Πόνου και Παρηγορικής Αγωγής Ιατρείο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το Ιατρείο Πόνου και Παρηγορικής Αγωγής εξειδικεύεται στην εφαρμογή επεμβατικών τεχνικών αντιμετώπισης του χρόνιου πόνου και εφαρμόζει όλες τις σύγχρονες φαρμακευτικές και παρεμβατικές τεχνικές με εξειδικευμένους νευροχειρουργούς και αναισθησιολόγους.

Οι παρεμβατικές τεχνικές πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα διεθνή πρωτόκολλα σε χειρουργικό περιβάλλον, όπου οι συνθήκες αντισηψίας είναι αυστηρά ελεγχόμενες και τηρούνται όλες οι προδιαγραφές ασφαλείας για τον ασθενή.

Οι ιατροί του Τμήματος έχουν άριστη γνώση των φαρμακευτικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πόνου, των παρενεργειών και των αλληλεπιδράσεων τους με άλλες ουσίες, με αποτέλεσμα να διαχειρίζονται με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα τα φάρμακα και τους δυνατούς συνδυασμούς τους, παρέχοντας εξατομικευμένη αγωγή σε κάθε ασθενή.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Ο βασικός σκοπός της λειτουργίας ενός ιατρείου πόνου και παρηγορητικής θεραπείας είναι να προσφέρει ανακούφιση από τον πόνο από όπου και αν προέρχεται. Η ανακούφιση αναφέρεται τόσο στα σωματικά όσο και στα ψυχικά συμπτώματα. Είναι σημαντικό να βρεθεί η αιτία του πόνου και εφόσον γίνει αυτό μετά να ακολουθήσει η προτεινόμενη αγωγή, φαρμακευτική ή παρεμβατική. 

Βασικός κρίκος στο Ιατρείο Πόνου είναι η καλή συνεργασία του ασθενή με τον ιατρό και η επίσης καλή συνεργασία με τους εξειδικευμένους ιατρούς των διαφόρων ειδικοτήτων που θα κληθούν να διερευνήσουν την αιτία του πόνου.

Μερικές από τις παθήσεις που αντιμετωπίζονται στο Ιατρείο Πόνου, είναι:

  • Οσφυαλγία & αυχεναλγία
  • κεφαλαλγία (ημικρανίες, κεφαλαλγία τάσης κ.α.)
  • στένωση σπονδυλικού σωλήνα
  • σύνδρομα αρθρώσεων Facet
  • υμπαθητική δυστροφία
  • μεθερπητική νευραλγία
  • νευραλγία μετά από τραυματισμό
  • άλγος προσώπου
  • χρόνιος μετεγχειρητικός πόνος
  • άτυπα κοιλιακά άλγη
  • πυελικός πόνος
  • στηθάγχη που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση ή με τοποθέτηση stent
  • σπαστικό ραιβόκρανο
  • πόνος κροταφογναθικής άρθρωσης
  • κακώσεις Whiplash (αυχεναλγία μετά από τραυματισμό)
  • καρκινικός πόνος
  • άλλου είδους πόνοι

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

H ινομυαλγία είναι ένα μυοσκελετικό σύνδρομο πόνου που χαρακτηρίζεται από διάχυτο πόνο με ιδιαίτερη ευαισθησία σε 18 συγκεκριμένα ανατομικά σημεία του σώματος, γνωστά ως σημεία ευαισθησίας (tender points).

Τα σημεία ευαισθησίας είναι κατανεμημένα συμμετρικά στην πρόσθια και οπίσθια επιφάνεια του σώματος (αυχένας, τραπεζοειδής-υπερακάνθιος-θωρακικός- μέσος γλουτιαίος μυς, άρθρωση γόνατος-αγκώνα, οσφύ).

H ινομυαλγία είναι μία γενικευμένη διαταραχή και αποτελεί μία εξωαρθρική ρευματική νόσο με κύριο χαρακτηριστικό τη μεγέθυνση του πόνου που επιδεινώνεται με το stress.

Συνδυάζεται με δυσλειτουργία του νευροενδοκρινικού και ανοσοποιητικού συστήματος, σωματική κόπωση, γνωσιακές διαταραχές (μνήμη), διαταραχές ύπνου, κεφαλαλγία, κατάθλιψη, ψυχολογικές διαταραχές και γι' αυτό θεωρείται πλέον όχι ως μεμονωμένη νόσος αλλά ως Σύνδρομο Κεντρικής Ευαισθητοποίησης.

Στα συμπτώματα της ινομυαλγίας συμπεριλαμβάνονται η πρωινή δυσκαμψία, ατονία, κράμπες, μείωση εύρους κινήσεων, ενθεσοπάθεια, ενώ ο πόνος μπορεί να είναι οξύς ή διαξιφιστικός, καθημερινός, παροξυσμικός και να συνυπάρχει με αλλοδυνία, υπεραλγησία, αιμωδίες.

Η ινομυαλγία συνυπάρχει συνήθως και με άλλες παθήσεις όπως ευερέθιστο έντερο, διαταραχές ούρησης, κυστίτιδα, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, δυσλειτουργία κροταφογναθικής άρθρωσης.

H ινομυαλγία είναι αγνώστου αιτιολογίας. Ενοχοποιούνται γενετικοί, περιβαλλοντικοί, ψυχολογικοί παράγοντες ενώ το μετατραυματικό στρες πιθανότατα συμβάλλει στην εμφάνιση της. Είναι συχνότερη σε γυναίκες και συνδέεται με δυσλειτουργία νευροδιαβιβαστών, μειωμένα επίπεδα σεροτονίνης και υψηλότερα επίπεδα του αλγογόνου πεπτιδίου P.

H ινομυαλγία μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής όταν προϋπάρχει ρευματική (ερυθηματώδης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα), φλεγμονώδης ή ενδοκρινική νόσος.

Η διάγνωση της ινομυαλγίας γίνεται με βάση το ιστορικό διάχυτου μυοσκελετικού άλγους που διαρκεί τουλάχιστον τρεις μήνες, αφού έχει αποκλειστεί κάποια υποκείμενη παθολογική αιτία. Η ύπαρξη τουλάχιστον 11 από τα 18 σημεία ευαισθησίας (tender points) προσανατολίζει προς τη διάγνωση της ινομυαλγίας αλλά δεν αποτελεί πλέον απαραίτητο κριτήριο.

