Διαβητολογικό

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Διαβητολογικό τμήμα αποτελεί πλήρως αναπτυγμένη και εξοπλισμένη μονάδα για την αντιμετώπιση διαβητικών ατόμων.

Λειτουργεί με εξειδικευμένο και άριστα καταρτισμένο προσωπικό προκειμένου να γίνεται αποτελεσματική αντιμετώπιση του διαβήτη καθώς και των επιπλοκών του.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Κορυφαίοι διαβητολόγοι του Ομίλου καλύπτουν τις ανάγκες τόσο των νοσηλευόμενων διαβητικών ατόμων όσο και την παρακολούθησή τους επί εξωτερικής βάσης. Μέλημά των  διαβητολόγων του Ομίλου είναι η σωστή θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ενώ δίδεται η δέουσα προσοχή προκειμένου να προλαμβάνονται ή/ και να αντιμετωπίζονται οι επιπλοκές του διαβήτη.

Οι Κλινικές του Ομίλου στελεχώνονται από έμπειρους, εξειδικευμένους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τη γένεση, την ανάπτυξη καθώς και τις επιπλοκές της πάθησης. Οι διαβητολόγοι συνεργάζονται κατά περίπτωση με αγγειοχειρουργούς, λοιμωξιολόγους, ορθοπαιδικούς, δερματολόγους, ψυχολόγους, παιδοενδοκρινολόγους και άλλες ειδικότητες με σκοπό την καλύτερη φροντίδα του διαβητικού ασθενούς.

Μεγάλη εξειδίκευση παρουσιάζεται στην αντιμετώπιση του «διαβητικού ποδιού» και πιο συγκεκριμένα στη διάγνωση της περιφερικής Διαβητικής νευροπάθειας και τον εντοπισμό του «ποδιού σε κίνδυνο».

Πλήθος κλινικών μελετών με επίκεντρο το διαβήτη πραγματοποιούνται στις κλινικές του Ομίλου, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην ανάπτυξη της ιατρικής έρευνας και επιστήμης.

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία χρόνια πάθηση, η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, λιπών και πρωτεϊνών. Η κύρια και κοινή διαταραχή σε όλες τις μορφές διαβήτη είναι η υπεργλυκαιμία, δηλαδή οι αυξημένες τιμές σακχάρου στο αίμα.

Διακρίνεται στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, στο διαβήτη κυήσεως και σε άλλους ειδικούς, σπάνιους τύπους.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι οφείλεται στην καταστροφή των Β κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες παράγουν την ορμόνη ινσουλίνη. Έτσι, σε αυτόν τον τύπο σακχαρώδη διαβήτη παρατηρείται απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης και για τη θεραπεία αυτού είναι απαραίτητη η εξωγενής χορήγησης ινσουλίνης.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ οφείλεται σε συνδυασμό διαταραχής της έκκρισης αλλά και της δράσης της ινσουλίνης (αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη).

Περισσότερα από 350 εκατομμύρια άτομα, πάσχουν σήμερα από σακχαρώδη διαβήτη παγκοσμίως, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι αδιάγνωστοι.

Παράγοντες κινδύνου σακχαρώδη διαβήτη

Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη είναι η παχυσαρκία, η απουσία άσκησης, η κληρονομικότητα, οι γυναίκες με ιστορικό γέννησης υπέρβαρου τέκνου ή που πάσχουν από το σύνδρομο των πολυκυστικω?ν ωοθηκών, η υπέρταση, το ιστορικό καρδιαγγειακού επεισοδίου και άλλοι.

Γιατί είναι σημαντικό να ρυθμίζουμε τις τιμές σακχάρου;

Σημαντικό βήμα στη θεραπεία και στη ρύθμιση των σακχάρων αίματος αποτελεί η σωστή εκπαίδευση των διαβητικών ασθενών, προκειμένου να τηρηθούν κατ΄ αρχήν οι υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες που θα δοθούν από τον ειδικό ιατρό.

Η καλή ρύθμιση των σακχάρων αίματος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της εμφάνισης των επιπλοκών του σακχαρώδη διαβήτη.

Διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη

Η διάγνωση του διαβητικού ασθενούς γίνεται με τη μέτρηση του πρωινού σακχάρου αίματος ή των τιμών σακχάρων κατά τη διάρκεια της καμπύλης γλυκόζης.

Στη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη χρησιμοποιείται, επίσης, η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), η οποία αντανακλά το μέσο όρο των σακχάρων του τελευταίου τριμήνου.

