Παραϋπνίες

Οι παραϋπνίες είναι παθολογικά κινητικά φαινόμενα του ύπνου και παρουσιάζονται είτε κατά τη διάρκεια του ύπνου, είτε κατά την αφύπνιση από αυτόν. Οι πιο συχνές είναι η υπνοβασία, ο νυκτερινός τρόμος, οι εφιάλτες, η νυκτερινή ενούρηση, η υπνική παράλυση, η υπνολαλία και η διαταραχή συμπεριφοράς στον ύπνο REM. Χαρακτηρίζονται από ανεπιθύμητες σωματικές ή λεκτικές συμπεριφορές (ενίοτε και βίαιες προς τον ίδιο τον πάσχοντα ή τον σύντροφο στο κρεβάτι), αλλά και από άλλα φαινόμενα όπως κλάμα και κραυγές, αλλά και πιο ήπια όπως ψιθύρους και ομιλίες. Σε μερικές περιπτώσεις, υπάρχουν και πιο σύνθετα φαινόμενα όπως βάδιση, περιπλάνηση εντός και εκτός οικίας, αλλά και κατανάλωση τροφής, πάντοτε όμως χωρίς ο πάσχων να έχει συνείδηση. Οι παραϋπνίες είναι αρκετά συχνές ειδικά σε κάποιες ομάδες πληθυσμού (νήπια/παιδιά και άνδρες μέσης-τρίτης ηλικίας), όπου η συχνότητα μπορεί να είναι από 3% έως και 60%! Οι παραϋπνίες χρήζουν αντιμετώπισης ειδικά εάν διασπούν τον ύπνο και εφόσον είναι υπεύθυνες για ύπνο κακής ποιότητας/ύπνο μη αναζωογονητικό καθώς επίσης και εφόσον εγκυμονούν κινδύνους για την ασφάλεια του ασθενή ή και τρίτων.

Οι παραϋπνίες οφείλονται ή/και συνδέονται με πολλούς παράγοντες ή καταστάσεις.   Συχνά στις παραϋπνίες του ύπνου NREM υπεισέρχονται παράγοντες. Έτσι, συχνά ένα παιδί που υπνοβατεί ή παρουσιάζει συγχυτική έγερση ή νυκτερινό τρόμο έχει οικογενειακό ιστορικό (πατέρας ή μητέρα) με ανάλογα φαινόμενα. Επίσης, κάποιες παραϋπνίες συνδέονται με νευρολογικές νόσους (κυρίως με νευροεκφυλιστικά νοσήματα π.χ. νόσο Parkinson) και μπορεί να προηγούνται αρκετά χρόνια προ της εμφάνισης της νόσου. Άλλες αιτίες είναι η λήψη κάποιων φαρμάκων, η στέρηση ύπνου ή ο ύπνος κακής ποιότητας λόγω άλλης διαταραχής ύπνου (π.χ. υπνική άπνοια ή άλλα κινητικά φαινόμενα του ύπνου), όπως επίσης σημαντική αιτία εμφάνισης ή/και επιδείνωσης είναι το stress και το άγχος.

Οι παραϋπνίες αφορούν τον ύπνο NREM και τον ύπνο REM (τον ύπνο κατά τον οποίο δηλαδή βλέπουμε τα πιο πλούσια και οργανωμένα όνειρά μας). Οι παραϋπνίες NREM είναι κυρίως η υπνοβασία, η υπνοφαγία, η συγχυτική έγερση και ο νυκτερινός τρόμος. Κατά βάση αφορούν την παιδική ηλικία, αλλά μπορούν να συνεχίσουν στην ενήλικο ζωή. Εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα στα δύο φύλα και χαρακτηρίζονται από απότομη αφύπνιση συνήθως από το στάδιο ύπνου βραδέων κυμάτων (στάδιο 3), οπότε και ξεκινά μια αρκετά σύνθετη και πολύπλοκη κινητική φαινομενολογία που μπορεί να διαρκέσει από λίγα έως πολλά λεπτά και κατά τη διάρκεια των οποίων δεν υπάρχει (ή είναι ελάχιστη) η συνείδηση, ενώ συνήθως το επόμενο πρωινό ο ασθενής δεν έχει ανάμνηση του συμβάντος. Η συχνότητα εμφάνισης είναι από λίγες φορές τη βδομάδα έως λίγες φορές τον μήνα, ενώ σπανιότατα υπάρχουν δύο διαφορετικά επεισόδια μέσα στο ίδιο βράδυ. Οι παραϋπνίες του ύπνου REM, εμφανίζονται στον ύπνο REM (ύπνο ταχέων οφθαλμικών κινήσεων, κατά τον οποίο υπάρχουν τα πιο ζωντανά και πλούσια όνειρα). Η πιο συχνή REM παραϋπνία είναι οι εφιάλτες. Οι εφιάλτες είναι ζωντανά νυχτερινά γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν αισθήματα φόβου, τρόμου, ή/και άγχος. Συνήθως, το άτομο που έχει έναν εφιάλτη ξυπνάει απότομα όντας στον ύπνο REM και είναι σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς το περιεχόμενο των ονείρων. Συνήθως, ακολουθεί δυσκολία να επιστρέψει στον ύπνο. Εφιάλτες μπορεί να προκληθούν από πολλούς παράγοντες, όπως άγχος, κάποιο τραυματικό γεγονός, ή λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων από φάρμακα. Η διαταραχή συμπεριφοράς στον ύπνο REM (REM Behavior Disorder RBD) χαρακτηρίζεται από παθολογική εκδραμάτιση/εξωτερίκευση του υπνικού περιεχομένου (συχνά βίαιου ή δυσάρεστου). Κανονικά στον ύπνο REM υπάρχει μια κατάσταση φυσιολογικής «παράλυσης» (μυϊκή ατονία), αλλά στους ανθρώπους με RBD, καταργείται αυτή η φυσιολογική μυϊκή  ατονία και έτσι ενώ ονειρεύονται εξωτερικεύουν με λόγια και κινήσεις τα όνειρα αυτά. Συνήθως, RBD εμφανίζεται σε άνδρες ηλικίας 50 ετών και άνω, αλλά η διαταραχή μπορεί επίσης να συμβεί σε γυναίκες και σε νεότερους ανθρώπους. Στη διάγνωση και τη θεραπεία του RBD, εμπλέκονται συχνά σοβαρές νευρολογικές διαταραχές. Η βίντεο-πολυυπνογραφία (μελέτη ύπνου) είναι απαραίτητο εργαλείο για τη διάγνωση του RBD. Η υπνική παράλυση είναι μια ακόμη συχνή REM παραϋπνία. Οι άνθρωποι με υπνική παράλυση δεν είναι σε θέση να μετακινήσουν το σώμα ή τα άκρα ή δεν μπορούν ακόμη να ανοίξουν και τα μάτια τους, κατά την αφύπνιση. Η στέρηση του ύπνου, καθώς και τα ακανόνιστα ωράρια ύπνου-εγρήγορσης μπορεί επίσης να προκαλέσουν παράλυση ύπνου, πέρα από το γενετικό υπόβαθρο. Την υπνική παράλυση οι άνθρωποι τη βιώνουν συχνά με αίσθημα φόβου και τρόμου, μιας και νιώθουν παράλυτοι και ανίκανοι να αντιδράσουν στο οτιδήποτε. Ένα επεισόδιο της παράλυσης, τυπικά κρατάει κάποιες στιγμές και συχνά τελειώνει από ήχο ή άγγιγμα. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, το άτομο με παράλυση ύπνου είναι σε θέση να κινηθεί και πάλι.

Η διαφοροδιάγνωση στις παραϋπνίες έχει να κάνει βασικά με το εάν πρόκειται για παραϋπνία του ύπνου REM ή NREM και επίσης για το εάν πρόκειται για παραϋπνία ή για επιληπτική κρίση του ύπνου. Τέλος, στην παλέτα της διαφοροδιάγνωσης υπεισέρχονται και ψυχιατρικές διαταραχές ή άλλα κινητικά φαινόμενα του ύπνου όπως οι περιοδικές κινήσεις των άκρων κλπ. Η διαφοροδιάγνωση δεν είναι εύκολη και απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής του ύπνου και νευροφυσιολογίας (επιληπτολογίας), καθώς επίσης και ειδικό εξοπλισμό εργαστηρίου ύπνου και έμπειρους τεχνικούς.

Η θεραπεία περιλαμβάνει φαρμακευτικές και μη παρεμβάσεις. Ο στόχος είναι η ομαλοποίηση της ποιότητας και της ποσότητας του ύπνου, εν ολίγοις η «κανονικοποίηση» αυτού για τον πάσχοντα, εξαλείφοντας οποιοδήποτε παράγοντα/διαταραχή/νόσο (υπνική ή μη) που μπορεί να διασπά ή να επιδεινώνει τον ύπνο.

Covid-19
Προπληρωμή Test