Για τον αποκλεισμό άλλων παθολογικών αιτίων διάχυτου μυοσκελετικού άλγους οι εργαστηριακές εξετάσεις που πραγματοποιούνται είναι αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων, ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων, ρευματολογικός έλεγχος (ρευματοειδής παράγοντας, αντιπυρηνικά αντισώματα), θυρεοειδικές ορμόνες.

Η θεραπεία είναι φαρμακευτική με χρήση αναλγητικών (παρακεταμόλη, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη), ήπιων οπιοειδών (τραμαδόλη, οξυκωδόνη, ταπεταντόλη), μυοχαλαρωτικών, αντικαταθλιπτικών (τρικυκλικά, αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης/ σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης) τα οποία αυξάνουν τα επίπεδα σεροτονίνης, αντιεπιληπτικών (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαπεντίνη).

Η εφαρμογή επαναλαμβανόμενων συνεδριών με trigger points έχει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Τελευταία στο κέντρο μας εφαρμόζεται και η Οζονοθεραπεία από την πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια και θεραπεύτρια κ. Βαδαλούκα με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Η ήπια αεροβική άσκηση (κολύμβηση, υδροθεραπεία), ο βελονισμός, η ψυχολογική υποστήριξη, η ψυχοθεραπεία, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, δρουν συμπληρωματικά με τη φαρμακευτική αγωγή με καλά αποτελέσματα.

Ινομυαλγία

Ο καρκινικός πόνος οφείλεται είτε στην ίδια τη νόσο είτε στη θεραπεία που χορηγείται στον ασθενή (χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία). Ο καρκίνος προκαλεί πόνο είτε διηθώντας είτε πιέζοντας κατά την εξάπλωση του όργανα, οστά, στοιχεία του νευρικού ή άλλες δομές του οργανισμού.

Παράλληλα, η χημειοθεραπεία ενοχοποιείται για περιφερική νευροπάθεια και μυϊκό πόνο, η ακτινοθεραπεία για οστεονέκρωση, μυελοπάθεια, νευροπάθεια, νευρική πλεγματοπάθεια και μετακτινική ίνωση, και η ανοσοθεραπεία για πόνο μυών και αρθρώσεων.

 Ο καρκινικός πόνος μπορεί να είναι αλγαισθητικός, νευροπαθητικός ή μεικτός (συνδυασμός και των δύο). Ο αλγαισθητικός διαχωρίζεται σε σωματικό, ο οποίος μπορεί να είναι επιπολής (προσβολή δέρματος) ή εν τω βάθει ( προσβολή μυών, αρθρώσεων, αγγείων, τενόντων) και σε σπλαχνικό.

Ο δερματικός πόνος τις περισσότερες φορές είναι οξύς και εντοπισμένος ενώ ο εν τω βάθει βύθιος και διάχυτος.

Ο σπλαχνικός πόνος είναι διάχυτος και πολύ δύσκολα εντοπιζόμενος, καθώς προβάλλει και σε δερματικές περιοχές (αναφερόμενος πόνος).

Ψυχοσυναισθηματικοί παράγοντες όπως το άγχος, ο φόβος, η κατάθλιψη συντελούν καθοριστικά στη διατήρηση και μεγέθυνση του πόνου.

Η κατηγοριοποίηση του καρκινικού πόνου γίνεται με βάση τη διάρκεια (οξύς-χρόνιος), την ένταση, τους χαρακτήρες του, την παθοφυσιολογία που υποκρύπτει, τον τύπο και τη σταδιοποίηση του καρκίνου.

Ο θεράπων ιατρός εκτός από την λεπτομερή κλινική εξέταση και τη λήψη του ιστορικού θα πρέπει να διαθέτει πρόσφατες αιματολογικές και απεικονιστικές εξετάσεις (μαγνητική ή αξονική τομογραφία, σπινθηρογράφημα οστών,) έτσι ώστε να έχει πλήρη εικόνα της παθογένεσης του καρκινικού πόνου.

Για τη θεραπεία του χρόνιου πόνου χρησιμοποιείται η κλιμακωτή προσέγγιση σε τρία επίπεδα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Στο πρώτο επίπεδο χορηγούνται μη οπιοειδή αναλγητικά (ασπιρίνη, ακετάμινοφαινη, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη) και άλλα συμπληρωματικά φάρμακα όπως αντικαταθλιπτικά (αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, σεροτονίνης-αδρεναλίνης), αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη), κορτικοστερεοειδή, φαινοθειαζίδες, τοπικά αναισθητικα, φάρμακα ειδικά για οστικό πόνο.

Αν ο πόνος επιμένει, η φαρμακευτική αγωγή προχωρά στο δεύτερο επίπεδο, στο οποίο χορηγούνται τα παραπάνω φάρμακα σε συνδυασμό με ήπια οπιοειδή (κωδεΐνη, τραμαδόλη, οξυκωδόνη, ταπεταντόλη).

Σε περίπτωση ανεπαρκούς αναλγησίας η αγωγή προχωρά στο τρίτο επίπεδο και στα μη οπιοιειδή-συμπληρωματικά φάρμακα του πρώτου επιπέδου προστίθενται πιο ισχυρά οπιοειδή (μορφίνη, φεντανύλη, υδρομορφόνη, οξυμορφόνη).

Η μεγάλη επανάσταση που έφερε η εξειδίκευση στη θεραπεία του πόνου είναι ότι έχει πλέον προστεθεί και τέταρτο σκαλοπάτι στην αναθεωρημένη κλίμακα της αντιμετώπισης του καρκινικού πόνου.

Δε νοείται ο ασθενής που πάσχει από καρκινικό πόνο να υποθεραπεύεται και να υποβαθμίζεται η ποιότητα ζωής του.

Έτσι λοιπόν, εάν έπειτα και από το τρίτο σκαλοπάτι θεραπείας ο καρκινικός πόνος επιμένει, ο θεράπων ιατρός οφείλει να εφαρμόσει παρεμβατικές τεχνικές όπως οι νευρικοί ή νευρολυτικοί αποκλεισμοί, ο καυτηριασμός νεύρων, η συνεχής ή κατ' επίκληση χορήγηση οπιοειδών και άλλων παραγόντων υπαραχνοειδώς, επισκληριδίως ή ενδοφλεβίως, με τη βοήθεια αντλιών.

Οι φαρμακευτικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται στις αντλίες είναι συνήθως οπιοειδή (μορφίνη, υδρομορφόνη), τοπικά αναισθητικά, σπασμολυτικοί παράγοντες (βακλοφένη), κλονιδίνη.