Τί είναι ο προδιαβήτης;

Προδιαβητικά ονομάζονται τα άτομα που έχουν τιμές σακχάρου υψηλότερες των φυσιολογικών, όχι, όμως, τόσο υψηλές για να χαρακτηριστούν διαβητικοί.

Χρησιμοποιούμε τον όρο «προδιαβήτη» για να υποδείξουμε το σχετικά υψηλό κίνδυνο για μελλοντική ανάπτυξη διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου.

Ποιά άτομα πρέπει να ελέγχονται για σακχαρώδη διαβήτη;

Άτομα ασυμπτωματικά, μη παχύσαρκα και χωρίς παράγοντες κινδύνου οφείλουν να ελεγχθούν για σακχαρώδη διαβήτη στην ηλικία των 45 χρόνων.

Νωρίτερα οφείλουν να ελέγχονται τα άτομα που είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα και έχουν κάποιο επιπλέον παράγοντα κινδύνου, όπως έλλειψη άσκησης, συγγενείς πρώτου βαθμού με διαγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη, ή πάσχουν από υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή καρδιαγγειακή νόσο.

Επίσης, πρέπει να ελέγχονται τακτικά οι υπέρβαρες/παχύσαρκες μητέρες που είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη κυήσεως ή έχουν γεννήσει υπέρβαρα νεογνά.

Πρόληψη σακχαρώδους διαβήτη

Τα άτομα με προδιαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται για την ανάπτυξη διαβήτη από τους ειδικούς τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Η αλλαγή στον τρόπο ζωής μπορεί να μειώσει το ποσοστό εξέλιξης σε σακχαρώδη διαβήτη και μάλιστα είναι πιο αποτελεσματική ακόμα και από τη χορήγηση αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Οι ασθενείς με προδιαβήτη θα πρέπει να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες που θα λάβουν από τον ιατρό τους με στόχο την απώλεια βάρους και την αύξηση της σωματικής τους δραστηριότητας.

Γενικά, συνιστάται ήπιας-μέτριας έντασης άσκηση για τουλάχιστον 150 λεπτά εβδομαδιαίως.

Το σχετικά γρήγορο βάδισμα για μόλις 30 λεπτά την ημέρα καλύπτει τις ανάγκες για σωματική άσκηση του προδιαβητικού.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπίζονται και άλλοι συνυπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία.

Θεραπευτικοί στόχοι σακχαρώδους διαβήτη

Οι τιμές της γλυκόζης νηστείας πρέπει να είναι μεταξύ 70 και 130mg/dl, ενώ σημαντική είναι και η ρύθμιση των μεταγευματικών σακχάρων (η μέτρηση αυτών γίνεται δύο ώρες μετά τα γεύματα).

Οι στόχοι, όμως, πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τον διαβητικό ασθενή και ανάλογα με άλλους παράγοντες, όπως η διάρκεια του σακχαρώδη διαβήτη, η ηλικία, το προσδόκιμο επιβίωσης του ασθενούς και άλλους.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ικανότητα του διαβητικού ασθενούς να αντιληφθεί τις υπογλυκαιμίες.

Η ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία, δηλαδή όταν ο ίδιος ο διαβητικός ασθενής δεν αντιλαμβάνεται τις χαμηλές τιμές σακχάρου, αποτελεί σημαντικό περιοριστικό παράγοντα για τη ρύθμιση των σακχάρων και στους ασθενείς αυτούς οι θεραπευτικοί μας στόχοι είναι συνήθως λιγότερο αυστηροί.

Ταυτόχρονα με τη ρύθμιση των σακχάρων αίματος οφείλουμε να δώσουμε μεγάλη προσοχή και σε άλλες συνυπάρχουσες διαταραχές, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία.

Αντιμετώπιση σακχαρώδους διαβήτη

Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα στη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη είναι η δίαιτα και η άσκηση. Ακόμα και όταν είναι απαραίτητη η προσθήκη φαρμακευτικής αγωγής, δεν πρέπει ποτέ να παραλείπουμε τις υγειινοδιαιτητικές οδηγίες.

Εξάλλου, δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμα και μικρή απώλεια βάρους σε συνδυασμό με άσκηση επαρκούν για τη ρύθμιση των σακχάρων σε άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ.

Κι ενώ στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι είναι απαραίτητη η χορήγηση ινσουλίνης, η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής στους ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ γίνεται με αντιδιαβητικά δισκία.

