Μαιευτικός Τομέας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στο Μαιευτικό Τομέα διενεργείται η παρακολούθηση και νοσηλεία φυσιολογικών κυήσεων και εγκύων με παθολογικές καταστάσεις, καθώς επίσης η διεκπεραίωση τοκετών φυσιολογικών κυήσεων και κυήσεων υψηλού κινδύνου.

Η υπερσύγχρονη Αίθουσα Τοκετών της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής περιλαμβάνει 8 αίθουσες μαιεύσεων και ωδινών και μία χειρουργική αίθουσα για τη διενέργεια επείγουσας καισαρικής τομής.

Οι αίθουσες του Μαιευτικού Τομέα είναι εξοπλισμένες με σύγχρονα μηχανήματα καρδιοτοκογραφίας, συνδεδεμένα με κεντρική μονάδα παρακολούθησης, κινητές μονάδες ανάνηψης νεογνών, τις οποίες χειρίζονται έμπειροι νεογνολόγοι, και μόνιμες μονάδες γενικής αναισθησίας.

Η Αίθουσα Τοκετών στελεχώνεται από έμπειρους μαιευτήρες – γυναικολόγους, αναισθησιολόγους, νεογνολόγους και καρδιολόγους, οι οποίοι την καλύπτουν πλήρως σε 24ωρη βάση, προκειμένου η γέννηση ενός παιδιού να πραγματοποιείται με ασφάλεια και υπευθυνότητα.

Παράλληλα, ο Μαιευτικός Τομέας συνδέεται με το Χειρουργείο για τη διενέργεια Καισαρικών Τομών, και με μία υπερσύγχρονη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, 30 κλινών και τριών επιπέδων, που στελεχώνεται από έμπειρο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Στα νοσηλευτικά τμήματα της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής, σε πολυτελή, φωτεινά και άνετα δωμάτια, μπορούν να φιλοξενηθούν έγκυες γυναίκες κατά την προετοιμασία τους για τον τοκετό, αλλά και μετά τον τοκετό τους.

Ειδικά εκπαιδευμένες και έμπειρες μαίες, προετοιμάζουν τις λεχωίδες για τα πρώτα τους βήματα στην περιποίηση του νεογέννητου και στο θηλασμό.

Παρακολούθηση και νοσηλεία κυήσεων υψηλού κινδύνου

Στα νοσηλευτικά τμήματα της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής μπορούν επίσης να φιλοξενηθούν κυήσεις υψηλού κινδύνου για παρακολούθηση και κλινικοεργαστηριακό έλεγχο.

Νοσηλεία εγκύων μετά από μαιευτικές επεμβάσεις

Στη ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική νοσηλεύονται επίσης και έγκυες γυναίκες που έχουν υποβληθεί ή πρόκειται να υποβληθούν σε κάποια μαιευτική επέμβαση (πχ περίδεση τραχήλου, διακοπή κύησης 2ου τριμήνου).

Διεκπεραίωση φυσιολογικών τοκετών

Στα άνετα δωμάτια της Αίθουσας Τοκετών της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής που απολαμβάνουν φυσικού φωτισμού και είναι πλήρως εξοπλισμένα με σύγχρονα μηχανήματα καρδιοτοκογραφίας και κινητές μονάδες ανάνηψης νεογνών, μία γυναίκα μπορεί να απολαύσει με ασφάλεια την εμπειρία της γέννησης του παιδιού της.

Διεκπεραίωση φυσιολογικών τοκετών με αναρροφητική εμβρυουλκία

Κάθε θάλαμος μαίευσης της Αίθουσας Τοκετών της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής είναι εξοπλισμένος με όλα τα ήδη των αναρροφητικών εμβρυουλκών (μεταλλικοί, από σιλικόνη, Kiwi™), προκειμένου, όταν υπάρχει ένδειξη για διεκπεραίωση ενός τοκετού με τη χρήση τους, αυτός να διενεργείται έγκαιρα και με ασφάλεια.

Πρόκληση τοκετού

Σε περιπτώσεις που υπάρχει ένδειξη για πρόκληση τοκετού (παράταση κύησης, περιπτώσεις κυήσεων υψηλού κινδύνου), στην Αίθουσα Τοκετών της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής, εφαρμόζονται όλες οι μέθοδοι πρόκλησης τοκετού σύμφωνα με τα πρωτόκολλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες των μεγάλων επιστημονικών εταιρειών.

Διενέργεια καισαρικών τομών

Η Αίθουσα Τοκετών της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής διαθέτει μία χειρουργική αίθουσα για τη διενέργεια υπερ-επείγουσας καισαρικής τομής, και είναι συνδεδεμένη με το Χειρουργείο για τη διενέργεια προγραμματισμένων αλλά και επειγουσών καισαρικών τομών.

Τα χειρουργεία των Καισαρικών Τομών είναι πλήρως εξοπλισμένα με μηχανήματα γενικής αναισθησίας και μονάδες ανάνηψης νεογνών, καθώς και με φορητές Doppler μονάδες περιστασιακής ακρόασης των εμβρυϊκών καρδιακών παλμών (Sonicaid).

Τα χειρουργεία των Καισαρικών Τομών είναι πλήρως στελεχωμένα από έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, και σε πλήρη ετοιμότητα για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε επιπλοκής.

Διαθέτουν δε μία υπερσύγχρονη αίθουσα ανάνηψης, όπου οι λεχωίδες βρίσκονται σε συνεχή παρακολούθηση από έμπειρο νοσηλευτικό προσωπικό, μέχρι να κριθεί ότι είναι ασφαλές να μεταφερθούν στο δωμάτιο νοσηλείας τους.

Καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση του εμβρύου

Όταν υπάρχει ένδειξη για έλεγχο της ενδομήτριας κατάστασης του εμβρύου με καρδιοτοκογράφημα (πχ μείωση των εμβρυϊκών κινήσεων ή σε περιπτώσεις κυήσεων υψηλού κινδύνου), δίνεται η δυνατότητα της διενέργειας καρδιοτοκογραφημάτων στην Αίθουσα Τοκετών, τα οποία γνωματεύονται από τους θεράποντες μαιευτήρες ή από τους μαιευτήρες που εφημερεύουν.

Διακοπή κύησης 2ου τριμήνου

Στην Αίθουσα Τοκετών επίσης δίνεται η δυνατότητα διακοπής της κύησης στο 2ο τρίμηνο, όταν υπάρχουν ενδείξεις (π.χ., χρωμοσωμικές ανωμαλίες, συγγενείς διαμαρτίες ασύμβατες με τη ζωή), σύμφωνα με τα πρωτόκολλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες των μεγάλων επιστημονικών εταιρειών.

Μονάδα Ιατρικής του Εμβρύου

Σε συνεργασία με το Fetal Medicine Foundation του Λονδίνου, η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική διαθέτει μία πρότυπη Μονάδα Ιατρικής του Εμβρύου, σκοπός της οποίας είναι η διάγνωση παθολογικών και μαιευτικών επιπλοκών των εγκύων και η διάγνωση και αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων του εμβρύου.

Η Μονάδα Ιατρικής Εμβρύου στελεχώνεται από μαιευτήρες – γυναικολόγους εξειδικευμένους και πιστοποιημένους στην Ιατρική του Εμβρύου.

Στη μονάδα Ιατρικής του Εμβρύου διενεργείται όλο το εύρος των μαιευτικών υπερήχων (αυχενική διαφάνεια, υπερηχογράφημα Β΄ επιπέδου, υπερηχογράφημα Doppler), γυναικολογικών υπερήχων, καρδιοτοκογραφήματα, καθώς και μεγάλο εύρος επεμβατικών εξετάσεων (αμνιοπαρακέντηση, βιοψία τροφοβλάστης) και βιοχημικών εξετάσεων (PAPP-A, β-χοριακή γοναδοτροφίνη, PLGF).

Η Μονάδα Ιατρικής Εμβρύου συνεργάζεται με εργαστήρια γενετικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για τη διενέργεια εξετάσεων προγεννητικού ελέγχου (και του σύγχρονου μη επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου για τις τρισωμίες – ΝΙΡΤ).

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Η ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης (IUGR) αναφέρεται σε μία κατάσταση στην οποία το έμβρυο δεν κατορθώνει να φτάσει στο μέγεθος που είναι γενετικά καθορισμένο (βρίσκονται κάτω από τη 10η εκατοστιαία θέση όπως καθορίζεται υπερηχογραφικά).

Αυτός ο λειτουργικός ορισμός της ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης σκόπιμα εξαιρεί τα έμβρυα που είναι μικρά για την ηλικία κύησης, στην οποία βρίσκονται (SGA), αλλά δεν είναι παθολογικά.

Από όλα τα έμβρυα που βρίσκονται κάτω από τη 10η εκατοστιαία θέση, μόνο το 40% βρίσκονται σε σοβαρό κίνδυνο περιγεννητικού θανάτου.

Άλλο ένα 40% είναι απλά μικρά για την ηλικία της κύησης.

Καθώς η οριστική διάγνωση μπαίνει μετά τη γέννηση, ένας σημαντικός αριθμός εμβρύων που είναι υγιή αλλά μικρά, περιλαμβάνονται σε πρωτόκολλα υψηλού κινδύνου και δυνητικά σε ιατρογενή προωρότητα.

Το υπόλοιπο 20% των εμβρύων που είναι SGA, είναι έμβρυα με χρωμοσωμικές ή περιβαλλοντικές επιδράσεις. Παραδείγματα περιλαμβάνουν την τρισωμία 18, λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό ή επίδραση από τη χρήση αλκοόλ.