Ο θεράπων ιατρός οφείλει να γνωρίζει τις ενδείξεις χορήγησης του κάθε φαρμακευτικού παράγοντα και να καθορίζει το φαρμακευτικό μείγμα, το ρυθμό και την οδό χορήγησης του.

Οι παρεμβατικές τεχνικές του τετάρτου επιπέδου αντιμετώπισης του καρκινικού πόνου εφαρμόζονται με υπευθυνότητα στο Κέντρο Πόνου.

Η μεθερπητική νευραλγία είναι ένα σύνδρομο χρόνιου περιφερικού νευροπαθητικού πόνου και οφείλεται σε νευρική βλάβη που προκαλείται από τον ερπητοϊό-3 (HHV-3), γνωστός και ως ζωστήρας ιός της ανεμοβλογιάς (VZV).

Ο ιός της ανεμοβλογιάς, εφόσον ο ασθενής νοσήσει μία φορά και ιαθεί, παραμένει στα γάγγλια των νεύρων και δύναται να αναζωπυρωθεί. Εκδηλώνεται με φυσαλιδώδες ερυθηματώδες εξάνθημα με έντονο κνησμό και πόνο.

Σε ένα ποσοστό 10-15% των ασθενών με έρπητα ζωστήρα εμφανίζεται ως επιπλοκή η μεθερπητική νευραλγία, δηλαδή πόνος ή ανώμαλες αισθήσεις με δερμοτομιακή κατανομή που επιμένουν 120 ημέρες μετά την υποχώρηση του εξανθήματος.

Σε ποσοστό 9% των ασθενών ο πόνος μπορεί να επιμείνει και πέραν του έτους, περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Οι περιοχές του σώματος όπου συχνότερα εμφανίζεται είναι ο θώρακας, η οσφυοϊερά χώρα, ο αυχένας και η περιοχή κατανομής του τρίδυμου νεύρου.

Επιβαρυντικός παράγοντας για την εμφάνιση του είναι η ηλικία, καθώς 50% των ασθενών άνω των 60 ετών και 70% των ασθενών άνω των 75 ετών εμφανίζουν μεθερπητική νευραλγία.

Αυξημένη επίπτωση της μεθερπητικής νευραλγίας εμφανίζεται επίσης σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα (λήψη κορτικοστερεοειδών, ανοσοκατασταλτικών), σε καρκινοπαθείς και σε άτομα που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

Ο πόνος της μεθερπητικής νευραλγίας εντοπίζεται κυρίως στο δερμοτόμιο που αντιστοιχεί στο προσβεβλημένο γάγγλιο.

Ο πόνος είναι οξύς, καυστικός, διαξιφιστικός, πιεστικός. Η πάσχουσα περιοχή συνήθως παρουσιάζει αλλοδυνία, δηλαδή αυξημένη ευαισθησία ακόμα και σε μη επώδυνο ερέθισμα (χάδι, άγγιγμα), αυξημένη ευαισθησία σε ένα επώδυνο ερέθισμα (υπεραλγησία) καθώς και αυξημένη ευαισθησία στην αφή (υπεραισθησία).

Η διάγνωση της μεθερπητικής νευραλγίας βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό του ασθενούς και στη κλινική εξέταση από το θεράποντα ιατρό.

Η θεραπεία της μεθερπητικής νευραλγίας απαιτεί εμπειρία και εξειδίκευση του θεράποντος γιατρού και περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρεμβατικές τεχνικές.

Οι συχνότερα χρησιμοποιούμενοι φαρμακευτικοί παράγοντες για την αντιμετώπισή της είναι τα αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαπεντίνη), ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη, ταπεταντόλη), αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, αναστολείς απαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης).

Για τη θεραπεία της μεθερπητικής νευραλγίας μπορούν να εφαρμόζονται τοπικά στην επώδυνη περιοχή επιθέματα τοπικού αναισθητικού (λιδοκαΐνη 5%).

Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται με εντυπωσιακά θεραπευτικά αποτελέσματα τα διαδερμικό επίθεμα καψαϊκίνης 8%.

Oι δύσκολες περιπτώσεις μεθερπητικής νευραλγίας αντιμετωπίζονται με νευρικούς αποκλεισμούς (περιφερικούς, κεντρικούς) καθώς και με νευροδιέγερση.

Το μυοπεριτοναϊκό σύνδρομο είναι μία νευρομυϊκή πάθηση που προσβάλλει του μύες και τις περιτονίες.

Αποτελεί ένα περιοχικό σύνδρομο χρόνιου πόνου και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός ή περισσότερων επώδυνων σημείων πυροδότησης (trigger points).

Τα σημεία πυροδότησης διακρίνονται ανάλογα με τη θέση τους σε κύρια και δορυφορικά και ανάλογα με τη συμπτωματολογία που προκαλούν σε ενεργά και λανθάνοντα.

Τα κύρια σημεία πυροδότησης βρίσκονται κεντρικά στην περιοχή της νευρομυϊκής σύναψης (σημείο εισόδου του νεύρου στο μυ), ενώ τα δορυφορικά στις προσφύσεις του μυός (πιο περιφερικά).

Τα ενεργά σημεία πυροδότησης είναι μεν πολύ ευαίσθητα στην πίεση αλλά προκαλούν και αυτόματο μυϊκό πόνο ενώ τα λανθάνοντα προκαλούν πόνο μόνο κατά την ψηλάφηση.

Τα σημεία πυροδότησης εντοπίζονται κατά μήκος μίας τεταμένης μυϊκής δεσμίδας (ψηλαφητά οζίδια), κοντά στο σημείο της νευρομυϊκής σύναψης. Με την εφαρμογή πίεσης πάνω στο σημείο πυροδότησης αναπαράγεται ο πόνος του ασθενούς ενώ επίσης προκαλείται σύσπαση της τεταμένης μυϊκής δεσμίδας και αντανακλαστικός (αναφερόμενος) πόνος σε γειτονική περιοχή.

Το μυοπεριτοναϊκό σύνδρομο μπορεί να προσβάλλει διακριτές, μεμονωμένες μυϊκές ομάδες σε πολλαπλές και διαφορετικές ανατομικές περιοχές του σώματος, με αποτέλεσμα συχνά να εκδηλώνεται με ποικίλη τοπική συμπτωματολογία.