Έτσι, όταν η αλλαγή στον τρόπο ζωής (δίαιτα και άσκηση) δεν επαρκεί, γίνεται σταδιακή προσθήκη αντιδιαβητικών δισκίων μέχρι να επιτευχθούν οι γλυκαιμικοί στόχοι.

Η χορήγηση ινσουλίνης στους πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ είναι απαραίτητη όταν οι τιμές σακχάρου εξακολουθούν να είναι υψηλές παρά τις διατροφικές οδηγίες και τη λήψη αντιδιαβητικών δισκίων.

Η συνήθης πρακτική περιλαμβάνει τη διατήρηση των αντιδιαβητικών δισκίων και την προσθήκη σε αυτά μίας δόσης ινσουλίνης (χορήγηση βασικής ινσουλίνης).

Καθώς αυξάνεται η διάρκεια του διαβήτη και μειώνεται η ικανότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος να εκκρίνουν ινσουλίνη, είναι δυνατόν να απαιτηθούν πολλαπλές ενέσεις ινσουλίνης για τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας.

Χρόνιες επιπλοκές σακχαρώδη διαβήτη

Οι χρόνιες επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη μπορούν να μειωθούν μέσω της καλής ρύθμισης των σακχάρων αίματος.

Τα όργανα στόχοι που προσβάλλονται από το σακχαρώδη διαβήτη είναι οι οφθαλμοί, οι νεφροί, το νευρικό σύστημα και τα αγγεία της καρδιάς, του εγκεφάλου και των περιφερικών αρτηριών.

Όσον αφορά στους οφθαλμούς, η λεγόμενη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η βλάβη των μικρών αγγείων των οφθαλμών και χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε τύφλωση.

Ο έλεγχος σε οφθαλμίατρο για διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια οφείλει να αρχίζει νωρίς, με τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη, και πολύ πριν ο ασθενής αποκτήσει συμπτώματα. Πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Η προσβολή των νεφρών ονομάζεται διαβητική νεφροπάθεια και είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες αιμοκάθαρσης παγκοσμίως. Η διαβητική νεφροπάθεια είναι ασυμπτωματική στα αρχικά στάδια της νόσου και για το λόγο αυτό οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε τουλάχιστον ετήσια εξέταση των ούρων για απέκκριση λευκώματος.

Η διαβητική νευροπάθεια διακρίνεται σε:

  • περιφερική διαβητική νευροπάθεια, η οποία εκδηλώνεται συνήθως με συμπτώματα από τα κάτω άκρα, όπως αιμωδίες, άλγος, αίσθημα καύσους και άλλα, και στη
  • διαβητική νευροπάθεια του αυτονόμου νευρικού συστήματος, στην οποία μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα από το στομάχι (γαστροπάρεση), διαταραχή της ούρησης και των κενώσεων (διάρροιες ή δυσκοιλιότητα), ορθοστατική υπόταση, στυτική δυσλειτουργία και άλλα.

Η προσβολή των μεγάλων αγγείων αφορά κυρίως στα στεφανιαία αγγεία της καρδιάς, στις καρωτίδες, και στα αγγεία των κάτω άκρων, γνωστή και ως μακροαγγειοπάθεια, και μπορεί να εκδηλωθεί ως στηθάγχη ή ακόμα και οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικά επεισόδια ή διαλείπουσα χωλότητα (άλγος στα κάτω άκρα κατά τη βάδιση).

Τέλος, το «διαβόητο» διαβητικό πόδι οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια ή/και περιφερική αρτηριοπάθεια ενώ πολλές φορές συνυπάρχει κάποιος τραυματισμός του ποδιού που δεν έγινε αντιληπτός, αφού μέσω της περιφερικής νευροπάθειας καταργείται/μειώνεται η αίσθηση του πόνου στους διαβητικούς ασθενείς αυτούς και εάν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε ακρωτηριασμό.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Κυήσεως αποτελεί μία ξεχωριστή μορφή σακχαρώδη διαβήτη, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα σακχάρου, τα οποία ανιχνεύονται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η επίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως αυξάνεται συνεχώς παγκοσμίως αναλογικά και με την αύξηση της παχυσαρκίας, τη μείωση της φυσικής δραστηριότητας και την αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης.