Αυτά τα έμβρυα δεν ωφελούνται από προγεννητικές παρεμβάσεις και η πρόγνωσή τους σχετίζεται περισσότερο με την υποκείμενη αιτία.

Η πρόκληση των επιστημόνων είναι να αναγνωρίσουν τα έμβρυα με ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης των οποίων η υγεία βρίσκεται σε κίνδυνο ενδομήτρια, προκειμένου να τα παρακολουθήσουν και να παρέμβουν όταν κριθεί απαραίτητο.

Η πρόκληση επίσης περιλαμβάνει την αναγνώριση των μικρών αλλά υγιών εμβρύων, προκειμένου να αποφευχθούν άσκοπες περιγεννητικές παρεμβάσεις που ενδέχεται να βλάψουν τα ίδια ή της μητέρες τους.

Αιτιολογία ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης

Η ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης συμβαίνει όταν η ανταλλαγή αερίων και θρεπτικών ουσιών μεταξύ του πλακούντα και του εμβρύου είναι ελαττωμένη, και δεν του επιτρέπει έτσι να αναπτυχθεί σωστά ενδομήτρια.

Ανάμεσα στα αίτια που μπορούν να προκαλέσουν καθυστέρηση της ανάπτυξης στο έμβρυο περιλαμβάνονται αίτια από τη μητέρα, αλλά και από το ίδιο το έμβρυο:

Από τη μητέρα:

  • Χρόνια Υπέρταση
  • Προεκλαμψία
  • Κυανωτικές καρδιοπάθειες
  • Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 1
  • Παθήσεις των αιμοσφαιρινών
  • Αυτοάνοσα νοσήματα
  • Χαμηλή θρέψη (ιδιαίτερα σε πρωτεΐνες)
  • Κάπνισμα
  • Κατάχρηση ουσιών
  • Ανωμαλίες της μήτρας
  • Θρομβοφιλίες

Από το έμβρυο:

  • Σύνδρομο μετάγγισης διδύμων
  • Ανωμαλίες του πλακούντα
  • Χρόνια αποκόλληση του πλακούντα
  • Προδρομικός πλακούντας
  • Διαταραχή της εισόδου του ομφάλιου λώρου στον πλακούντα
  • Διαταραχές διάπλασης του ομφαλίου λώρου
  • Πολύδυμη κύηση

Διάγνωση και παρακολούθηση ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης

Τα έμβρυα αυτά μπαίνουν σε μία εντατική παρακολούθηση με μεθόδους που περιλαμβάνουν το υπερηχογράφημα ανάπτυξης, όπου γίνονται οι μετρήσεις των βιομετρικών του χαρακτηριστικών (αμφιβρεγματική διάμετρος κεφαλής, περίμετρος κεφαλής, περίμετρος κοιλιάς και μήκος μηριαίου οστού).

Ο συνδυασμός των παραπάνω μετρήσεων με ειδικούς αλγορίθμους δίνει το εκτιμώμενο σωματικό βάρος και το κατατάσσει σε εκατοστιαίες θέσεις.

Με το υπερηχογράφημα επίσης εκτιμώνται παράμετροι όπως το μέγεθος, η μορφολογία και η σύσταση του πλακούντα, η ποσότητα του αμνιακού υγρού και με τη βοήθεια των Dopplers, η εκτίμηση της ροής του αίματος στα αγγεία του εμβρύου (ομφαλική αρτηρία, μέση εγκεφαλική αρτηρία και φλεβώδης πόρος).

Η συχνότητα της εξέτασης εξαρτάται από τη βαρύτητα των ευρημάτων και από το εάν οι εξετάσεις γίνονται για την εκτίμηση του «καλώς έχειν» του εμβρύου (1-7 φορές την εβδομάδα) ή για τον έλεγχο ανάπτυξης (κάθε 2-4 εβδομάδες).

Ο έλεγχος με Doppler της αιματικής ροής των αγγείων του εμβρύου συστήνεται για την παρακολούθηση των IUGR εμβρύων, καθότι διευκολύνει τον προγραμματισμό του τοκετού και μειώνει έτσι την περιγεννητική θνησιμότητα.

Φυσιολογικές μετρήσεις επιτρέπουν την παράταση της κύησης και μειώνουν τα ποσοστά των αναίτιων πρόωρων προκλήσεων. Σε περιπτώσεις πρόωρων κυήσεων συστήνεται η χορήγηση κορτικοστεροειδών (βηταμεθαζόνης) για την ωρίμανση του αναπνευστικού συστήματος και για τη μείωση της νοσηρότητας.

Προγραμματισμός του τοκετού σε IUGR έμβρυα

Το πότε και πώς θα προχωρήσουμε στη διεκπεραίωση του τοκετού σε ένα έμβρυο με καθυστέρηση της ανάπτυξης εξαρτάται από την ηλικία κύησης και από την κατάστασή του.

Όταν η κύηση δεν είναι τελειόμηνη, η φυσιολογική ροή στην ομφαλική αρτηρία είναι καθησυχαστικό εύρημα σε ότι αφορά την άμεση εμβρυϊκή εξέλιξη, έτσι η συνεχιζόμενη παρακολούθηση του εμβρύου είναι μία λογική επιλογή προκειμένου να επιτευχθεί περαιτέρω εμβρυϊκή ωρίμανση.

Εάν όμως παρατηρείται εξαφάνιση ή αναστροφή της τελοδιαστολικής ροής τότε συστήνεται άμεση περάτωση του τοκετού καθότι υπάρχει κίνδυνος εμβρυϊκής απώλειας.

Έμβρυο με όψιμη εμφάνιση ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης πρέπει να οδηγείται σε τοκετό εάν υπάρχει:

  • Υπέρταση της μητέρας
  • Αποτυχία ανάπτυξης σε χρονικό διάστημα 2-4 εβδομάδων
  • Το σκορ του βιοφυσικού προφίλ είναι χαμηλό (κάτω από 6)
  • Και/ή η κυματομορφή της ροής στην ομφαλική αρτηρία δείχνει εξαφάνιση ή αναστροφή της τελοδιαστολικής ροής.

Πάραυτα η αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης πρέπει να εξατομικεύεται.

Όταν η καθυστέρηση της ανάπτυξης είναι ήπια και ανεπίπλεκτη (όχι εμβρυϊκές ανωμαλίες ή παθολογικές καταστάσεις της μητέρας), η τελοδιαστολική ροή στην ομφαλική αρτηρία είναι παρούσα και οι δοκιμασίες ελέγχου (καρδιοτοκογράφημα, βιοφυσικό προφίλ) είναι καθησυχαστικές ΤΟΤΕ ο τοκετός μπορεί να παραταθεί έως τουλάχιστον τις 37 εβδομάδες οπότε είναι πιθανή και η πνευμονική ωριμότητα.

Ο φυσιολογικός τοκετός είναι εφικτός εάν οι δοκιμασίες ελέγχου είναι φυσιολογικές. Κατά τη διάρκεια του τοκετού πρέπει να υπάρχει συνεχής ηλεκτρονική παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού και ο μαιευτήρας πρέπει να είναι έτοιμος για άμεση αποπεράτωση του τοκετού με καισαρική τομή σε περίπτωση ενδείξεων εμβρυϊκής δυσχέρειας.

Η επανεμφάνιση ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης είναι πιθανή σε μελλοντική κύηση.

Η εμφάνιση ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης, πρόωρου τοκετού, προεκλαμψίας, αποκόλλησης πλακούντα και ενδομητρίου θανάτου είναι πιθανές συνέπειες ανώμαλης πλακουντοποίησης.

Χρήζουν διερεύνησης που πρέπει να περιλαμβάνει και έλεγχο θρομβοφιλίας.

Η Καισαρική Τομή (ΚΤ) παραδοσιακά πλέον έχει επικρατήσει να διακρίνεται σε προγραμματισμένη και επείγουσα.

Η επείγουσα Καισαρική Τομή έχει ευρείες ενδείξεις, καθώς μπορεί να περιλάβει περιπτώσεις στις οποίες η γέννηση πρέπει να περατωθεί εντός λίγων λεπτών προκειμένου να σωθεί η ζωή της μητέρας ή του παιδιού ανάλογα με την ένδειξη, καθώς και περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, αλλά η γέννηση πρέπει να περατωθεί άμεσα, όπως σε γυναίκες με προηγηθείσα Καισαρική Τομή, που προσέρχονται με φαινόμενα τοκετού.

Ενδείξεις Επείγουσας Καισαρικής Τομής

Οι λόγοι για τους οποίους απαιτείται η άμεση διεκπεραίωση του τοκετού με επείγουσα καισαρική τομή περιλαμβάνουν:

  • Μεγάλη αιμορραγία στην κύηση.
  • Προδρομικός πλακούντας ή πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα, εφόσον υπάρχει θετική καρδιακή λειτουργία του εμβρύου και ο τοκετός δε μπορεί να γίνει από την κολπική οδό. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ταυτόχρονη αιμοδυναμική ανάταξη της επιτόκου.
  • Βραδυκαρδία (πτώση των καρδιακών παλμών) του εμβρύου
  • Επίμονες επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου κάτω από 70 παλμούς ανά λεπτό, σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για την αποπεράτωση του τοκετού από την κολπική οδό.
  • Πρόπτωση ομφαλίου λώρου (έξοδος του ομφαλίου λώρου από τον κόλπο πριν τη γέννηση του εμβρύου).
  • Όταν υπάρχει θετική καρδιακή λειτουργία του εμβρύου και ο τοκετός δε μπορεί να πραγματοποιηθεί από την κολπική οδό.