O πόνος είναι σταθερός, οξύς, εν τω βάθει, συνοδεύεται από περιορισμό του εύρους κινήσεων στην πάσχουσα περιοχή και επιδεινώνεται με το stress. Ο πόνος επιμένει ή επιδεινώνεται και συνήθως δεν υποχωρεί αυτόματα.

Συνοδεύεται σε χρόνιες περιπτώσεις από μυϊκή αδυναμία ή ατροφία, ενώ συχνά είναι και τα συμπτώματα διαταραχής του αυτόνομου νευρικού συστήματος (εφίδρωση, μεταβολές τοπικά της θερμοκρασίας, τοπικό οίδημα).

Το μυοπεριτοναϊκό σύνδρομο προκαλείται από υπέρχρηση ή καταπόνηση του προσβεβλημένου μυός, από επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς μίας μυϊκής ομάδας, από την υιοθέτηση κακής στάσης ή προβληματικών μοντέλων κίνησης, από παρατεταμένη ακινησία του μυός, από έκθεση σε κρύο ή υγρασία. Παθολογικές καταστάσεις οστών-σπονδυλικής στήλης, όπως η σπονδυλοαρθροπάθεια και η εκφυλιστική οστεοαρθρίτιδα μπορεί να οδηγήσουν στην εκδήλωση του συνδρόμου. Ακόμα και ορμονικές διαταραχές (δυσμηνόρροια, εμμηνόπαυση) δύνανται να προκαλέσουν εμφάνιση του συνδρόμου.

Η διάγνωση του μυοπεριτοναϊκού συνδρόμου, αφού προηγουμένως έχουν αποκλειστεί άλλες παθολογικές αιτίες μυοσκελετικού πόνου, είναι κλινική. Κατά την κλινική εξέταση ο θεράπων ιατρός αναζητά στον επώδυνο μυ μία δεσμίδα σκληρή, τεταμένη και σε σύσπαση και προσπαθεί με πίεση να αναπαράγει τον πόνο του ασθενούς. Η ψηλάφηση κατά την κλινική εξέταση του ασθενούς έστω και ενός σημείου trigger είναι διαγνωστική.

Οι φαρμακευτικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του μυοπεριτοναϊκού συνδρόμου είναι τα μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη, τα μυοχαλαρωτικά, σπασμολυτικά , αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη), αντικαταθλιπτικά (κυρίως αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης), ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη).

Πρωταρχικής σημασίας είναι και η παρεμβατική απενεργοποίηση των σημείων trigger με διηθήσεις τοπικού αναισθητικού/κορτικοστερεοειδούς/ΜΣΑΦ (wet needling).

H νευραλγία τριδύμου είναι ένα σύνδρομο χρόνιου νευροπαθητικού πόνου του προσώπου και οφείλεται σε προσβολή του τριδύμου νεύρου. Προσβάλλει κυρίως άτομα ηλικίας 50-70 ετών, εκ των οποίων το 60% είναι γυναίκες.

Το τρίδυμο νεύρο είναι το πέμπτο κρανιακό νεύρο και είναι μεικτό νεύρο, δηλαδή νευρώνει αισθητικά το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου αλλά παρέχει και κινητική νεύρωση στους μασητήρες. Χωρίζεται σε τρεις κλάδους, τον οφθαλμικό, τον άνω γναθιαίο και τον κάτω γναθιαίο, οι οποίοι κατανέμονται στην περιοχή του προσώπου.

Η νευραλγία τριδύμου είναι ένα επώδυνο σύνδρομο αγνώστου αιτιολογίας. Η πιθανότερη αιτία θεωρείται η συμπίεση του τριδύμου νεύρου από κάποιο μείζον αγγείο με το οποίο βρίσκεται σε γειτνίαση. Συνήθως πρόκειται για την άνω παρεγκεφαλιδική αρτηρία, αλλά ορισμένες φορές εμπλέκονται στην παθογένεση του συνδρόμου η οπίσθια άνω και κάτω παρεγκεφαλιδική καθώς και η σπονδυλική αρτηρία.

Η συμπίεση του τριδύμου νεύρου προκαλεί απομυελίνωση αυτού και έκλυση έκτοπων ώσεων. Δευτεροπαθώς, η νευραλγία τριδύμου μπορεί να οφείλεται στην απομυελίνωση του τριδύμου λόγω σκλήρυνσης κατά πλάκας ή στη συμπίεση του νεύρου από όγκο.

Ο πόνος της νευραλγίας τριδύμου είναι οξύς, διαξιφιστικός και περιγράφεται σαν ηλεκτρικό ρεύμα ή σα "μαχαιριές". Ο πόνος είναι συνήθως ετερόπλευρος στην περιοχή κατανομής των κλάδων του τριδύμου που πάσχουν, αν και σε ένα ποσοστό 3% των ασθενών είναι αμφοτερόπλευρος. Η έναρξη και η αποδρομή του πόνου είναι απότομες και ξαφνικές.

Μεταξύ των επώδυνων επεισοδίων ο ασθενής είναι ελεύθερος έντονων συμπτωμάτων, ενώ ορισμένες φορές παραμένει ένας ηπιότερος, καυστικός πόνος μεταξύ των κρίσεων.

Οι κρίσεις μπορεί να διαρκούν μερικά δευτερόλεπτα ή αρκετά λεπτά και η διάρκεια της νευραλγίας μπορεί να είναι μέρες, εβδομάδες ή μήνες.

Με την πάροδο του χρόνου και χωρίς τη χορήγηση της κατάλληλης αγωγής οι επώδυνες κρίσεις γίνονται πιο έντονες και πιο συχνές.

Ο πόνος εκλύεται από το κρύο, από μη αλγεινά ερεθίσματα (ελαφρύ άγγιγμα), όπως επίσης κατά την ομιλία, τη μάσηση, την κατάποση, το πλύσιμο του προσώπου, το βούρτσισμα των δοντιών, το γέλιο.

Για τη διάγνωση ο θεράπων ιατρός θα πρέπει να πραγματοποιήσει μία ενδελεχή νευρολογική εξέταση του ασθενούς, έτσι ώστε να διαπιστώσει εάν στην παθογένεια του επώδυνου συνδρόμου εμπλέκεται το τρίδυμο νεύρο και ποιός κλάδος του.

Η μαγνητική τομογραφία είναι τις περισσότερες φορές απαραίτητη προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σκλήρυνσης κατά πλάκας ή δευτεροπαθούς πίεσης του τριδύμου από κάποιον όγκο. Ορισμένες φορές είναι χρήσιμη και η μαγνητική αγγειογραφία για να αναδειχθεί μία πιθανή αγγειακή πίεση του τριδύμου νεύρου.