Η παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος μεγαλύτερος των 30kg/m2), η μεγάλη ηλικία τεκνοποίησης, η ύπαρξη κληρονομικού ιστορικού σακχαρώδη διαβήτη σε συγγενή πρώτου βαθμού, ή σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως σε προηγούμενη εγκυμοσύνη αποτελούν παράγοντες αυξημένου κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως.

Οι κυήσεις που περιπλέκονται με σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά επιπλοκών στη μητέρα και στο παιδί.

Τα έμβρυα εμφανίζουν μεταξύ άλλων αυξημένο κίνδυνο μακροσωμίας (βάρος κυήματος μεγαλύτερου εκείνου που αντιστοιχεί στην ηλικία κύησης), περιγεννητικούς κινδύνους (τραύμα κατά τη γέννηση, δυστοκία των ώμων), αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικής θνησιμότητας και αποβολών, νεογνική υπογλυκαιμία, υπερχολερυθριναιμία, πολυδράμνιο και προβλήματα από το αναπνευστικό. Αυξάνεται η πιθανότητα καισαρικής τομής και προεκλαμψίας.

Οι γυναίκες με ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως έχουν, επίσης, αυξημένο κίνδυνονα αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στο μέλλον, ενώ και τα παιδιά των διαβητικών μητέρων έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη στο μέλλον.

Μετά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως, καθίσταται απαραίτητη η στενή συνεργασία της εγκύου με το γυναικολόγο και το διαβητολόγο με στόχο την επίτευξη και τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας (φυσιολογικών τιμών σακχάρων προ και μετ των γευμάτων) σε όλη τη διάρκεια της κύησης και τον τοκετό, για να προληφθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις στο έμβρυο.

Η παρακολούθηση των διαβητικών εγκύων οφείλει να είναι συχνή (κάθε 1-2 εβδομάδες).

Σε περιπτώσεις Σακχαρώδους Διαβήτη Κυήσεως η αρχική προσέγγιση περιλαμβάνει τη διαιτητική παρέμβαση με τη χορήγηση διαιτολογίου (3 γεύματα και 3 γευματίδια και αποφυγή ευαπορρόφητων υδατανθράκων), την καθημερινή ήπια άσκηση (εφόσον αυτό είναι επιτρεπτό) και τη καθημερινή αυτόμετρηση των τιμών σακχάρου.

Εάν δεν επιτευχθούν οι στόχοι, τότε πάντα σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα, γίνεται έναρξη χορήγησης ινσουλίνης, η οποία αποτελεί ασφαλή θεραπεία για τη μητέρα και το έμβρυο.

Η θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως μειώνει τις μητρικές και νεογνικές επιπλοκές αλλά και τις επιπτώσεις στους απογόνους. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η στενή παρακολούθηση και η ορθή θεραπεία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την καλή έκβαση της εγκυμοσύνης.

Μετά το πέρας της κυήσεως, είναι απαραίτητος ο επανέλεγχος με παρακολούθηση των σακχάρων αίματος για τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό και κατόπιν επανελέγχου στους 3 μήνες καθώς και ετησίως.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Το Διαβητολογικό τμήμα απαρτίζεται από ιατρούς υψηλής επιστημονικής κατάρτισης, έχοντας εκπαιδευτεί σε χώρες του εξωτερικού αλλά και έχοντας επενδύσει πολλά έτη στην έρευνα της παθοφυσιολογίας αλλά και της θεραπείας του σακχαρώδη διαβήτη.

Είναι αναγνωρισμένοι ως πρωτοπόροι στον τομέα τους, έχοντας συνεχείς επιστημονικές ανησυχίες αλλά και παρακολουθώντας συστηματικά τις νέες εξελίξεις στο χώρο του σακχαρώδη διαβήτη και της παχυσαρκίας στα διεθνή επιστημονικά συνέδρια.

Το Διαβητολογικό τμήμα είναι στελεχωμένο από εξειδικευμένους ιατρούς, οι οποίοι καλύπτουν επί 24ώρου βάσεως τις ανάγκες τόσο των νοσηλευόμενων ασθενών όσο και την παρακολούθησή τους επί εξωτερικής βάσης.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Διαβητολογικό τμήμα αποτελεί πλήρως αναπτυγμένη και εξοπλισμένη μονάδα για την αντιμετώπιση διαβητικών ατόμων.