Η διαδικασία Επείγουσας Καισαρικής Τομής

Όταν αποφασιστεί η διενέργεια επείγουσα καισαρικής τομής για οποιονδήποτε λόγο, θα πρέπει να γίνουν τα ακόλουθα:

  • Λήψη συναίνεσης από την έγκυο. Σε περιπτώσεις υπερ-επείγουσας ΚΤ αρκεί η προφορική συναίνεση, η οποία καταγράφεται στο ιστορικό της εγκύου.
  • Απαραίτητη η λήψη γενικής αίματος και ομάδας αίματος, αν δεν έχουν ήδη ληφθεί.
  • Τοποθέτηση της επιτόκου σε αριστερή πλάγια θέση, και συνεχής καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση του εμβρύου.
  • Απαραίτητη είναι η παρουσία νεογνολόγου για την ανάνηψη του εμβρύου, ο οποίος θα πρέπει να είναι ενημερωμένος για την ένδειξη της ΚΤ.
  • Η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση αναισθησίας, θα πρέπει να ληφθεί από τον εφημερεύοντα Αναισθησιολόγο, μετά από συζήτηση με το Μαιευτήρα.
  • Πρέπει να χορηγείται προφυλακτικά αντιβίωση.
  • Πρέπει να ενθαρρύνεται η επαφή της λεχωίδας με το νεογνό.
  • Στις λεχωίδες μετά από επείγουσα ΚΤ πρέπει να προσφέρεται υποστήριξη στο θηλασμό, όσο το δυνατό νωρίτερα μετά τη γέννηση του παιδιού.
  • Πρέπει να χορηγείται θρομβοπροφύλαξη με χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες.

Η εγκυμοσύνη αυξάνει τον κίνδυνο θρομβοεμβολικής νόσου κατά 4-5 φορές σε σχέση με το γενικό πληθυσμό.

Η θρομβοεμβολική νόσος επιπλέκει μία στις 500-2000 κυήσεις. Εκδηλώνεται με δύο μορφές: σε ποσοστό 75-80% αφορά εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και σε ποσοστό 20-25% πνευμονική εμβολή.

Ο κίνδυνος είναι 3 έως 4 φορές μεγαλύτερος στη λοχεία.

Διάγνωση Θρομβοεμβολικής Νόσου

Τα σημεία και συμπτώματα της θρομβοεμβολικής νόσου είναι μη ειδικά και αρκετά συχνά στην κύηση.

Η διάγνωση της θρομβοεμβολικής νόσου με την κλινική εξέταση είναι συχνά ανακριβής, παρά το γεγονός ότι το 80% των εγκύων με εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση παρουσιάζουν άλγος και οίδημα του πάσχοντος σκέλους.

Τα σημεία και συμπτώματα της πνευμονικής εμβολής σπάνια απαντώνται μαζί. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια, θωρακικό άλγος με αιφνίδια έναρξη και βήχα, ενώ τα κλινικά σημεία περιλαμβάνουν ταχύπνοια, τριγμούς στη βάση των πνευμόνων με την ακρόαση και ταχυκαρδία.

Σε σοβαρές περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν συγκοπή, υπόταση, άσφυγμη καρδιακή ηλεκτρική δραστηριότητα και θάνατο.

Εργαστηριακά η διάγνωση θρομβοεμβολικής νόσου γίνεται με τον προσδιορισμό των d-dimers και των αερίων αίματος, ενώ ο απεικονιστικός έλεγχος αποτελεί την καλύτερη μέθοδο για τη διάγνωση και αξιολόγηση της θρομβοεμβολικής νόσου.

Προκειμένου για την εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, ο αρχικός έλεγχος εκλογής θεωρείται η συμπιεστική υπερηχογραφία των φλεβών των κάτω άκρων.

Έχει φανεί ότι έχει περισσότερο από 95% ευαισθησία και ειδικότητα για τη διάγνωση της θρόμβωσης στα κάτω άκρα, αλλά είναι λιγότερο ακριβής στη διάγνωση πυελικής θρόμβωσης.

Σε περιπτώσεις που τα αποτελέσματά της θρομβοεμβολικής νόσου είναι διφορούμενα ή υπάρχει υψηλή υποψία πυελικής θρόμβωσης, συνιστάται η διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας.

Ο απεικονιστικός έλεγχος που συνιστάται σε περιπτώσεις πνευμονικής εμβολής περιλαμβάνει:

  • Ακτινογραφία θώρακος: Συνιστάται αρχικά για τον προσδιορισμό άλλης υποκείμενης αιτιολογίας που ενδέχεται να εξηγεί τα συμπτώματα της ασθενούς (πνευμονία, ατελεκτασία) και για την αναγνώριση της επόμενης κατάλληλης εξέτασης.
  • Σπινθηρογράφημα αερισμού/αιμάτωσης: Σε μία έγκυο ασθενή χωρίς γνωστή πνευμονική νόσο και φυσιολογική ακτινογραφία θώρακος, αποτελεί την ενδεδειγμένη εξέταση για τη διάγνωση της πνευμονικής εμβολής.
  • Πνευμονική Αξονική Αγγειογραφία: Συνιστάται σε περιπτώσεις που υπάρχει παθολογική ακτινογραφία θώρακος ή γνωστή πνευμονική νόσος.

Προφύλαξη από θρόμβωση στην κύηση και στη λοχεία

Η πνευμονική εμβολή είναι μία από τις βασικές αιτίες θανάτου της μητέρας στην κύηση (11% των θανάτων), γι αυτό και η προφύλαξη με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους (ΗΧΜΒ) είναι μείζονος σημασίας.

Η πιο επικίνδυνη περίοδος για την εμφάνιση της θρομβοεμβολικής νόσου είναι η λοχεία (τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερος κίνδυνος από τον αντίστοιχο κατά τη διάρκεια της κύησης).

Προφύλαξη με ΗΧΜΒ κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να λαμβάνουν:

  • Οι γυναίκες με ιστορικό θρομβοφιλίας ή προηγούμενης θρόμβωσης
  • Οι γυναίκες με συνύπαρξη ενεργού καρκίνου ή συστηματικών νοσημάτων (π.χ. αυτοάνοσα νοσήματα)
  • Οι γυναίκες που συγκεντρώνουν 3 από τους παράγοντες κινδύνου.

Παράγοντες κινδύνου για θρόμβωση αποτελούν:

  • Ηλικία πάνω από 35 έτη         
  • Ακινησία
  • Παχυσαρκία (Δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30) 
  • Προεκλαμψία
  • Πολυτοκία  
  • Αφυδάτωση/Υπερέμεση/Σύνδρομο υπερδιέγερσης ωοθηκών
  • Κάπνισμα    
  • Πολύδυμη κύηση
  • Φλεβικοί κιρσοί        
  • Κυήσεις από μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής
  • Ενεργός λοίμωξη      

Θεραπεία θρομβοεμβολικής νόσου

Όταν υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία πνευμονικής εμβολής, ενδείκνυται η εμπειρική χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής πριν την οριστική διάγνωση.

Η θεραπεία διακόπτεται, αν η θρομβοεμβολική νόσος αποκλειστεί.

Όταν υπάρχει μικρή ή μέτρια κλινική υποψία πνευμονικής εμβολής, η εμπειρική χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής πριν την οριστική διάγνωση πρέπει να εξατομικεύεται.

Όταν υπάρχει υποψία για εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (χωρίς πνευμονική εμβολή), η αντιπηκτική αγωγή χορηγείται μετά τις διαγνωστικές εξετάσεις, αρκεί να ολοκληρωθούν σε εύλογο χρόνο.

Στις περισσότερες ασθενείς για τη θεραπεία της θρομβοεμβολικής νόσου προτιμάται η υποδόρια χορήγηση ΗΧΜΒ από την ενδοφλέβια ή την υποδόρια χορήγηση κλασικής ηπαρίνης, γιατί είναι πιο εύκολη στη χρήση, αποτελεσματικότερη και πιο ασφαλής.

Η ενδοφλέβια χορήγηση κλασικής ηπαρίνης προτιμάται σε ασθενείς με πολύ αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή εμμένουσα υπόταση λόγω πνευμονικής εμβολής.

Η κλασική ηπαρίνη αποτελεί πρώτη επιλογή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.

Η αντιπηκτική αγωγή διακόπτεται 24-36 ώρες πριν τον προγραμματισμένο τοκετό. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι επιθυμητό (π.χ. αυξημένος κίνδυνος υποτροπής), χορηγείται ενδοφλέβια κλασική ηπαρίνη μέχρι 4-6 ώρες πριν τον τοκετό.

Η τοποθέτηση καθετήρα για επισκληρίδιο αναλγησία επιτρέπεται, αν οι χρόνοι πηκτικότητας είναι σε φυσιολογικά επίπεδα.

Αν δεν είναι επιθυμητή η διακοπή της αντιπηκτικής κάλυψης ούτε για το παραπάνω χρονικό διάστημα (π.χ. πρόσφατη πνευμονική εμβολή), η αγωγή συνεχίζεται κανονικά ή τοποθετείται φίλτρο κάτω κοίλης φλέβας.

Αν υπάρχει κίνδυνος πρόωρου τοκετού, η θεραπεία με υποδόρια χορήγηση ΗΧΜΒ ή κλασικής ηπαρίνης διακόπτεται στις 36 εβδομάδες και αντικαθίσταται από ενδοφλέβια χορήγηση κλασικής ηπαρίνης.

Ως καθ' έξιν αποβολές ορίζονται η απώλεια τριών ή περισσότερων διαδοχικών κυήσεων.