Η θεραπευτική αγωγή είναι φαρμακευτική και παρεμβατική. Η χορήγηση αντιεπιληπτικών (καρβαμαζεπίνη, γκαμπαπεντίνη, πρεγκαμπαλίνη) είναι ιδιαίτερα ευεργετική, καθώς μειώνονται οι ηλεκτρικές εκκενώσεις του τριδύμου νεύρου. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σπασμολυτικοί παράγοντες, ήπια οπιοειδή και οζονοθεραπεία για την ύφεση της συμπτωματολογίας.

Εφαρμόζονται και παρεμβατικές τεχνικές μετά την αξιολόγηση του προβλήματος. Οι θεραπείες αυτές προτείνονται από το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Πόνου και εφαρμόζονται στο Κέντρο Πόνου του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών σε περιστατικά νευραλγίας τριδύμου που δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στη φαρμακευτική αγωγή.

Νευροπαθητικός είναι ο πόνος που προκύπτει σαν άμεση συνέπεια μίας βλάβης ή νόσου που προσβάλλει το σωματοαισθητικό νευρικό σύστημα.

Το σωματοαισθητικό σύστημα είναι η οδός που ακολουθεί το ερέθισμα (χημικό, μηχανικό, θερμικό) από την περιφέρεια μέχρι το κέντρο και συμβάλλει στην πρόσληψη και συνειδητοποίηση της πληροφορίας από το δέρμα, τα σπλάχνα και το μυοσκελετικό σύστημα καθώς και στην αντίληψη της θέσης του σώματος στο χώρο (ιδιοδεκτικότητα).

Το σωματοαισθητικό σύστημα περιλαμβάνει ανιούσες (κεντρομόλες) νευρικές ίνες από τον περιφερικό αισθητικό νευρώνα προς το νωτιαίο μυελό, το στέλεχος και το φλοιό καθώς και κατιούσες (φυγόκεντρες) νευρικές ίνες από το φλοιό, το στέλεχος και το μεσεγκέφαλο προς το νωτιαίο μυελό.

Διακρίνεται σε περιφερικό (περιφερικές αισθητικές νευρικές ίνες) σωματοαισθητικό σύστημα και κεντρικό (εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός) σωματοαισθητικό σύστημα.

O νευροπαθητικός πόνος διαχωρίζεται ανάλογα με τη διάρκεια του σε οξύ και χρόνιο, ανάλογα με την εντόπιση του στο νευρικό σύστημα σε περιφερικό και κεντρικό και ανάλογα με την αιτιολογία του σε πρωτογενή νευροπαθητικό πόνο και δευτερογενή νευροπαθητικό πόνο.

Σε αντίθεση με τον αλγαισθητικό πόνο που υφίεται μετά την επούλωση ή την αποκατάσταση της φλεγμονής, ο νευροπαθητικός πόνος λόγω παθολογικών μηχανισμών μεταπίπτει σε χρόνιο και συνοδεύεται από άγχος, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, κακή ποιότητα ζωής.

Στο νευροπαθητικό πόνο πραγματοποιούνται δυσπροσαρμοστικές αλλαγές στις κατιούσες και ανιούσες νευρικές οδούς, παθολογική αναδιοργάνωση στο νωτιαίο μυελό και στον εγκεφαλικό φλοιό, καθώς επίσης κεντρική και περιφερική ευαισθητοποίηση.

Συνεπώς στο νευροπαθητικό πόνο έχουμε αυξημένη δραστηριότητα στην περιφέρεια, αυξημένη είσοδο επώδυνων ερεθισμάτων στο κεντρικό νευρικό σύστημα και ανάπτυξη παθολογικών επώδυνων συμπτωμάτων όπως υπεραλγησία (αυξημένη ευαισθησία σε επώδυνο ερέθισμα), υπεραισθησία (αυξημένη ευαισθησία σε ήπιο ερέθισμα), αλλοδυνία (αντίληψη ενός μη επώδυνου ερεθίσματος ως επώδυνο), υπερπάθεια (παρουσία υπεραλγησίας, υπεραισθησίας, αλλοδυνίας).

Μπορεί να παρουσιαστούν και μη επώδυνα συμπτώματα του νευροπαθητικού πόνου όπως δυσαισθησία (δυσάρεστη ή παθολογική αίσθηση με ή χωρίς ερέθισμα), παραισθησία (παθολογική αίσθηση χωρίς την ύπαρξη ερεθίσματος), καθώς επίσης και υπαισθησία (μειωμένη δερματική αισθητικότητα).

Οι ασθενείς με νευροπαθητικό πόνο αναφέρουν ότι είναι καυστικός, διαξιφιστικός, συνήθως σταθερός και δύσκολα υφιόμενος. Μπορεί να εκδηλώνεται σαν ηλεκτρικό ρεύμα, σαν βελονιές ή τσιμπήματα, ενώ συχνά συνοδεύεται από μυρμηγκιάσματα, μούδιασμα και κνησμό.

Η εμφάνιση νευροπαθητικού πόνου σχετίζεται με το σακχαρώδη διαβήτη, τη μεθερπητική νευραλγία, τη νευραλγία τριδύμου, τον καρκίνο, τα νευρολογικά νοσήματα (σκλήρυνση κατά πλάκας), τη χημειοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία, τις χρόνιες μυοσκελετικές παθήσεις, τα σύνδρομα παγίδευσης νεύρου.

Η διάγνωση του νευροπαθητικού πόνου γίνεται με βάση το ιστορικό του ασθενούς, την κλινική εξέταση και τη χρήση ειδικών ερωτηματολογίων που χρησιμοποιούνται παγκοσμίως και αποτελούν πολύτιμα διαγνωστικά εργαλεία.

Οι κυριότερες εργαστηριακές εξετάσεις είναι η ποσοτική αισθητική δοκιμασία (QST), η νευροφυσιολογική μελέτη - ηλεκτρονευρομυογράφημα, η μελέτη των σχετιζόμενων με τον πόνο αντανακλαστικών, η μικρονευρογραφία, τα προκλητά δυναμικά, η λειτουργική νευροαπεικόνιση (Pet-scan, FMRI), η βιοψία δέρματος. Οι συγκεκριμένες εξετάσεις λόγω υψηλού κόστους εφαρμόζονται σε πολύ εξειδικευμένα περιστατικά.