Το Διαβητολογικό τμήμα λειτουργεί με εξειδικευμένο και άριστα καταρτισμένο προσωπικό προκειμένου να γίνεται αποτελεσματική αντιμετώπιση του διαβήτη καθώς και των επιπλοκών του.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Κορυφαίοι Διαβητολόγοι του Ομίλου καλύπτουν τις ανάγκες τόσο των νοσηλευόμενων διαβητικών ατόμων όσο και την παρακολούθησή τους επί εξωτερικής βάσης. Μέλημά των  Διαβητολόγων του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών είναι η σωστή θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ενώ δίδεται η δέουσα προσοχή προκειμένου να προλαμβάνονται ή/ και να αντιμετωπίζονται οι επιπλοκές του διαβήτη.

Στελεχώνεται από έμπειρους, εξειδικευμένους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τη γένεση, την ανάπτυξη καθώς και τις επιπλοκές της πάθησης. Οι διαβητολόγοι συνεργάζονται κατά περίπτωση με αγγειοχειρουργούς, λοιμωξιολόγους, ορθοπαιδικούς, δερματολόγους, ψυχολόγους, παιδοενδοκρινολόγους και άλλες ειδικότητες με σκοπό την καλύτερη φροντίδα του διαβητικού ασθενούς.

Μεγάλη εξειδίκευση παρουσιάζεται στην αντιμετώπιση του «διαβητικού ποδιού» και πιο συγκεκριμένα στη διάγνωση της περιφερικής Διαβητικής νευροπάθειας και τον εντοπισμό του «ποδιού σε κίνδυνο».

Λειτουργεί, παράλληλα, και εξειδικευμένη, πιστοποιημένη από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Παχυσαρκίας EASO Αccredited Collaborating Centre for Obesity Management (COM),  Μονάδα Παχυσαρκίας για την αντιμετώπιση καταστάσεων που χρήζουν ιατρικής φροντίδας.

Επιπλέον, στο ειδικό Ιατρείο Διαβητικών Εγκύων του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών αντιμετωπίζεται εντατικά και με ιδιαίτερη προσοχή η ειδική αυτή ομάδα των διαβητικών ασθενών.

Πλήθος κλινικών μελετών με επίκεντρο το Διαβήτη πραγματοποιούνται στις κλινικές του Ομίλου, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην ανάπτυξη της ιατρικής έρευνας και επιστήμης.

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία χρόνια πάθηση, η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, λιπών και πρωτεϊνών. Η κύρια και κοινή διαταραχή σε όλες τις μορφές διαβήτη είναι η υπεργλυκαιμία, δηλαδή οι αυξημένες τιμές σακχάρου στο αίμα.

Διακρίνεται στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, στο διαβήτη κυήσεως και σε άλλους ειδικούς, σπάνιους τύπους.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι οφείλεται στην καταστροφή των Β κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες παράγουν την ορμόνη ινσουλίνη. Έτσι, σε αυτόν τον τύπο σακχαρώδη διαβήτη παρατηρείται απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης και για τη θεραπεία αυτού είναι απαραίτητη η εξωγενής χορήγησης ινσουλίνης.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ οφείλεται σε συνδυασμό διαταραχής της έκκρισης αλλά και της δράσης της ινσουλίνης (αντίσταση των ιστών στην ινσουλίνη).

Περισσότερα από 350 εκατομμύρια άτομα, πάσχουν σήμερα από σακχαρώδη διαβήτη παγκοσμίως, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι αδιάγνωστοι.

Παράγοντες κινδύνου σακχαρώδη διαβήτη

Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη είναι η παχυσαρκία, η απουσία άσκησης, η κληρονομικότητα, οι γυναίκες με ιστορικό γέννησης υπέρβαρου τέκνου ή που πάσχουν από το σύνδρομο των πολυκυστικω?ν ωοθηκών, η υπέρταση, το ιστορικό καρδιαγγειακού επεισοδίου και άλλοι.

Γιατί είναι σημαντικό να ρυθμίζουμε τις τιμές σακχάρου;

Σημαντικό βήμα στη θεραπεία και στη ρύθμιση των σακχάρων αίματος αποτελεί η σωστή εκπαίδευση των διαβητικών ασθενών, προκειμένου να τηρηθούν κατ΄ αρχήν οι υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες που θα δοθούν από τον ειδικό ιατρό.

Η καλή ρύθμιση των σακχάρων αίματος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της εμφάνισης των επιπλοκών του σακχαρώδη διαβήτη.

Διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη

Η διάγνωση του διαβητικού ασθενούς γίνεται με τη μέτρηση του πρωινού σακχάρου αίματος ή των τιμών σακχάρων κατά τη διάρκεια της καμπύλης γλυκόζης.

Στη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη χρησιμοποιείται, επίσης, η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), η οποία αντανακλά το μέσο όρο των σακχάρων του τελευταίου τριμήνου.

Τί είναι ο προδιαβήτης;

Προδιαβητικά ονομάζονται τα άτομα που έχουν τιμές σακχάρου υψηλότερες των φυσιολογικών, όχι, όμως, τόσο υψηλές για να χαρακτηριστούν διαβητικοί.

Χρησιμοποιούμε τον όρο «προδιαβήτη» για να υποδείξουμε το σχετικά υψηλό κίνδυνο για μελλοντική ανάπτυξη διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου.

Ποιά άτομα πρέπει να ελέγχονται για σακχαρώδη διαβήτη;

Άτομα ασυμπτωματικά, μη παχύσαρκα και χωρίς παράγοντες κινδύνου οφείλουν να ελεγχθούν για σακχαρώδη διαβήτη στην ηλικία των 45 χρόνων.

Νωρίτερα οφείλουν να ελέγχονται τα άτομα που είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα και έχουν κάποιο επιπλέον παράγοντα κινδύνου, όπως έλλειψη άσκησης, συγγενείς πρώτου βαθμού με διαγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη, ή πάσχουν από υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή καρδιαγγειακή νόσο.

Επίσης, πρέπει να ελέγχονται τακτικά οι υπέρβαρες/παχύσαρκες μητέρες που είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη κυήσεως ή έχουν γεννήσει υπέρβαρα νεογνά.

Πρόληψη σακχαρώδους διαβήτη

Τα άτομα με προδιαβήτη πρέπει να παρακολουθούνται για την ανάπτυξη διαβήτη από τους ειδικούς τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Η αλλαγή στον τρόπο ζωής μπορεί να μειώσει το ποσοστό εξέλιξης σε σακχαρώδη διαβήτη και μάλιστα είναι πιο αποτελεσματική ακόμα και από τη χορήγηση αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Οι ασθενείς με προδιαβήτη θα πρέπει να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες που θα λάβουν από τον ιατρό τους με στόχο την απώλεια βάρους και την αύξηση της σωματικής τους δραστηριότητας.

Γενικά, συνιστάται ήπιας-μέτριας έντασης άσκηση για τουλάχιστον 150 λεπτά εβδομαδιαίως.

Το σχετικά γρήγορο βάδισμα για μόλις 30 λεπτά την ημέρα καλύπτει τις ανάγκες για σωματική άσκηση του προδιαβητικού.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιμετωπίζονται και άλλοι συνυπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία.

Θεραπευτικοί στόχοι σακχαρώδους διαβήτη

Οι τιμές της γλυκόζης νηστείας πρέπει να είναι μεταξύ 70 και 130mg/dl, ενώ σημαντική είναι και η ρύθμιση των μεταγευματικών σακχάρων (η μέτρηση αυτών γίνεται δύο ώρες μετά τα γεύματα).

Οι στόχοι, όμως, πρέπει να εξατομικεύονται ανάλογα με τον διαβητικό ασθενή και ανάλογα με άλλους παράγοντες, όπως η διάρκεια του σακχαρώδη διαβήτη, η ηλικία, το προσδόκιμο επιβίωσης του ασθενούς και άλλους.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ικανότητα του διαβητικού ασθενούς να αντιληφθεί τις υπογλυκαιμίες.

Η ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία, δηλαδή όταν ο ίδιος ο διαβητικός ασθενής δεν αντιλαμβάνεται τις χαμηλές τιμές σακχάρου, αποτελεί σημαντικό περιοριστικό παράγοντα για τη ρύθμιση των σακχάρων και στους ασθενείς αυτούς οι θεραπευτικοί μας στόχοι είναι συνήθως λιγότερο αυστηροί.

Ταυτόχρονα με τη ρύθμιση των σακχάρων αίματος οφείλουμε να δώσουμε μεγάλη προσοχή και σε άλλες συνυπάρχουσες διαταραχές, όπως η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία.

Αντιμετώπιση σακχαρώδους διαβήτη

Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα στη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη είναι η δίαιτα και η άσκηση. Ακόμα και όταν είναι απαραίτητη η προσθήκη φαρμακευτικής αγωγής, δεν πρέπει ποτέ να παραλείπουμε τις υγειινοδιαιτητικές οδηγίες.

