Θυρεοειδική Κακοήθεια: Η νόσος που θεραπεύεται

Γράφει ο Εμμανουήλ Τσίγκος , Γενικός Χειρουργός Εξειδικευθείς στην Ογκολογική Χειρουργική των Ενδοκρινών Αδένων, Διευθυντής Τμήματος Χειρουργικής Ογκολογίας και Ενδοκρινών Αδένων στο Ιατρικό Παλαιού Φαλήρου

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος (95% του συνόλου), και το 1,5 - 3% όλων των κακοηθών νεοπλασιών του ανθρώπινου οργανισμού. Οι γυναίκες προσβάλλονται από καρκίνο θυρεοειδούς συχνότερα από τους άνδρες σε αναλογία 3 προς 1, κυρίως στις ηλικίες μεταξύ 25 και 65 ετών, με τον ισόβιο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου να είναι 0,8% και 0,3% για το γυναικείο και το αντρικό φύλο αντίστοιχα.

Η θυρεοειδική κακοήθεια, την τελευταία δεκαετία, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση της επίπτωσης μιας νεοπλασίας σε σχέση με όλες τις λοιπές κακοήθεις παθήσεις των διαφόρων οργάνων. Γεγονός που πιθανότατα οφείλεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και στη σαφή βελτίωση των μεθόδων διάγνωσής της θυρεοειδικής κακοήθειας.

Η πρόγνωσή του καρκίνου θυρεοειδούς της είναι εξαιρετική, με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των ασθενών να θεραπεύονται, εφόσον ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο αντιμετώπισης της πάθησης.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς ταξινομείται βάσει της προέλευσής του. Έτσι έχουμε τις κακοήθεις παθήσεις που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα του ενδοκρινούς αδένα και τις αντίστοιχες από τα μη θυλακιώδη.

Στην πρώτη κατηγορία θυρεοειδούς καρκίνου ανήκουν:

1. Ο Θηλώδης τύπος (ο πιο συχνός τύπος θυρεοειδικής κακοήθειας - 80% του συνόλου)

2. Ο Θυλακιώδης (10%)

3. Ο Καρκίνος από κύτταρα Hurthle (4%)

4. Ο Αναπλαστικός ή Αμετάπλαστος τύπος (1-2%)

Στη δεύτερη κατηγορία θυρεοειδούς καρκίνου ανήκουν:

1. Το Μυελοειδές καρκίνωμα (4-5%)

2. Το Λέμφωμα (2%)

3. Το Τεράτωμα (Πολύ σπάνιος τύπος)

4. Οι μεταστάσεις από κακοήθεις παθήσεις άλλων οργάνων, όπως του νεφρού, του πνεύμονα, του μαστού

 ή από μελάνωμα (Σπάνια)

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή ψυχρού όζου (οι ψυχροί - μη λειτουργικοί - όζοι αποτελούν το 80% του συνόλου των όζων). Παρόλο που οι θυρεοειδικοί όζοι είναι πολύ συχνοί, ευτυχώς μόνο το 5% εξαυτών είναι κακοήθεις. Παράγοντες κινδύνου θυρεοειδοπάθειας αποτελούν η έκθεση στην ακτινοβολία (αν ο ασθενής έχει υποβληθεί σε θεραπευτική ακτινοθεραπεία - κυρίως στο κεφάλι και τον τράχηλο για την αντιμετώπιση άλλων ογκολογικών παθήσεων - ή η έκθεσή του σε ακτινοβολία μετά από πυρηνικά ατυχήματα), το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου θυρεοειδούς, η ύπαρξη συνδρόμων που σχετίζονται με την εμφάνισή του (π.χ. Πολλαπλή Ενδοκρινική Νεοπλασία MEN, σύνδρομο Oικογενούς Αδενοματώδους Πολυποδίασης FAP, σύνδρομο Gardner, κλπ), ενώ τελευταία ερευνάται και η πιθανότητα συσχέτισης της αυτοανόσου θυρεοειδίτιδας με την ανάπτυξη θυρεοειδικής κακοήθειας. Τα παιδιά με οζώδη ή πολυοζώδη βρογχοκήλη, οι άντρες κυρίως με μονήρεις όζους, οι ενήλικες πάνω από τα 60, οι ασθενείς με μεγάλους όζους, εκείνοι που προσέρχονται με ένα ταχέως αυξανόμενο σε μέγεθος θυρεοειδικό όζο, και οι ασθενείς με ατομικό ιστορικό κακοήθειας του μαστού εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης θυρεοειδούς νόσου.