Οι καθ’ έξιν αποβολές επηρεάζουν το 1% των ζευγαριών, ενώ έχει υπολογιστεί ότι 1-2% των κυήσεων 2ου τριμήνου καταλήγουν σε αποβολή πριν τις 24 εβδομάδες.

Καθ' έξιν αποβολές είναι μία ετερογενής κατάσταση που έχει πολλά πιθανά αίτια, ενώ πολλοί παράγοντες ταυτόχρονα μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνισή τους.

Οι παράγοντες που ενοχοποιούνται για καθ’ έξιν αποβολές μπορεί να είναι:

  • Επιδημιολογικοί (ηλικία της μητέρας, του πατέρα, ο αριθμός των προηγούμενων αποβολών και περιβαλλοντικοί παράγοντες)
  • Ανοσολογικοί (αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο και κληρονομική θρομβοφιλία)
  • Γενετικοί (χρωμοσωμικές ανωμαλίες)
  • Ανατομικοί (συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας)
  • Ανεπάρκεια τραχήλου
  • Ενδοκρινικοί (υποθυρεοειδισμός, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών)
  • Άλλοι (υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης, χαμηλά επίπεδα φυλλικού οξέος, λοιμώξεις, περιβαλλοντικές τοξίνες)

Διερεύνηση ζεύγους με καθ’ έξιν αποβολές

Τα ζευγάρια με καθ’ έξιν αποβολές πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο που να περιλαμβάνει:

  • Ιστορικό (Μαιευτικό, ατομικό αναμνηστικό, οικογενειακό)
  • Γενική εξέταση αίματος
  • Καμπύλη σακχάρου και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Δοκιμασίες θυρεοειδικής λειτουργίας
  • Διακολπικό υπερηχογράφημα / υστεροσαλπιγγογραφία
  • Υστεροσκόπηση / Λαπαροσκόπηση
  • Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα
  • Ομοκυστεΐνη, MTHFR, φυλλικό οξύ
  • Έλεγχος θρομβοφιλίας
  • Κυτταρογενετική / Ιστοπαθολογική μελέτη προϊόντων αποβολής
  • Καρυότυπος περιφερικού αίματος γονέων

Αντιμετώπιση καθ’ έξιν αποβολών

Η αντιμετώπιση των καθ’ έξιν αποβολών είναι εξατομικευμένη, ανάλογα με την κάθε ασθενή και με την υποκείμενη αιτία.

Έτσι:

Σε έγκυες γυναίκες με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, θα πρέπει να χορηγείται ασπιρίνη χαμηλής δόσης σε συνδυασμό με χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη.

Τα κορτικοστεροειδή και η ενδοφλέβια ανοσοθεραπεία με ανοσοσφαιρίνη δε βελτιώνουν τα ποσοστά ζώντων γεννήσεων σ΄ αυτές τις γυναίκες. Αντίθετα μπορεί να προκαλέσουν σημαντική μητρική και εμβρυϊκή νοσηρότητα.

Σε περιπτώσεις χρωμοσωμικών ανωμαλιών, η ανεύρεση παθολογικού καρυοτύπου στο περιφερικό αίμα ενός εκ των δύο γονέων, χρήζει παραπομπής σε κλινικό γενετιστή.

Στις περιπτώσεις αυτές, η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση με εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) προτείνεται ως θεραπευτική επιλογή.

Στις περιπτώσεις που υπάρχει ανεπάρκεια τραχήλου της μήτρας, η περίδεση (τοποθέτηση ράμματος στο έσω στόμιο του τραχήλου υπό γενική αναισθησία), σχετίζεται με πιθανούς κινδύνους από την επέμβαση, και με κίνδυνο διέγερσης σε μυομητρική δραστηριότητα, και ως εκ τούτου πρέπει να συστήνεται σε γυναίκες που πιθανόν να ωφεληθούν από αυτή.

Γυναίκες με ιστορικό αποβολών 2ου τριμήνου και υποψία τραχηλικής ανεπάρκειας που δεν έχουν υποβληθεί σε περίδεση, πρέπει να ελέγχονται με διαδοχικά υπερηχογραφήματα.

Σε γυναίκες με μονήρη κύηση και ιστορικό μίας αποβολής 2ου τριμήνου λόγω τραχηλικών αιτίων, θα πρέπει να προσφέρεται η περίδεση σε μήκος τραχήλου κάτω από 25 χιλιοστά πριν τις 24 εβδομάδες της κύησης.

Σε περιπτώσεις ενδοκρινοπαθειών, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η υποκείμενη αιτία. Θα πρέπει συνεπώς να ρυθμίζεται καλά το σάκχαρο του αίματος και η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, συνήθως με χορήγηση φαρμάκων αλλά και τροποποίηση του τρόπου ζωής.

Όσον αφορά στην κληρονομική θρομβοφιλία, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να τεκμηριώνουν στην αξία της χορήγησης ηπαρίνης για την πρόληψη των καθ’ έξιν αποβολών στο 1ο τρίμηνο, αλλά η χορήγηση ηπαρίνης κατά τη διάρκεια της κύησης βελτιώνει το ποσοστό των ζώντων γεννήσεων σε γυναίκες με αποβολές που σχετίζονται με κληρονομική θρομβοφιλία στο 2ο τρίμηνο.

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου σώματος, ένα όργανο σχήματος πεταλούδας που βρίσκεται στο λαιμό μας, μπροστά από την τραχεία.

Ο θυρεοειδής αδένας είναι σημαντικό κομμάτι της ανθρώπινης ανατομίας, επιφορτισμένος με το ρόλο της ρύθμισης του μεταβολισμού.

Ο θυρεοειδής παράγει ορμόνες, τη θυροξίνη (Τ4) και την τριωδοθυρονίνη (Τ3), που ρυθμίζουν το μεταβολισμό των ιστών, καθώς και την καλσιτονίνη, που ρυθμίζει τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα μας.

Η σύνθεση και η έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζεται από τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) που παράγεται στην υπόφυση, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από την έκκριση της θυρεοεκλυτικής ορμόνης (TRH) που παράγεται στον υποθάλαμο.

Απαραίτητο στοιχείο για τη λειτουργία του θυρεοειδούς είναι το ιώδιο, που προσλαμβάνεται κυρίως με τη διατροφή.

Οι παθήσεις του θυρεοειδούς ταξινομούνται σε κατηγορίες:

  • Παθήσεις που προκαλούν υπο-λειτουργία του αδένα (Υποθυρεοειδισμός).
  • Παθήσεις που προκαλούν υπερ-λειτουργία του αδένα (Υπερθυρεοειδισμός).
  • Φλεγμονή του θυρεοειδούς (Θυρεοειδίτιδα).
  • Καρκίνος του θυρεοειδούς.

Θυρεοειδής και Κύηση

Η ίδια η εγκυμοσύνη προκαλεί μεταβολές στη λειτουργία του σώματος της εγκύου, συμπεριλαμβανομένης και της θυρεοειδικής λειτουργίας.

Οι φυσιολογικές αλλαγές της θυρεοειδικής λειτουργίας στην κύηση έχουν πολύ καλά τεκμηριωθεί:

  • Τα επίπεδα της θυρεοσφαιρίνης (TBG) αυξάνονται λόγω της παρουσίας οιστρογόνων.
  • Η υποθαλαμική ορμόνη TSH μειώνεται λόγω της παρουσίας της β χοριακής γοναδοτροφίνης.
  • Το μέγεθος του αδένα αυξάνεται.
  • Η παραγωγή των ορμονών αυξάνεται.
  • Οι ανάγκες σε ιώδιο αυξάνονται.

Αιτιολογία Παθήσεων Θυρεοειδούς

Οι παθήσεις του θυρεοειδούς επιπλέκουν το 5% των κυήσεων. Η ίδια η εγκυμοσύνη προδιαθέτει στην εμφάνιση παθήσεων του θυρεοειδή, δεδομένου ότι αποτελεί «ιωδοπενική» κατάσταση.

Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνουν οι ανάγκες της εγκύου σε ιώδιο, για δύο λόγους:

  • επειδή το ιώδιο που βρίσκεται στο αίμα της μετακινείται διαμέσου του πλακούντα προς το έμβρυο προκειμένου να καλύψει τις δικές του ανάγκες, και
  • επειδή αποβάλλεται μεγαλύτερη ποσότητα ιωδίου με τα ούρα λόγω αυξημένης διούρησης.

Οι αυξημένες ανάγκες σε ιώδιο, που δεν καλύπτονται για οποιοδήποτε λόγο, οδηγούν στην εμφάνιση υποθυρεοειδισμού (κατάσταση στην οποία ο αδένας δεν παράγει την απαραίτητη ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών).

Ο υποθυρεοειδισμός επιπλέκει το 3% των κυήσεων και εκτός από την έλλειψη ιωδίου, οφείλεται σε αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα Hashimoto (φλεγμονή του θυρεοειδούς όπου αντισώματα της εγκύου στρέφονται κατά του αδένα), καθώς και σε ιατρογενείς παράγοντες (όπως χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς ή ακτινοβολία λόγω καρκίνου).

Αντίθετα, ο υπερθυρεοειδισμός (1% των κυήσεων) χαρακτηρίζεται από αυξημένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών και οφείλεται είτε σε αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (νόσος του Graves), είτε σε μία κατάσταση που ονομάζεται παροδικός υπερθυρεοειδισμός της κύησης και οφείλεται στη διέγερση του αδένα από τα αυξημένα επίπεδα της β-χοριακής γοναδοτροφίνης στο αίμα της εγκύου.

Άλλες, σπανιότερες αιτίες περιλαμβάνουν την τοξική πολυοζώδη βρογχοκήλη, το τοξικό αδένωμα του θυρεοειδή, τη θυρεοειδίτιδα και το struma ovarii (όγκος της ωοθήκης που περιέχει θυρεοειδικό ιστό).

Διάγνωση Παθήσεων Θυρεοειδούς

Η διάγνωση των θυρεοειδικών παθήσεων στη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να είναι δύσκολη εξαιτίας του γεγονότος ότι τα κλινικά σημεία και συμπτώματα των παθήσεων αυτών μιμούνται αυτά της εγκυμοσύνης.

Ο υποθυρεοειδισμός σχετίζεται με πρόσληψη κιλών, εύκολη κόπωση και δυσκοιλιότητα, ενώ ο υπερθυρεοειδισμός εκδηλώνεται με ναυτία, αυξημένη όρεξη και μεταβολές στη διάθεση.

Οι τρέχουσες οδηγίες από τις μεγάλες επιστημονικές εταιρείες συνιστούν τον προσδιορισμό της TSH στο αίμα εγκύων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης θυρεοειδοπάθειας πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Οι υπόλοιπες εργαστηριακές εξετάσεις (fT3, fT4) χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της βαρύτητας των θυρεοειδικών παθήσεων και για τη διάκριση μεταξύ κλινικής και υποκλινικής (ασυμπτωματικής) νόσου.

Η κλινική απόφαση για τη διάγνωση των παθήσεων του θυρεοειδούς βασίζεται στο συνδυασμό των επιπέδων της TSH και της κλινικής εικόνας της ασθενούς.

Στις περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού, η TSH εμφανίζεται αυξημένη στο αίμα της εγκύου, ενώ στον υπερθυρεοειδισμό, μειωμένη.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες μπορεί να είναι εκτός ορίων στις κλινικές μορφές των παθήσεων, ή φυσιολογικές στις περιπτώσεις των υποκλινικών (ασυμπτωματικών) μορφών.

Κίνδυνοι Παθήσεων Θυρεοειδούς

Τόσο ο υποθυρεοειδισμός, όσο και ο υπερθυρεοειδισμός, αν μείνουν χωρίς θεραπεία, έχουν σοβαρές επιπλοκές τόσο για την έγκυο, όσο και για το έμβρυο.

Ο κλινικός αλλά και ο ασυμπτωματικός υποθυρεοειδισμός, έχουν σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολών, υπερτασικής νόσου της εγκυμοσύνης, αποκόλλησης πλακούντα, πρόωρου τοκετού και φτωχής νευρολογικής ανάπτυξης του νεογνού.

Ο κλινικός υποθυρεοειδισμός έχει επίσης συνδεθεί με αναιμία της εγκύου και αιμορραγία μετά τον τοκετό, ενώ η ασυμπτωματική μορφή με αυξημένα ποσοστά καισαρικής τομής, σακχαρώδη διαβήτη της κύησης, ισχιακής προβολής του εμβρύου (όπου το έμβρυο κατεβαίνει με τα πόδια), νεογνά με μικρό βάρος γέννησης, εμβρυϊκή υποξία, μεγαλύτερη ανάγκη εισαγωγής στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας.

Μία πολύ σημαντική επιπλοκή του υποθυρεοειδισμού είναι η σοβαρή μορφή διανοητικής καθυστέρησης που εμφανίζεται στα νεογνά (κρετινισμός).

Ο υπερθυρεοειδισμός συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένων αποβολών, προεκλαμψίας, χαμηλού βάρους γέννησης ή ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης και δυσλειτουργίας της καρδιάς της εγκύου, και ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με την πλημμελή ρύθμιση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.

Θεραπεία Παθήσεων Θυρεοειδούς

Υποθυρεοειδισμός

Το φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού είναι η λεβοθυροξίνη. Ο στόχος του φαρμάκου είναι να επανέλθουν τα επίπεδα της TSH στο φυσιολογικό, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη τις φυσιολογικές τιμές στη διάρκεια της κύησης.

Η κύηση αυξάνει τις ανάγκες σε λεβοθυροξίνη σε γυναίκες που πάσχουν από υποθυρεοειδισμό πριν τη σύλληψη.

Αυτές οι γυναίκες πρέπει να έχουν επίπεδα TSH κάτω από 2,5 mIU/l πριν από τη σύλληψη, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα υποθυρεοειδισμού στην κύηση.

Παρόλα αυτά, το 27% των γυναικών που λαμβάνουν λεβοθυροξίνη πριν τη σύλληψη τελικώς θα έχουν αυξημένα επίπεδα TSH στη διάρκεια της κύησης.

Συνεπώς, η τρέχουσα σύσταση προτείνει μία αύξηση της δόσης κατά 25-30%, αμέσως με την υποψία πιθανής κύησης. Το φάρμακο αυτό μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, καθώς μοιάζει με τη φυσική θυροξίνη που παράγει ο θυρεοειδής αδένας.

Η λεβοθυροξίνη απορροφάται από τον οργανισμό μόνο κατά 60-80%, ενώ η ταυτόχρονη λήψη τροφής, καφεΐνης και σιδήρου μειώνει περαιτέρω την απορρόφηση.

Συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται το πρωί, τουλάχιστον μία ώρα πριν το πρόγευμα. Η παρακολούθηση των γυναικών αυτών επιβάλλει τον προσδιορισμό της TSH κάθε 4 εβδομάδες μέχρι τη μέση της κύησης, και τουλάχιστον μία φορά στις 26 και 32 εβδομάδες.

Υπερθυρεοειδισμός

Εκτός εγκυμοσύνης, η θεραπεία της νόσου του Graves περιλαμβάνει χορήγηση ραδιενεργού Ιωδίου, αντιθυροειδικά φάρμακα και/ή χειρουργική επέμβαση.

Στην εγκυμοσύνη, η επιλογή του ραδιενεργού Ιωδίου δεν υφίσταται.

Η χειρουργική επέμβαση (ολική θυρεοειδεκτομή), προκαλεί ιατρογενή υποθυρεοειδισμό, ο οποίος πρέπει να ρυθμιστεί πριν τη σύλληψη.

Στη διάρκεια της κύησης, ακόμα και σε περιπτώσεις παρουσίας θερμών όζων ή καρκίνου, μπορεί να αναβληθεί για μετά τον τοκετό.

Τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο του υπερθυρεοειδισμού σε γυναίκες που σχεδιάζουν μία εγκυμοσύνη, αλλά και σε περιπτώσεις νόσου του Graves που πρωτο-διαγιγνώσκονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Το αντιθυρεοειδικό φάρμακο μεθιμαζόλη σχετίζεται με κάποιες συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου εάν χορηγηθεί στο 1ο τρίμηνο, αλλά αυτές είναι αρκετά σπάνιες σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Το δεύτερο, συχνά χορηγούμενο, αντιθυρεοειδικό φάρμακο είναι η προπυλθυουρακίλη, η οποία δε σχετίζεται με συγγενείς ανωμαλίες, όμως σε σπάνιες επίσης περιπτώσεις ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο ηπατοτοξικότητας στη μητέρα.

Οι τρέχουσες οδηγίες από τις μεγάλες επιστημονικές εταιρείες συνιστούν τη χορήγηση προπυλθυουρακίλης στο 1ο τρίμηνο προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος συγγενών ανωμαλιών, και μετά το 1ο τρίμηνο χορήγηση μεθιμαζόλης, για να μειωθεί ο κίνδυνος ηπατοτοξικότητας.

Και τα δύο αντιθυρεοειδικά φάρμακα είναι εφάμιλλα στη ρύθμιση του υπερθυρεοειδισμού. Μετά την αλλαγή του φαρμάκου, συστήνεται έλεγχος της TSH και έκτοτε κάθε 4-6 εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί η ευθυρεοειδική κατάσταση.

Ο ρόλος του ιωδίου στις Παθήσεις Θυρεοειδούς

Το ιώδιο αποτελεί το θεμέλιο λίθο της φυσιολογικής λειτουργίας του θυρεοειδή. Το ιώδιο προσλαμβάνεται στον οργανισμό διαμέσου της διατροφής.

Οι τροφές που είναι πλούσιες σε Ιώδιο είναι τα ψάρια, τα θαλασσινά και τα οστρακοειδή, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα (μέσω ζωοτροφών εμπλουτισμένων σε ιώδιο).

Η κυριότερη όμως πηγή ιωδίου, είναι το ιωδιούχο αλάτι. Πολλές χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, έχουν ενσωματώσει την ιωδίωση του άλατος στα Εθνικά τους Προγράμματα Δημόσιας Υγείας, για την πρόληψη των παθήσεων του θυρεοειδή.

Συνεπώς καταστάσεις όπως η αλλεργία στο ψάρι και στα θαλασσινά, δίαιτες φτωχές σε αλάτι και η νέα τάση της φυτοφαγίας, μειώνουν την πρόσληψη Ιωδίου και προδιαθέτουν σε παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα.

Η εγκυμοσύνη είναι μία κατάσταση δυνητικά ιωδοπενική, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ημερήσιες ανάγκες της εγκύου σε Ιώδιο σχεδόν διπλασιάζονται (250 μg/L έναντι 150 μg/L, που είναι εκτός κύησης).

Όταν οι ανάγκες αυτές δεν καλύπτονται, εμφανίζονται οι παθήσεις του θυρεοειδούς.