Για τη θεραπεία του νευροπαθητικού πόνου χρησιμοποιούνται αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαπεντίνη), αντικαταθλιπτικά (αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-αδρεναλίνης), οπιοειδή (τραμαδόλη, ταπεταντόλη, οξυκωδόνη), αντιαρρυθμικά (μεξιλετίνη), διαδερμικά επιθέματα λιδοκαϊνης και καψαϊκίνης.

Παρεμβατικά έχουν θέση οι αποκλεισμοί νεύρων και η νευροδιέγερση (περιφερική - κεντρική).

Η χρήση των φαρμάκων εκλογής για το νευροπαθητικό πόνο απαιτεί βαθιά γνώση του θεράποντος ιατρού λόγω της ιδιαιτερότητας των φάρμακων, τα οποία χρειάζονται τιτλοποίηση για αποφυγή παρενεργειών!

Η προσβολή/βλάβη του νευρικού συστήματος εκδηλώνεται με ποικίλη συμπτωματολογία.

Οι ασθενείς, οι οποίοι έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο με υπολειπόμενη νευρολογική σημειολογία, τραυματισμό νωτιαίου μυελού ή πάσχουν από νευρολογικό νόσημα (σκλήρυνση κατά πλάκας) μπορεί να παρουσιάζουν σπαστικότητα ή χαλαρή παράλυση, μειωμένη ή πλήρη απώλεια της αισθητικότητας ή κινητικότητας, καυστικό πόνο, υπεραλγησία, υπεραισθησία, υπερπάθεια, δυσαισθησία, παραισθησία, αλλοδυνία.

H θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει τη χορήγηση φαρμακευτικών παραγόντων για την αντιμετώπιση του νευροπαθητικού πόνου όπως, αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαπεντίνη), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (ντουλοξετίνη, βανλαφαξίνη), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη, οξυκωδόνη, ταπεταντόλη).

Απλά αναλγητικά (ακεταμινοφαίνη, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη) χρησιμοποιούνται στην περίπτωση που έχει αναπτυχθεί παράλληλα και αλγαισθητικός μυοσκελετικός πόνος.

Σε περιστατικά που προεξάρχει η σπαστικότητα η χορήγηση υπαραχνοειδώς βακλοφένης, με τη βοήθεια μίας εμφυτεύσιμης αντλίας, έχει πολύ καλά θεραπευτικά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες, από τις παρεμβατικές τεχνικές πρέπει να προτιμάται η απλούστερη και ασφαλέστερη για τον ασθενή.

Η νευροδιέγερση του νωτιαίου μυελού έχει πολύ καλά αποτελέσματα και είναι η παρεμβατική τεχνική επιλογής, λόγω των μειωμένων επιπλοκών που παρουσιάζει.

Υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο τοποθετούνται ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια στον επισκληρίδιο χώρο και χορηγούνται περιοδικά ηλεκτρικά ερεθίσματα από μία μικροσκοπική γεννήτρια.

Η ένταση των ερεθισμάτων ρυθμίζεται έτσι ώστε να ερεθίζονται οι νευρικές απολήξεις οι οποίες είναι υπεύθυνες για τη μείωση της μεταβίβασης των επώδυνων ερεθισμάτων από την περιφέρεια προς το κέντρο.

Επιπλέον, η ενεργοποίηση κεντρικών μηχανισμών που αναστέλλουν τον πόνο διευκολύνει την επίτευξη της αναλγησίας με την τεχνική της νευροδιέγερσης.

Το κλινικό αποτέλεσμα από τη χρήση της νευροδιέγερσης είναι η πρόκληση παραισθησίας (ανώδυνα ελαφρά τσιμπήματα - αιμωδίες) στην περιοχή που παρουσίαζε την επώδυνη συμπτωματολογία και η σημαντική μείωση της έντασης του πόνου.

Η νευροδιέγερση είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια ενός έμπειρου χειριστή και μία δοκιμαστική περίοδος εφαρμογής της νευροδιέγερσης (5 - 7 ημέρες) προηγείται της μόνιμης εμφύτευσης της συσκευής, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει θετική ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία.

Η νευροδιέγερση νωτιαίου μυελού εφαρμόζεται με πολύ καλά αποτελέσματα και σε περιστατικά μεικτού (νευροπαθητικού και αλγαισθητικού) χρόνιου πόνου μετά από χειρουργείο σπονδυλικής στήλης, καθώς και σε περιπτώσεις χρόνιου νευροπαθητικού πόνου λόγω προοδευτικής νόσου του νευρικού συστήματος (Αντανακλαστική Συμπαθητική Δυστροφία). 

Oσφυαλγία ονομάζεται ο πόνος στην περιοχή μεταξύ της 10ης πλευράς και της έσω μηρογλουτιαίας πτυχής, με ή χωρίς αντανάκλαση στο κάτω άκρο, λόγω πίεσης νεύρου ή ρίζας του (ισχιαλγία).

H οσφυαλγία ταξινομείται βάσει της διάρκειας των συμπτωμάτων σε οξεία, με διάρκεια μικρότερη από 4 εβδομάδες, υποξεία, με διάρκεια 4-12 εβδομάδες, και χρόνια, με διάρκεια άνω των 12 εβδομάδων.

Βάσει της αιτιολογίας η οσφυαλγία ταξινομείται σε μη ειδική και σε ειδική.

Μη ειδική ονομάζεται η οσφυαλγία στην οποία είναι ασαφή τα αίτια πρόκλησης και συνήθως οφείλεται σε καλοήθη μυοσκελετικά προβλήματα (διάστρεμμα-τέντωμα μυός ή μαλακών ιστών, σωματική φόρτιση σπονδυλικής στήλης).

Ειδική ονομάζεται η οσφυαλγία που οφείλεται σε συγκεκριμένα παθολογικά αίτια, τα οποία μπορεί να είναι μηχανικά (κατάγματα σπονδύλων, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, σπονδυλολίσθηση) φλεγμονώδη (ρευματοειδής, ψωριασική, αγκυλοποιητική αρθρίτιδα), μεταβολικά (οστεοπόρωση, οστεοπενία), νεοπλασματικά (πρωτοπαθείς ή δευτεροπαθείς όγκοι οστών) και ψυχοσωματικά.