Εξάλλου, δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμα και μικρή απώλεια βάρους σε συνδυασμό με άσκηση επαρκούν για τη ρύθμιση των σακχάρων σε άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ.

Κι ενώ στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι είναι απαραίτητη η χορήγηση ινσουλίνης, η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής στους ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ γίνεται με αντιδιαβητικά δισκία.

Έτσι, όταν η αλλαγή στον τρόπο ζωής (δίαιτα και άσκηση) δεν επαρκεί, γίνεται σταδιακή προσθήκη αντιδιαβητικών δισκίων μέχρι να επιτευχθούν οι γλυκαιμικοί στόχοι.

Η χορήγηση ινσουλίνης στους πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ είναι απαραίτητη όταν οι τιμές σακχάρου εξακολουθούν να είναι υψηλές παρά τις διατροφικές οδηγίες και τη λήψη αντιδιαβητικών δισκίων.

Η συνήθης πρακτική περιλαμβάνει τη διατήρηση των αντιδιαβητικών δισκίων και την προσθήκη σε αυτά μίας δόσης ινσουλίνης (χορήγηση βασικής ινσουλίνης).

Καθώς αυξάνεται η διάρκεια του διαβήτη και μειώνεται η ικανότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος να εκκρίνουν ινσουλίνη, είναι δυνατόν να απαιτηθούν πολλαπλές ενέσεις ινσουλίνης για τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας.

Χρόνιες επιπλοκές σακχαρώδη διαβήτη

Οι χρόνιες επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη μπορούν να μειωθούν μέσω της καλής ρύθμισης των σακχάρων αίματος.

Τα όργανα στόχοι που προσβάλλονται από το σακχαρώδη διαβήτη είναι οι οφθαλμοί, οι νεφροί, το νευρικό σύστημα και τα αγγεία της καρδιάς, του εγκεφάλου και των περιφερικών αρτηριών.

Όσον αφορά στους οφθαλμούς, η λεγόμενη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι η βλάβη των μικρών αγγείων των οφθαλμών και χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε τύφλωση.

Ο έλεγχος σε οφθαλμίατρο για διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια οφείλει να αρχίζει νωρίς, με τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη, και πολύ πριν ο ασθενής αποκτήσει συμπτώματα. Πρέπει να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο.

Η προσβολή των νεφρών ονομάζεται διαβητική νεφροπάθεια και είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες αιμοκάθαρσης παγκοσμίως. Η διαβητική νεφροπάθεια είναι ασυμπτωματική στα αρχικά στάδια της νόσου και για το λόγο αυτό οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε τουλάχιστον ετήσια εξέταση των ούρων για απέκκριση λευκώματος.

Η διαβητική νευροπάθεια διακρίνεται σε:

  • περιφερική διαβητική νευροπάθεια, η οποία εκδηλώνεται συνήθως με συμπτώματα από τα κάτω άκρα, όπως αιμωδίες, άλγος, αίσθημα καύσους και άλλα, και στη
  • διαβητική νευροπάθεια του αυτονόμου νευρικού συστήματος, στην οποία μπορεί να παρατηρηθούν συμπτώματα από το στομάχι (γαστροπάρεση), διαταραχή της ούρησης και των κενώσεων (διάρροιες ή δυσκοιλιότητα), ορθοστατική υπόταση, στυτική δυσλειτουργία και άλλα.

Η προσβολή των μεγάλων αγγείων αφορά κυρίως στα στεφανιαία αγγεία της καρδιάς, στις καρωτίδες, και στα αγγεία των κάτω άκρων, γνωστή και ως μακροαγγειοπάθεια, και μπορεί να εκδηλωθεί ως στηθάγχη ή ακόμα και οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικά επεισόδια ή διαλείπουσα χωλότητα (άλγος στα κάτω άκρα κατά τη βάδιση).

Τέλος, το «διαβόητο» διαβητικό πόδι οφείλεται στην περιφερική νευροπάθεια ή/και περιφερική αρτηριοπάθεια ενώ πολλές φορές συνυπάρχει κάποιος τραυματισμός του ποδιού που δεν έγινε αντιληπτός, αφού μέσω της περιφερικής νευροπάθειας καταργείται/μειώνεται η αίσθηση του πόνου στους διαβητικούς ασθενείς αυτούς και εάν δεν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε ακρωτηριασμό.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Κυήσεως αποτελεί μία ξεχωριστή μορφή σακχαρώδη διαβήτη, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα σακχάρου, τα οποία ανιχνεύονται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η επίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως αυξάνεται συνεχώς παγκοσμίως αναλογικά και με την αύξηση της παχυσαρκίας, τη μείωση της φυσικής δραστηριότητας και την αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης.

Η παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος μεγαλύτερος των 30kg/m2), η μεγάλη ηλικία τεκνοποίησης, η ύπαρξη κληρονομικού ιστορικού σακχαρώδη διαβήτη σε συγγενή πρώτου βαθμού, ή σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως σε προηγούμενη εγκυμοσύνη αποτελούν παράγοντες αυξημένου κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως.

Οι κυήσεις που περιπλέκονται με σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά επιπλοκών στη μητέρα και στο παιδί.

Τα έμβρυα εμφανίζουν μεταξύ άλλων αυξημένο κίνδυνο μακροσωμίας (βάρος κυήματος μεγαλύτερου εκείνου που αντιστοιχεί στην ηλικία κύησης), περιγεννητικούς κινδύνους (τραύμα κατά τη γέννηση, δυστοκία των ώμων), αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικής θνησιμότητας και αποβολών, νεογνική υπογλυκαιμία, υπερχολερυθριναιμία, πολυδράμνιο και προβλήματα από το αναπνευστικό. Αυξάνεται η πιθανότητα καισαρικής τομής και προεκλαμψίας.

Οι γυναίκες με ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως έχουν, επίσης, αυξημένο κίνδυνονα αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στο μέλλον, ενώ και τα παιδιά των διαβητικών μητέρων έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη στο μέλλον.

Μετά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως, καθίσταται απαραίτητη η στενή συνεργασία της εγκύου με το γυναικολόγο και το διαβητολόγο με στόχο την επίτευξη και τη διατήρηση της ευγλυκαιμίας (φυσιολογικών τιμών σακχάρων προ και μετ των γευμάτων) σε όλη τη διάρκεια της κύησης και τον τοκετό, για να προληφθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις στο έμβρυο.

Η παρακολούθηση των διαβητικών εγκύων οφείλει να είναι συχνή (κάθε 1-2 εβδομάδες).

Σε περιπτώσεις Σακχαρώδους Διαβήτη Κυήσεως η αρχική προσέγγιση περιλαμβάνει τη διαιτητική παρέμβαση με τη χορήγηση διαιτολογίου (3 γεύματα και 3 γευματίδια και αποφυγή ευαπορρόφητων υδατανθράκων), την καθημερινή ήπια άσκηση (εφόσον αυτό είναι επιτρεπτό) και τη καθημερινή αυτόμετρηση των τιμών σακχάρου.

Εάν δεν επιτευχθούν οι στόχοι, τότε πάντα σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα, γίνεται έναρξη χορήγησης ινσουλίνης, η οποία αποτελεί ασφαλή θεραπεία για τη μητέρα και το έμβρυο.

Η θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη κυήσεως μειώνει τις μητρικές και νεογνικές επιπλοκές αλλά και τις επιπτώσεις στους απογόνους. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η στενή παρακολούθηση και η ορθή θεραπεία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την καλή έκβαση της εγκυμοσύνης.

Μετά το πέρας της κυήσεως, είναι απαραίτητος ο επανέλεγχος με παρακολούθηση των σακχάρων αίματος για τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό και κατόπιν επανελέγχου στους 3 μήνες καθώς και ετησίως.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Το Διαβητολογικό τμήμα απαρτίζεται από ιατρούς υψηλής επιστημονικής κατάρτισης, έχοντας εκπαιδευτεί σε χώρες του εξωτερικού αλλά και έχοντας επενδύσει πολλά έτη στην έρευνα της παθοφυσιολογίας αλλά και της θεραπείας του σακχαρώδη διαβήτη.

Είναι αναγνωρισμένοι ως πρωτοπόροι στον τομέα τους, έχοντας συνεχείς επιστημονικές ανησυχίες αλλά και παρακολουθώντας συστηματικά τις νέες εξελίξεις στο χώρο του σακχαρώδη διαβήτη και της παχυσαρκίας στα διεθνή επιστημονικά συνέδρια.

Το Διαβητολογικό τμήμα είναι στελεχωμένο από εξειδικευμένους ιατρούς, οι οποίοι καλύπτουν επί 24ώρου βάσεως τις ανάγκες τόσο των νοσηλευόμενων ασθενών όσο και την παρακολούθησή τους επί εξωτερικής βάσης.