείς με έντονο φούσκωμα, ιδιαίτερα αποτελεσματική έχει αποδειχθεί η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε FODMAP, η οποία όμως πρέπει να εφαρμόζεται μόνο υπό την καθοδήγηση εξειδικευμένου διαιτολόγου.

Φαρμακευτική αγωγή

Όταν η διατροφή δεν επαρκεί, υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές, όπως:

  • αντισπασμωδικά για τον κοιλιακό πόνο,
  • εξειδικευμένα φάρμακα για τη δυσκοιλιότητα ή τη διάρροια,
  • αντικαταθλιπτικά σε χαμηλές δόσεις, τα οποία χρησιμοποιούνται όχι για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης αλλά επειδή μειώνουν την υπερευαισθησία του εντέρου και τροποποιούν την αντίληψη του πόνου.

 

Ποια είναι η θέση των προβιοτικών;

Τα προβιοτικά αποτελούν ένα ακόμη θεραπευτικό εργαλείο, όχι όμως πανάκεια.

Δεν έχουν όλα τα προβιοτικά την ίδια αποτελεσματικότητα. Η δράση τους εξαρτάται από:

  • το συγκεκριμένο στέλεχος,
  • τη δοσολογία,
  • τη διάρκεια χορήγησης.

Ορισμένα στελέχη έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν το φούσκωμα, τα αέρια και τον κοιλιακό πόνο, βελτιώνοντας συνολικά την ποιότητα ζωής. Συνήθως χορηγούνται για διάστημα 4–8 εβδομάδων και συνεχίζονται μόνο όταν υπάρχει σαφές κλινικό όφελος.

 

Συμπέρασμα

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου είναι μια χρόνια αλλά απολύτως διαχειρίσιμη κατάσταση. Παρότι δεν υπάρχει οριστική θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν σημαντική βελτίωση της καθημερινότητάς τους, όταν εφαρμοστεί μια εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση που συνδυάζει σωστή διατροφή, αλλαγές στον τρόπο ζωής, διαχείριση του άγχους και, όπου χρειάζεται, φαρμακευτική αγωγή ή προβιοτικά.

Η σύγχρονη γαστρεντερολογία αντιμετωπίζει πλέον το ευερέθιστο έντερο όχι ως μια «αόριστη» ή «ψυχολογική» πάθηση, αλλά ως μια πολύπλοκη διαταραχή στην οποία αλληλοεπιδρούν το έντερο, ο εγκέφαλος, το μικροβίωμα, οι ορμόνες και το ανοσοποιητικό σύστημα. Η καλύτερη κατανόηση αυτών των μηχανισμών επιτρέπει σήμερα πιο στοχευμένες θεραπείες και δίνει στους ασθενείς τη δυνατότητα να ανακτήσουν τον έλεγχο της καθημερινότητάς τους και να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής τους.

Ιατρός

Γαστρεντερολόγος– Ηπατολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης