Γράφει ο Δρ. Δημήτρης Καραγιάννης, Γαστρεντερολόγος - Ηπατολόγος, Διευθυντής Γαστρεντερολογικού Τμήματος, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών
Το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου είναι καλοήθης πάθηση, γνωστή με τον όρο «σπαστική κολίτιδα». Είναι λειτουργική διαταραχή του πεπτικού σωλήνα και χαρακτηρίζεται από πόνο στην κοιλιά, πρήξιμο, διαταραχή στις κενώσεις και απουσία κατάλληλων δεικτών για διάγνωση. Επειδή η διάγνωση είναι δυσχερής, θεσπίστηκαν με ομοφωνία ειδικά κριτήρια, γνωστά ως «κριτήρια Ρώμης».
Τα συμπτώματα, που περιλαμβάνονται στα κριτήρια Ρώμης, πρέπει να ισχύουν τουλάχιστον 12 εβδομάδες, όχι απαραίτητα συνεχόμενες, σε διάστημα 12 μηνών και περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος και ακόμη δύο από τα τρία παρακάτω συμπτώματα:
1. Ανακούφιση με την κένωση ή / και
2. Μεταβολή στη συχνότητα κενώσεων ή / και
3. Μεταβολή στη σύσταση των κοπράνων

Περίπου το 20% των Αμερικανών και των Ευρωπαίων πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια του συνδρόμου, όμως μόνο το 10% αυτών θα αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Το ΣΕΕ είναι συχνότερο σε ηλικίες 30-65 ετών και σπάνιο σε ηλικίες 65-90 ετών. Η συχνότητα των συμπτωμάτων είναι περίπου η ίδια και στα δύο φύλα, τείνει να είναι λίγο μεγαλύτερη στις γυναίκες της λευκής φυλής.
Η αιτιοπαθογένεια της νόσου έχει διέλθει από πολλά στάδια και πολλές θεωρίες. Σήμερα φαίνεται να καταλήγουμε σε ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο, που δικαιολογεί και τις πολλές όψεις αυτού του συνδρόμου.

Οι γενετικές μεταλλάξεις σε κάποιους υποδοχείς νευροδιαβιβαστών (TGR5), η σπλαχνική υπερευαισθησία που εξαρτάται από την σεροτονίνη, η επικοινωνία του Εντερικού νευρικού συστήματος με το Κεντρικό νευρικό σύστημα και, τέλος, η μειωμένη βιοποικιλότητα του μικροβιώματος ενός ατόμου συντελούν στη δημιουργία του συνδρόμου.
Δεν υπάρχει μία ειδική εξέταση για το ΣΕΕ. Η διάγνωση γίνεται, συνήθως, με βάση το ιστορικό του ασθενούς και την κλινική εξέταση, ενώ σε λίγους ασθενείς απαιτείται έλεγχος, για να αποκλειστούν πιο σοβαρά νοσήματα, που έχουν παρόμοια συμπτώματα με αυτά του ευερεθίστου εντέρου. Ανάλογα με την ηλικία ή και τα συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί και κολονοσκόπηση (σε ηλικίες μεγαλύτερες από τα 50 έτη) ή ειδικές εξετάσεις αίματος και κοπράνων.
Η θεραπεία της νόσου βρίσκεται ακόμη υπό έρευνα. Ωστόσο, μετά από πολλά χρόνια παλινωδιών, φαίνεται να καταλήγουμε σε ομοφωνία στη δίαιτα. Η προτεινόμενη τα τελευταία χρόνια δίαιτα, με επιβεβαιωμένα αποτελέσματα σε πολλαπλές μελέτες, είναι η δίαιτα FODMAP. Σε αυτήν τη δίαιτα ζητείται να αποφεύγονται τροφές, που περιλαμβάνουν σάκχαρα, που δεν απορροφούνται από τον ανθρώπινο οργανισμό, μεταβολίζονται από τα μικρόβια του εντέρου μας και προκαλούν μέσω δευτερογενών μεταβολιτών συμπτώματα. Τη δίαιτα μπορούμε να αναζητήσουμε και στο Internet με το όνομά της. Καλό είναι να βρούμε μία από πανεπιστημιακό ίδρυμα (Είναι δημοσιευμένη η δίαιτα του πανεπιστημίου Stanford, http://fodmapliving.com/wp-content/uploads/2013/02/Stanford-University-Low-FODMAP-Diet-Handout.pdf).
Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει φάρμακα, που μειώνουν τη σπλαχνική υπερευαισθησία (π.χ. Η τριμεβουτίνη επιδρά στις εγκεφαλίνες), ή τα αντικαταθλιπτικά, που συμβάλλουν στην επαναπρόσληψη σεροτονίνης (π.χ. Αμινοτρυπτιλίνες και SSRI’s), ενώ τα νεότερα φάρμακα (μερικά δεν έχουν έγκριση από τον Ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμάκων), όπως η Λινακλοτίδη και η Λουμποπροστόνη απευθύνονται μόνο σε περιπτώσεις, που εκδηλώνονται με δυσκοιλιότητα και πρέπει να χορηγούνται με επιφύλαξη σε γυναίκες.
Αυτή η τόσο διαδεδομένη νόσος δεν έχει ακόμη σαφή ορισμό, σαφή τρόπο θετικής διάγνωσης και συνεπώς ούτε βέβαιο τρόπο θεραπείας.