Σε ένα ποσοστό 20-37% των ασθενών με χρόνια οσφυαλγία συνυπάρχει και νευροπαθητικός πόνος, δηλαδή πόνος που προκύπτει από άμεση βλάβη ή νόσο του νευρικού συστήματος και εκδηλώνεται με αιμωδίες, καύσο, βελονιές ή τσιμπήματα, μυρμηγκιάσματα, φαγούρα, επώδυνη αίσθηση σε τρίψιμο ή χάϊδεμα (αλλοδυνία), ηλεκτρικό ρεύμα.

Μηχανισμοί που ευθύνονται για το νευροπαθητικό πόνο είναι η μηχανική συμπίεση νευρικής ρίζας από προβάλλουσα κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, η βλάβη τοπικών νευρικών προσεκβολών στον εκφυλισμένο δίσκο, καθώς και η επίδραση των μεσολαβητών φλεγμονής.

Η διάγνωση γίνεται με βάση το ιστορικό του ασθενούς, την κλινική του εξέταση και τη νευρολογική εκτίμηση.

Διαγνωστικά εργαλεία είναι ο απεικονιστικός έλεγχος της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (αξονική-μαγνητική τομογραφία) ενώ επί υποψίας νεοπλάσματος ή φλεγμονής καλό είναι να πραγματοποιείται αιματολογικός έλεγχος της τιμής της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP).

H πρόληψη εμφάνισης ή υποτροπής της οσφυαλγίας-ισχιαλγίας είναι απαραίτητη και απαιτεί άσκηση, καλή φυσική δραστηριότητα, αποφυγή της καθιστικής ζωής, καλή στάση σώματος, ρύθμιση βάρους σώματος, αποφυγή έντονου βήχα-φτερνίσματος.

H θεραπεία της οξείας-υποξείας οσφυαλγίας είναι κυρίως φαρμακευτική και περιλαμβάνει παρακεταμόλη, μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη, μυοχαλαρωτικά, ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη, ταπεταντόλη).

Βασικές θεραπευτικές κατευθύνσεις είναι η εκπαίδευση του ασθενούς στη διατήρηση σωστής στάσης και η σύσταση για διατήρηση της καθημερινής του δραστηριότητας, καθώς η ακινησία επιδεινώνει την κατάσταση, ενώ θεωρείται ότι η φυσικοθεραπεία θα μπορούσε να βοηθήσει.

Η θεραπείας της χρόνιας οσφυαλγίας με νευροπαθητικό στοιχείο περιλαμβάνει όλους τους προαναφερθέντες φαρμακευτικούς παράγοντες στους οποίους θα προστεθούν αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη) και επίθεμα καψαϊκίνης 8%.

Eπίσης, μπορεί να χορηγηθούν αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης - νοραδρεναλίνης (ντουλοξετίνη, βενλαφαξίνη).

Η επισκληρίδια έγχυση κορτικοστεροειδών έχει πολύ καλά θεραπευτικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της οσφυαλγίας. Η επισκληρίδια έγχυση πρέπει να γίνεται από έμπειρους αναισθησιολόγους με καλή γνώση της τεχνικής.

Στο Κέντρο μας έχουμε εντυπωσιακά αποτελέσματα με παρεμβατικές τεχνικές σε ασθενείς με οσφυοϊσχιαλγία ώστε να αποφεύγεται η χειρουργική επέμβαση.

Χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται όταν η συντηρητική αντιμετώπιση αποτύχει ή όταν ο ασθενής αναπτύσσει προοδευτικά λειτουργικό περιορισμό ή νευρολογικά συμπτώματα που συνδέονται συνήθως με σοβαρή δισκοκήλη και πιεστικά φαινόμενα στο νωτιαίο μυελό (ακράτεια ούρων-κοπράνων, μυϊκή αδυναμία κάτω άκρων, υπαισθησία δίκην «σέλας»).

Η Περιφερική Διαβητική Νευροπάθεια (ΠΔΝ) εμφανίζεται σε ποσοστό έως και 50% του πληθυσμού με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι. Είναι προοδευτική και χρόνια, συνήθως πρόκειται για συμμετρική περιφερική πολυνευροπάθεια ενώ σπανιότερα εκδηλώνεται ως εστιακή νευροπάθεια.

Τα αίτια της ΠΔΝ είναι πολυπαραγοντικά. Οφείλεται σε απομυελίνωση και αξονική εκφύλιση των νευρικών ινών, είτε λόγω άμεσης βλάβης των ινών εξαιτίας συσσώρευσης γλυκοζυλιωμένων προϊόντων - σορβιτόλης, είτε λόγω μικροαγγειοπάθειας των αγγείων που τις τροφοδοτούν.

Παράγοντες κινδύνου για την εκδήλωση της ΠΔΝ είναι ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης, η κακή υγιεινή των άκρων, η κακή διατροφή, το κάπνισμα, το αλκοόλ, το αυξημένο σωματικό βάρος, η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία.

Υπάρχουν πολλές κατηγοριοποιήσεις σχετικά με την ΠΔΝ, όμως τα δύο συχνότερα είδη είναι η οξεία νευροπάθεια που οφείλεται στην υπεργλυκαιμία και βελτιώνεται με την επαναφορά της τιμής της γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα και η χρόνια αισθητικοκινητική νευροπάθεια, που είναι και η συνηθέστερη μορφή ΠΔΝ.

Ένα ποσοστό 10-26% του πληθυσμού με ΠΔΝ εμφανίζει πόνο (επώδυνη ΠΔΝ), ο οποίος είναι μέτριος έως σοβαρός (80%) και εντοπίζεται συνήθως στα κάτω άκρα και στα πέλματα, ενώ σπανιότερα εντοπίζεται στα άνω άκρα.

Ο πόνος είναι καυστικός, εντείνεται το βράδυ και συνοδεύεται από αιμωδίες και αίσθημα τσιμπήματος από βελόνες στα πόδια. Ο πόνος δύναται να συνυπάρχει με αυξημένη αισθητικότητα (υπεραισθησία) ή μειωμένη αισθητικότητα τύπου γάντι-κάλτσας (υπαισθησία), με αλλοδυνία, παραισθησία, ενώ συχνά γίνεται παροξυσμικός κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Ενδέχεται να υπάρχουν και διαταραχές από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, δηλαδή εφίδρωση, αγγειοκινητικές διαταραχές, τροφικό οίδημα δέρματος.

Η διάγνωση γίνεται εξ' αποκλεισμού των άλλων αιτιών πολυνευροπάθειας (νευρολογικό νόσημα, υποθυρεοειδισμός, έλλειψη βιταμίνης Β12, ουραιμία).