Με αυτό το σκεπτικό, και με στόχο την αποφυγή των σοβαρών επιπλοκών στην έγκυο και στο έμβρυο, η Ελληνική Μαιευτική και Γυναικολογική Εταιρεία (ΕΜΓΕ) πρόσφατα εξέδωσε οδηγία σύμφωνα με την οποία όλες οι έγκυες πρέπει να λαμβάνουν καθημερινά 250 μg Ιωδίου είτε από τη διατροφή, είτε με τη μορφή συμπληρωμάτων διατροφής.

Ως πρόωρος τοκετός ορίζεται η παρουσία επώδυνων ψηλαφητών συστολών της μήτρας με επαρκή συχνότητα και ένταση, ώστε να προκαλούν αλλαγές στον τράχηλο της μήτρας πριν από τη συμπλήρωση των 37 εβδομάδων της κύησης, μετά από τις οποίες θεωρείται ένα νεογνό τελειόμηνο.

Ο πρόωρος τοκετός αφορά περίπου το 12% των κυήσεων.

Οι ακριβείς μηχανισμοί του πρόωρου τοκετού δεν είναι μέχρι σήμερα γνωστοί, αλλά οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Ηλικία (εφηβεία, προχωρημένη ηλικία της μητέρας)
  • Χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση
  • Φυλή (Αφρικανική – Αμερικανική)
  • Γνωστές ανωμαλίες της μήτρας (ανεπάρκεια τραχήλου, συγγενείς διαταραχές, ινομυώματα)
  • Τραυματισμός (τροχαία, πτώσεις, ενδοοικογενειακή βία)
  • Κάπνισμα
  • Πλημμελής θρέψη και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος
  • Λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος
  • Λοιμώξεις άλλων συστημάτων (π.χ. πνευμονία, ελονοσία, τυφοειδής πυρετός)
  • Πρόωρη ρήξη των υμένων
  • Αύξηση μεγέθους της μήτρας (πολύδυμη κύηση, υδράμνιο)
  • Αιμορραγία πριν τις 24 εβδομάδες
  • Συμβάματα που σχετίζονται με οξεία κοιλία (σκωληκοειδίτιδα, ρήξη κύστης ωοθήκης)
  • Βραχύς τράχηλος
  • Προηγούμενο χειρουργείο τραχήλου (κωνοειδής εκτομή)
  • Προηγούμενος πρόωρος τοκετός ή προηγηθείσα αποβολή 2ου τριμήνου
  • Ιστορικό επαναλαμβανόμενων διακοπών κύησης

Πρόβλεψη Πρόωρου Τοκετού

Σήμερα είμαστε σε θέση να προβλέψουμε τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού με διάφορες μεθόδους. Αρχικά με τη μέτρηση του μήκους του τραχήλου της μήτρας με το διακολπικό υπερηχογράφημα, και στη συνέχεια με τον προσδιορισμό διαφόρων βιοχημικών παραμέτρων, όπως η εμβρυϊκή φιμπρονεκτίνη, η οποία ανιχνεύεται με ειδικά κιτ από τις εκκρίσεις του κόλπου.

Παρεμβάσεις για την Πρόληψη του Πρόωρου Τοκετού

Ο πρόωρος τοκετός μπορεί να προληφθεί μέσα από συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως:

  • Η περίδεση τραχήλου, η οποία πραγματοποιείται σε περιπτώσεις που ο τράχηλος της μήτρας ανεπαρκεί (ανιχνεύεται κοντός στο υπερηχογράφημα) και μπορεί να είναι προφυλακτική (περίπου στις 14 εβδομάδες της κύησης) ή επείγουσα (όταν διαπιστωθούν εξάλειψη και διαστολή του τραχήλου). Η περίδεση τραχήλου γίνεται στο χειρουργείο με γενική αναισθησία και τοποθέτηση ενός ράμματος κυκλοτερώς γύρω από το έσω στόμιο του τραχήλου.
  • Η έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση της βακτηριδιακής κολπίτιδας πριν την 20η εβδομάδα κύησης. Η τελευταία πραγματοποιείται με καλλιέργεια του κολπικού υγρού και τοπική συνήθως χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής.
  • Η χορήγηση προγεστερόνης, η οποία χορηγείται από τον κόλπο (200 mg) προκειμένου να μειώσει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού σε εγκύους με μονήρη κύηση και ιστορικό προηγούμενου πρόωρου τοκετού ή σε εγκύους με βραχύ τράχηλο, αλλά δεν υπάρχει ανάδειξη ωφέλειας από τη χορήγηση σε πολύδυμες κυήσεις.

Θεραπεία Πρόωρου Τοκετού

Σε περιπτώσεις που ο πρόωρος τοκετός είναι εγκατεστημένος, έχουν δηλαδή ξεκινήσει οι πρόωρες συστολές της μήτρας, είναι ενδεδειγμένη η χορήγηση τοκολυτικής φαρμακευτικής αγωγής που γίνεται συνήθως μετά την εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο για παρακολούθηση και κλινικοεργαστηριακό έλεγχο.

Η φαρμακευτική αγωγή αποτελείται από διάφορα σκευάσματα που χορηγούνται είτε από το στόμα είτε ενδοφλέβια, με βάση τα πρωτόκολλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες των μεγάλων επιστημονικών εταιρειών.

Παράλληλα με τη χορήγηση της τοκολυτικής θεραπείας, απαραίτητη είναι και η παρακολούθηση του εμβρύου με μαιευτικό υπερηχογράφημα και καρδιοτοκογράφημα.

Εάν κριθεί ότι παρά τη χορήγηση τοκολυτικής θεραπείας, ο πρόωρος τοκετός είναι αναπόφευκτος, πρέπει να χορηγούνται έγκαιρα κορτικοστεροειδή (βηταμεθαζόνη) στην έγκυο, καθώς έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν στην ωρίμανση του αναπνευστικού συστήματος του πρόωρου νεογνού, και συνεπώς μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης του συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας.

Επίσης, μειώνουν και το ποσοστό νεογνικού θανάτου καθώς και τη συχνότητα εμφάνισης ενδοκοιλιακής εγκεφαλικής αιμορραγίας.

Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) της κύησης, είναι η ποικίλου βαθμού διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων που εμφανίζεται ή διαγιγνώσκεται για πρώτη φορά στη διάρκεια της κύησης.

Αφορά το 90% των περιπτώσεων σακχαρώδους διαβήτη στην κύηση, ενώ ο προϋπάρχων ΣΔ τύπου 2 αφορά το 8% των περιπτώσεων. Συνολικά, ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης αφορά το 3-10% των κυήσεων.

Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της πάθησης είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς τα νεογνά των μητέρων με προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτης έχουν διπλάσιο κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού στον τοκετό, τριπλάσιο κίνδυνο καισαρικής τομής και τετραπλάσιο κίνδυνο εισαγωγής στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών.

Διάγνωση Σακχαρώδους Διαβήτη

Οι οδηγίες από τις διεθνείς επιστημονικές εταιρείες συστήνουν τον πληθυσμιακό έλεγχο των εγκύων να γίνεται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, με την πραγματοποίηση της καμπύλης σακχάρου (προσδιορισμός σακχάρου από το περιφερικό αίμα της εγκύου νηστικής, και 1 και 2 ώρες μετά τη λήψη 75 γραμμαρίων διαλύματος γλυκόζης).

Τρεις μέρες πριν την πραγματοποίηση της καμπύλης σακχάρου, οι γυναίκες πρέπει να καταναλώνουν γεύματα πλούσια σε υδατάνθρακες.

Εάν μία από τις τιμές που λαμβάνονται είναι εκτός των φυσιολογικών ορίων, τότε γίνεται διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη της κύησης. Η σύσταση αφορά ασυμπτωματικές εγκύους χωρίς προηγούμενη διάγνωση ΣΔ τύπου 1 ή τύπου 2.

Η διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 συνήθως γίνεται μετά την εμφάνιση κάποιου επεισοδίου υπεργλυκαιμίας, κέτωσης και αφυδάτωσης. Η διάγνωση είναι πιο συχνή στην παιδική ηλικία ή κατά τη διάρκεια της εφηβείας, ενώ είναι σπάνια στην κύηση.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 διαγιγνώσκεται όταν ανευρίσκονται εκτός κύησης συγκεκριμένα εργαστηριακά κριτήρια (σάκχαρο νήστεως πάνω από 126 mg/dl, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη πάνω από 6,5%, σάκχαρο αίματος 2 ώρες μετά τη λήψη 75 γραμμαρίων διαλύματος γλυκόζης πάνω από 200 mg/dl).

Θεραπεία Σακχαρώδους Διαβήτη

Στόχος της θεραπείας είναι η επίτευξη καλού γλυκαιμικού ελέγχου στη διάρκεια της κύησης, τόσο για το σακχαρώδη διαβήτη κύησης, όσο και για τον προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2.