Η διάγνωση του θυρεοειδικού καρκίνου πραγματοποιείται από τον ενδοκρινολόγο:

1. Με το λεπτομερές ιστορικό

2. Με την ψηλάφηση του τραχήλου (40% των όζων άνω των 15 mm και 4% του συνόλου των όζων είναι ψηλαφητοί)

3. Με τον αιματολογικό έλεγχο (TSH, καλσιτονίνη, θυρεοσφαιρίνη, αντισώματα, κ.ά.)

4. Με το υπερηχογράφημα (ύποπτα απεικονιστικά κριτήρια αποτελούν οι μικροαποτιτανώσεις, η αυξημένη κεντρική αγγείωση, η υποηχογένεια, τα ανώμαλα όρια, κ.ά.)

5. Με την ελαστογραφία (ελέγχει τη σκληρότητα του όζου και επισημαίνει τους ύποπτους όζους με υψηλό ποσοστό αξιοπιστίας)

6. Με την παρακέντηση διά λεπτής βελόνης (FNA) είτε ενός όζου, είτε ενός διογκωμένου τραχηλικού λεμφαδένα (η FNA αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο του ενδοκρινολόγου για τη διάγνωση των κακοήθων παθήσεων και πρέπει να διενεργείται είτε για κάθε όζο μεγαλύτερο του 1ος εκατοστού, είτε για κάθε όζο ανεξαρτήτως μεγέθους, αλλά με ύποπτα απεικονιστικά χαρακτηριστικά ή οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικής κακοήθειας). Η θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς σχεδιάζεται από το ογκολογικό συμβούλιο (γενικός χειρουργός που ασχολείται με την ογκολογική χειρουργική των ενδοκρινών αδένων, ογκολόγος, πυρηνικός ιατρός, ενδοκρινολόγος, ακτινοθεραπευτής) με μόνο στόχο την ίαση. Η θεραπεία είναι κατεξοχήν χειρουργική για όλους τους τύπους θυρεοειδικής κακοήθειας (εξαιρείται το λέμφωμα) και συνίσταται στην ολική αφαίρεση του ενδοκρινή αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή), καθώς επίσης σε κάποιες περιπτώσεις και στην εξαίρεση των λεμφαδένων του τραχήλου (ετερόπλευρος ή αμφοτερόπλευρος λειτουργικός ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός), όταν ανευρίσκεται  νόσος και σε αυτούς ή υπάρχει σαφής κλινικοεργαστηριακή ή/και απεικονιστική υποψία καρκίνου θυρεοειδούς.

Μετά την επέμβαση, ακολουθεί στις περισσότερες περιπτώσεις, αναλόγως του τύπου του θυρεοειδικού καρκίνου, η χορήγηση θεραπευτικής δόσης ραδιενεργού ιωδίου, με σκοπό την καταστροφή πιθανής ύπαρξης υπολειμματικών κακοήθων κυττάρων ή/και λεμφαδενικώνμικρομεταστάσεων (που λόγω ότι είναι κύτταρα και όχι μάζα ή κακοήθης ιστός, δε φαίνονται στις προεγχειρητικές απεικονιστικές εξετάσεις ή διεγχειρητικά, ακόμα και αν χειρουργούσαμε με μικροσκόπιο). Η θεραπευτική προσέγγιση του θυρεοειδικού καρκίνου ολοκληρώνεται με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η εξωσωματική ακτινοβολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συμπληρωματική θεραπεία στα αναπλαστικά καρκινώματα, ενώ η χημειοθεραπεία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και μόνο για τα αναπλαστικά, καθώς παρουσιάζει αμφίβολα ή καθόλου αποτελέσματα.

Ο ασθενής, μετά από την επέμβαση και την οποιαδήποτε συμπληρωματική θεραπεία στην οποία υποβληθεί, τίθεται σε τακτική παρακολούθηση από τη θεράπουσα ενδοκρινολογική ομάδα για την έγκαιρη διαπίστωση πιθανής υποτροπής. Όπως αναφέρθηκε και αρχικά, εφόσον ακολουθηθεί το σωστό θεραπευτικό πρωτόκολλο και η επέμβαση διενεργηθεί από εξειδικευμένο χειρουργό στην Ογκολογική Χειρουργική των Ενδοκρινών Αδένων, η πρόγνωση είναι στη μέγιστη πλειοψηφία των περιπτώσεων άριστη και το αποτέλεσμα η ίαση του θυρεοειδούς καρκίνου.