Η νευρολογική εξέταση και το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη διευκολύνουν τη διάγνωση ενώ επικουρικά οι εξετάσεις αγωγιμότητας, το ηλεκτρομυογράφημα, η βιοψία νεύρου και δέρματος θα μπορούσαν να συμπληρώσουν το διαγνωστικό έλεγχο.

Για την πρόληψη της ΠΔΝ είναι απαραίτητος ο περιοδικός έλεγχος και η διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, η διατήρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης σε ανεκτά επίπεδα (ΗbA1C μικρότερο του 7%), η καλή υγιεινή των άκρων, η ρύθμιση της χοληστερίνης και της αρτηριακής πίεσης, η σωστή διατροφή, η άσκηση, η διακοπή αλκοόλ και καπνίσματος.

Το πρώτο βήμα στη θεραπεία της ΠΔΝ είναι η ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα σε φυσιολογικά επίπεδα και η διόρθωση άλλων μεταβολικών διαταραχών.

Ο έλεγχος του πόνου που προκαλείται από την ΠΔΝ γίνεται με φαρμακευτικούς παράγοντες και επεμβατικές μεθόδους.

Όσον αφορά στη φαρμακευτική αγωγή χορηγούνται αντιεπιληπτικά (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαπεντίνη), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (ντουλοξετίνη, βενλαφαξίνη), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιπτριπτυλίνη), αντιαρρυθμικοί παράγοντες (μεξιλετίνη), ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη, οξυκωδόνη, ταπεταντόλη), καθώς και το διαδερμικό επίθεμα καψαϊκίνης 8%.

Σε περίπτωση που οι φαρμακευτικοί παράγοντες δεν επαρκούν έχουν θέση οι παρεμβατικές τεχνικές, δηλαδή οι αποκλεισμοί νεύρων και η νευροδιέγερση (διαδερμική, νωτιαίου μυελού).

Χρόνιος πόνος είναι ο πόνος που επιμένει πέραν του συνήθους χρονικού διαστήματος που απαιτείται για την αποδρομή μίας οξείας ασθένειας ή για την ολοκλήρωση της επούλωσης ενός τραύματος. Το χρονικό αυτό διάστημα ορίζεται μεγαλύτερο των τριών ή των έξι μηνών από την έναρξη της νόσου.

Υπάρχουν διάφορες κατηγοριοποιήσεις του χρόνιου πόνου. Έτσι, ο χρόνιος πόνος διακρίνεται σε αλγαισθητικό πόνο (πόνος που οφείλεται σε νευρική απάντηση μόνο σε επώδυνα ή τραυματικά ερεθίσματα), σε νευροπαθητικό πόνο (πόνος που οφείλεται σε βλάβη ή νόσο του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος), ή σε μεικτό πόνο (συνδυασμός και των δύο).

Ένας άλλος διαχωρισμός του χρόνιου πόνου είναι σε επιπολής (προσβολή δέρματος ή επιφανειακών ιστών) ή εν τω βάθει.

Ο εν τω βάθει, ο χρόνιος πόνος διακρίνεται σε σωματικό πόνο (αφορά μύες, τένοντες, συνδέσμους , αγγεία, αρθρώσεις) και σε σπλαχνικό (αφορά όργανα).

Ο σωματικός πόνος είναι βύθιος και δύσκολα εντοπιζόμενος, ενώ ο σπλαχνικός μπορεί να είναι εύκολα ή δύσκολα εντοπιζόμενος, ανάλογα με το αν προβάλλεται σε απομακρυσμένες περιοχές από τη σπλαχνική περιοχή που πάσχει (αναφερόμενος πόνος).

Ο χρόνιος πόνος διακρίνεται επίσης σε περιφερικό χρόνιο πόνο (προκύπτει από βλάβη ή δυσλειτουργία του περιφερικού νευρικού συστήματος) ή κεντρικό χρόνιο πόνο (προκύπτει από βλάβη ή δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος, δηλαδή εγκεφάλου ή νωτιαίου μυελού).

Ο χρόνιος πόνος συχνά συνοδεύεται από αδυναμία, κόπωση, άγχος, διέγερση, κατάθλιψη, απόσυρση από τις καθημερινές δραστηριότητες, αϋπνία.

Οι περισσότερες παθήσεις που προκαλούν χρόνιο πόνο, όπως μυοσκελετικές (ρευματοειδής αρθρίτιδα, ινομυαλγία, οστεοαρθρίτιδα), νευρολογικές (πολυνευροπάθεια, νευραλγίες, κεφαλαλγίες), παθήσεις του γαστρεντερικού, και του ουρεογεννητικού συστήματος, δύνανται να μεταπέσουν σε χρόνιο πόνο.

Οι ψυχιατρικές διαταραχές (κατάθλιψη, διπολική διαταραχή) συνδέονται με σύνδρομα χρόνιου πόνου και οδηγούν σε μεγέθυνση ενός αλγεινού ερεθίσματος.

Καθώς ο χρόνιος πόνος είναι εξατομικευμένος και δεν υπάρχει κάποια ειδική δοκιμασία εντόπισης του πόνου η διάγνωση καθίσταται δύσκολη. Συνήθως, απαιτείται η συνεργασία ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων και ποικίλες εξετάσεις έτσι ώστε να προσδιοριστεί η τοπογραφική θέση του πόνου στον οργανισμό και η πάθηση που τον προκαλεί.

Η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου είναι αιτιολογική ανάλογα με τη νόσο που προκάλεσε τον πόνο.

Στόχος της θεραπευτικής ομάδας που αντιμετωπίζει τον χρόνιο πόνο είναι να αντιμετωπίσει τον οξύ πόνο, ώστε αφενός να μην μεταπέσει σε χρόνιο και αφετέρου το χρόνιο να τον αντιμετωπίσει άμεσα, ώστε να μην οδηγήσει τον ασθενή σε κατάθλιψη, κοινωνική απόσυρση ή υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του.

Η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να είναι πολυπαραγοντική και να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, παρεμβατικές τεχνικές, ψυχολογική υποστήριξη, φυσιοθεραπεία και εναλλακτικές θεραπείες.

Χρόνιος Πόνος

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Στο Ιατρείο Πόνου  εφαρμόζονται επισκληρίδιες εγχύσεις, τοποθέτηση αντλιών ενδοφλεβίως, υπαραχνοειδώς ή επισκληρίδιως, εφαρμογή περιφερικής ή κεντρικής νευροδιέγερσης, σύμφωνα πάντα με τις ενδείξεις που ορίζονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