Αυτό επιτυγχάνεται με έναν συνδυασμό από τις παρακάτω παρεμβάσεις:

  • Δίαιτα: Όλες οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη κύησης πρέπει να ακολουθούν κατάλληλη δίαιτα, με στόχο την επίτευξη ευγλυκαιμίας, την πρόληψη κέτωσης, την επαρκή αύξηση του σωματικού βάρους και την εξασφάλιση της «καλής κατάστασης» του εμβρύου. Η θερμιδική κάλυψη πρέπει να εξασφαλίζεται με υδατάνθρακες (33-40%), πρωτεΐνες (20%) και λίπη, κυρίως ακόρεστα (40%). Συνήθως δίνονται οδηγίες για 3 γεύματα και 3 σνακ ημερησίως. Στις υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες, τα σνακ συχνά παραλείπονται.
  • Άσκηση: Η φυσική άσκηση είναι χρήσιμη και ενθαρρύνεται στις παραπάνω έγκυες, αρκεί να μην υπάρχουν ιατρικές ή μαιευτικές αντενδείξεις (όπως για παράδειγμα προδρομικός πλακούντας, αιμορραγίες, ανεπάρκεια τραχήλου).
  • Χορήγηση Ινσουλίνης: Εάν με τη δίαιτα δε μπορεί να επιτευχθεί ο έλεγχος των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα, ενδείκνυται η χορήγηση ινσουλίνης σε υποδόρια χορήγηση. Αν είναι αυξημένο το σάκχαρο νηστείας, επιλέγεται ινσουλίνη μέσης διάρκειας δράσης (π.χ. NPH). Αν είναι αυξημένο το μεταγευματικό σάκχαρο, επιλέγεται ινσουλίνη βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. lispro ή aspart).

Έλεγχος του Εμβρύου

Ο στενός έλεγχος της κατάστασης του εμβρύου (με καρδιοτογραφία, βιοφυσικό προφίλ, καταγραφή εμβρυϊκών σκιρτημάτων) θα πρέπει να ξεκινά στις 32 εβδομάδες.

Ανάμεσα στις επιλογές είναι η επανάληψη του καρδιοτοκογραφήματος μία φορά την εβδομάδα μέχρι τις 36 εβδομάδες και στη συνέχεια δύο φορές την εβδομάδα μέχρι τον τοκετό.

Σε μαιευτικές επιπλοκές ή ανεπαρκή ρύθμιση του σακχάρου, ο έλεγχος πρέπει να αρχίζει νωρίτερα και να γίνεται συχνότερα.

Η υπερηχογραφική εκτίμηση του εμβρυϊκού βάρους ξεκινά στις 28 - 32 εβδομάδες και μπορεί να επαναλαμβάνεται ανά 2 εβδομάδες.

Οι αντίστοιχες μετρήσεις στις 38 εβδομάδες παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες εν όψει του επικείμενου τοκετού.

Τοκετός – Λοχεία

Οι γυναίκες που ρυθμίζουν επαρκώς το σάκχαρό τους με δίαιτα και άσκηση και δεν παρουσιάζουν άλλες μαιευτικές επιπλοκές ενθαρρύνονται να γεννήσουν φυσιολογικά.

Εάν ο τοκετός δεν ξεκινήσει αυτόματα, πρέπει να υποβάλλονται σε πρόκληση τοκετού το αργότερο στις 41 εβδομάδες.

Επί άλλων επιπλοκών ή αρρύθμιστου σακχαρώδη διαβήτη κύησης, οι αποφάσεις για το χρόνο του τοκετού πρέπει να εξατομικεύονται.

Η προγραμματισμένη καισαρική τομή πρέπει να προτιμάται αν το υπολογιζόμενο εμβρυϊκό βάρος ξεπερνά τα 4.500 g.

Σχεδόν όλες οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη κύησης έχουν καλά επίπεδα σακχάρου αμέσως μετά τον τοκετό.

Παρ’ όλα αυτά, προτείνεται παρακολούθηση των επιπέδων σακχάρου για τουλάχιστον 24-ώρες μετά τον κολπικό τοκετό και 48-ώρες μετά την καισαρική τομή. Δεν απαιτούνται συνήθως ιδιαίτεροι περιορισμοί στη διατροφή τους.

Ο θηλασμός σε αυτές τις γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνεται.

Όλες οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη κύησης πρέπει να υποβάλλονται σε 2-ωρη καμπύλη σακχάρου (75 g Glu) 6-12 εβδομάδες μετά τον τοκετό.

Ο έλεγχος της γλυκαιμικής τους κατάστασης είναι χρήσιμο να επαναλαμβάνεται ανά 3 χρόνια.

Η ναυτία και ο έμετος στην κύηση είναι συχνά συμπτώματα που εκδηλώνονται στο 70-85% των εγκύων.

Από επιδημιολογική σκοπιά, η υπερέμεση της κύησης είναι η σπάνια εκείνη κατάσταση (0,5-2% των κυήσεων), η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονη και σοβαρή ναυτία και εμέτους κατά τη διάρκεια της κύησης που οδηγούν σε αφυδάτωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, διατροφική ανεπάρκεια, απώλεια βάρους και κέτωση.

Αν η υπερέμεση της κύησης αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές από το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), και να προκαλέσει ηπατική και νεφρική βλάβη, αλλά αυτές οι επιπλοκές είναι πλέον σπάνιες στις ανεπτυγμένες χώρες.

Η αιχμή της δράσης της υπερέμεση κύησης είναι στις 8 - 9 εβδομάδες, και συνήθως υποχωρεί μετά τις 14 εβδομάδες.

Η αιτιολογία της υπερέμεσης είναι άγνωστη.

Πολλές θεωρίες έχουν προταθεί για την εξήγηση της υπερέμεσης. μία από αυτές προτείνει τη συσχέτισή της με τα υψηλά επίπεδα της χοριακής γοναδοτροφίνης και της οιστραδιόλης. Επίσης έχει ενοχοποιηθεί η ψυχολογική προδιάθεση.

Ο κίνδυνος εμφάνισης υπερέμεσης αυξάνει με τα εξής:

  • Μικρή ηλικία της εγκύου
  • Οικογενειακό ιστορικό υπερέμεσης
  • Θήλυ έμβρυο
  • Χαμηλός δείκτης μάζας σώματος
  • Πολύδυμη κύηση
  • Μη λευκή φυλή
  • Ιστορικό υπερέμεσης σε προηγούμενη κύηση
  • Ημικρανίες
  • Υπερθυρεοειδισμός
  • Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Ίλιγγος
  • Σακχαρώδης διαβήτης προ κύησης

Διάγνωση Υπερέμεσης Κύησης

Η διάγνωση της υπερέμεσης είναι εύκολη και γίνεται με την κλινική και εργαστηριακή διερεύνηση.

Στην αρχή της κύησης, η έγκυος μπορεί να παρουσιάζει ναυτία και έμετο, συμπτώματα που ενδέχεται να γίνουν επίμονα και σοβαρά και να οδηγήσουν σε απώλεια περισσότερου του 5% του σωματικού της βάρους και αφυδάτωση.

Σε περισσότερο από 60% των περιπτώσεων, παρουσιάζεται εκσεσημασμένη σιελόρροια (πτυαλισμός).

Μπορεί επίσης να υπάρχει ταχυκαρδία, αλλαγές στο θυμικό και στη διάθεση, αϋπνία, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, και αίσθημα άγχους ή κατάθλιψης.

Η έγκυος ενδέχεται να παρουσιάζει απώλεια σωματικού βάρους (2 - 16 kg), ή αδυναμία αύξησης βάρους.

Μπορεί να υπάρχουν σημεία αφυδάτωσης (ξηροί βλεννογόνοι, μειωμένη σπαργή δέρματος), κίτρινη χρώση δέρματος (ίκτερος), ταχυσφυγμία, και ενίοτε πυρετός. Ορθοστατική υπόταση μπορεί να εμφανιστεί, ενώ η οφθαλμολογική εξέταση αποκαλύπτει μικροαιμορραγίες στον αμφιβληστροειδή.

Σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει χαρακτηριστική απόπνοια οξόνης.

Η εργαστηριακή διερεύνηση της υπερέμεσης πρέπει να περιλαμβάνει:

  • Γενική αίματος
  • Γενική ούρων
  • Ουρία, κρεατινίνη
  • Ηλεκτρολύτες ορού
  • Ηπατικούς δείκτες
  • Δείκτες θυρεοειδικής λειτουργίας
  • Χοριακή γοναδοτροπίνη
  • Αμυλάση ορού και ούρων
  • Χολερυθρίνη ορού

Πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφικός έλεγχος, για τον αποκλεισμό μύλης κύησης και τη διάγνωση πολύδυμης κύησης.

Πρόληψη της Υπερέμεσης

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για την πρόληψη της υπερέμεσης, που περιλαμβάνουν:

  • Λήψη σκευασμάτων πολυβιταμινών την εποχή της σύλληψης, σε γυναίκες με ιστορικό υπερέμεσης σε προηγούμενη κύηση
  • Ανάπαυση
  • Αποφυγή ερεθισμάτων που μπορεί να πυροδοτήσουν τα συμπτώματα (έντονες οσμές, γεύσεις, κ.λπ.)
  • Αποφυγή σκευασμάτων σιδήρου
  • Αποφυγή λιπαρών τροφών και καρυκευμάτων
  • Μικρά και συχνά γεύματα με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες
  • Λήψη δισκίων πιπερόρριζας (ginger) – Υπάρχουν στα καταστήματα με είδη συμπληρωμάτων διατροφής

Θεραπεία Υπερέμεσης Κύησης

Η έγκυος με σοβαρή υπερέμεση πρέπει να εισάγεται στο νοσοκομείο, για να διερευνηθεί εργαστηριακά, και κυρίως για την αντιμετώπιση της αφυδάτωσης και των ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Δε χορηγείται τίποτα από το στόμα. Η σίτιση μπορεί να γίνει εντερικά ή παρεντερικά. Συχνά συνιστάται η χορήγηση βιταμινών, ειδικά βιταμίνης Β6, βιταμίνης C και βιταμίνης Β1.

Βασική είναι η χορήγηση αντιεμετικών φαρμάκων, η οποία συνήθως γίνεται ενδοφλέβια. Σε σοβαρότερες καταστάσεις ή σε περιπτώσεις μη ανταπόκρισης στα αντιεμετικά φάρμακα, χορηγούνται κορτικοστεροειδή (μεθυλπρεδνιζολόνη).

Η πρόγνωση υπερέμεσης συνήθως είναι εξαιρετική. Η κατάσταση είναι αυτοϊάσιμη και υποχωρεί μέχρι την 20η εβδομάδα.

Όμως αν η υπερέμεση παραμείνει χωρίς θεραπεία, μπορεί να έχει σοβαρές επιπλοκές. Έγκυες που αυξάνουν το βάρος τους λιγότερο από 7 Kg σε όλη τη διάρκεια της κύησης έχουν αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού.

Ο κίνδυνος επανεμφάνισης υπερέμεσης σε επόμενες κυήσεις είναι 16-19%, δηλαδή 29 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο από τις εγκύους που δεν εμφάνισαν ποτέ υπερέμεση.

Διάγνωση Προεκλαμψίας

Για να μπει η διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης (ΑΥ), η Αρτηριακή Πίεση (ΑΠ) πρέπει να βρίσκεται αυξημένη σε τουλάχιστον δύο μετρήσεις με διαφορά ίση ή μεγαλύτερη των 6 ωρών.

Υπέρταση θεωρείται η ανεύρεση της συστολικής ΑΠ (ΣΑΠ) πάνω από 140 mmHg ή της διαστολικής Αρτηριακής Πίεσης (ΔΑΠ) πάνω από 90 mmHg.

Προεκλαμψία θεωρείται ως ο συνδυασμός της ΑΥ στην κύηση μαζί με λευκωματουρία (λεύκωμα ούρων 24ώρου πάνω από 300 mg.

Η προεκλαμψία μπορεί να είναι ήπια ή σοβαρή. Σοβαρή θεωρείται η προεκλαμψία όταν έχουμε:

  • ΣΑΠ πάνω από 160 mmHg ή ΔΑΠ πάνω από 110 mmHg
  • Οπτικές και νευρολογικές διαταραχές (θάμπωμα, σκοτώματα, σοβαρή κεφαλαλγία, μεταβολή επιπέδου συνείδησης)
  • Συμπτώματα διάτασης του ήπατος (πόνος στο στομάχι ή στο δεξιό υποχόνδριο, ναυτία, έμετοι)
  • Διαταραχή της λειτουργίας του ήπατος (αύξηση των τρανσαμινασών)
  • Θρομβοπενία (ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων)
  • Λεύκωμα στα ούρα 24ώρου πάνω από 5 γραμμάρια.
  • Ελάττωση της διούρησης (ούρα 24ώρου κάτω από μισό λίτρο)
  • Σοβαρή καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου

Θεραπεία Προεκλαμψίας

Στόχος της θεραπείας είναι να διατηρούμε καλά επίπεδα ΑΠ καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης και καλό έλεγχο των εργαστηριακών ευρημάτων.

Για την αντιμετώπιση της Αρτηριακής Υπέρτασης χορηγούμε αντιυπερτασικά φάρμακα. Η αντιυπερτασική αγωγή είναι απολύτως απαραίτητη στη σοβαρή ΑΥ, κυρίως, για την πρόληψη των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων.

Η θεραπεία της προεκλαμψίας θέλει περίσκεψη και σύνεση, καθώς η επιθετική αντιμετώπιση της Αρτηριακής Υπέρτασης στην κύηση (π.χ. απότομη πτώση της Αρτηριακής Πίεσης, βεβιασμένη έναρξη φαρμακευτικής θεραπείας) μπορεί να οδηγήσει σε μητρικές ή εμβρυϊκές επιπλοκές (π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο, ισχαιμία μυοκαρδίου, υποάρδευση του εμβρύου).

Παρακολούθηση της Κύησης

Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της σοβαρής προεκλαμψίας και να τα αναφέρουν αμέσως στο μαιευτήρα τους.

Επιπλέον, πρέπει να επικοινωνούν άμεσα μαζί του σε περιπτώσεις κολπικής αιμόρροιας, κοιλιακού άλγους, ελάττωσης των εμβρυϊκών σκιρτημάτων ή συμπτωμάτων επαπειλούμενου πρόωρου τοκετού.

Ο περιορισμός της φυσικής δραστηριότητας, ίσως προλαμβάνει σε κάποιο βαθμό την επιδείνωση της Αρτηριακής Υπέρτασης.

Η χορήγηση χαμηλών δόσεων ασπιρίνης σε γυναίκες με μέτριο ή υψηλό κίνδυνο εμφάνισης προεκλαμψίας φαίνεται να ασκεί, έστω και μερικώς, προστατευτική δράση.

Η επανεκτίμηση της εγκύου με υπερτασική νόσο πρέπει να γίνεται σε πολύ τακτική βάση.

Σε κάθε επίσκεψη πρέπει να μετράται η Αρτηριακή Πίεση, να ελέγχεται η ανάπτυξη του εμβρύου και να γίνεται stick ούρων.

Ο εργαστηριακός έλεγχος σε υπερτασική νόσο της κύησης πρέπει να γίνεται σε πολύ τακτική βάση και να περιλαμβάνει:

  • Γενική αίματος,
  • Γενική ούρων
  • Ουρία, κρεατινίνη, ουρικό οξύ
  • Ηλεκτρολύτες
  • Τρανσαμινάσες, LDH
  • Έλεγχο πηκτικότητας

Παρακολούθηση του Εμβρύου

Σε υπερτασική νόσο της κύησης προτείνεται η καθημερινή καταγραφή των εμβρυϊκών σκιρτημάτων. Ο υπερηχογραφικός προσδιορισμός του εμβρυϊκού βάρους γίνεται ανά 3 - 4 εβδομάδες.

Η κατάσταση του εμβρύου παρακολουθείται με βιοφυσικό προφίλ ή συνδυασμό καρδιοτοκογραφίας και μέτρησης του όγκου του αμνιακού υγρού.

Οι εξετάσεις παρακολούθησης εμβρύου επαναλαμβάνονται τουλάχιστον κάθε εβδομάδα ή, επί σχετικών ενδείξεων, πολύ συχνότερα. Το Doppler είναι απαραίτητο για την εκτίμηση των εμβρύων με ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης.

Η χορήγηση κορτικοστεροειδών (βηταμεθαζόνης) για διέγερση της πνευμονικής ωριμότητας του εμβρύου πριν τις 34 εβδομάδες, ίσως έχει θέση στην ήπια και σοβαρή προεκλαμψία και στη σοβαρή Αρτηριακής Υπέρτασης.

Τοκετός

Η οριστική θεραπεία της προεκλαμψίας είναι ο τερματισμός της κύησης.

Στην επιλογή του χρόνου τερματισμού της κύησης λαμβάνονται υπ’ όψιν οι κίνδυνοι για τη μητέρα και το έμβρυο, η ηλικία κύησης και η σοβαρότητα της υπερτασικής νόσου.

Σε ήπια Αρτηριακή Υπέρταση - προεκλαμψία, χωρίς την εμφάνιση άλλων επιπλοκών, ο τοκετός μπορεί να προγραμματιστεί σε ηλικία κύησης μεγαλύτερης από τις 37 εβδομάδες.

Σε κάθε περίπτωση δε θα πρέπει να καθυστερεί πέρα των 40 εβδομάδων. Σε περιπτώσεις σοβαρής Αρτηριακής Υπέρτασης - προεκλαμψίας, ο τοκετός μπορεί να προγραμματιστεί σε ηλικία κύησης μεγαλύτερης από τις 34 εβδομάδες ή επί σχετικών ενδείξεων, νωρίτερα.

Η υπερτασική νόσος της κύησης, κυρίως επί ωρίμανσης του τραχήλου, δεν αποτελεί αντένδειξη για κολπικό τοκετό, αρκεί να το επιτρέπει η κατάσταση της μητέρας και του εμβρύου και να μην υπάρχουν άλλοι μαιευτικοί λόγοι για καισαρική τομή.

Ο παρατεταμένος τοκετός πρέπει να αποφεύγεται, ιδιαίτερα στη σοβαρή ΑΥ- προεκλαμψία.

Στις γυναίκες με υπερτασική νόσο της κύησης που υποβάλλονται σε τοκετό παρακολουθούμε τουλάχιστον ανά μία ώρα τα ζωτικά σημεία, τη διούρηση / λευκωματουρία και τα σημεία / συμπτώματα σοβαρής προεκλαμψίας.

Οι συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις επαναλαμβάνονται το λιγότερο κάθε 6 ώρες.

Η επισκληρίδιος και η ραχιαία αναισθησία φαίνεται να πλεονεκτούν, αρκεί να μην υπάρχει θρομβοπενία.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική είναι η μοναδική στην Ελλάδα που λειτουργεί μέσα σε ένα μεγάλο, υπερσύγχρονο Γενικό Νοσοκομείο.

Διαθέτει 24ωρη ετοιμότητα και στελεχώνεται από έμπειρο και επιστημονικά καταρτισμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

Η συνεργασία με ιατρούς όλων των ειδικοτήτων, εξασφαλίζει την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας στη μητέρα και το παιδί, με την ασφάλεια που προσφέρει ένα σύγχρονο Γενικό Νοσοκομείο.

Βασίζει την παροχή υπηρεσιών υγείας σε Μαιευτικά Πρωτόκολλα και κατευθυντήριες οδηγίες μεγάλων επιστημονικών εταιριών.

Τα πρωτόκολλα αυτά αποτελούν έναν χρήσιμο κλινικό οδηγό που βοηθά τους Ιατρούς στις καθ’ ημέραν ιατρικές τους πράξεις, καθώς και τις Μαίες στην άσκηση του νοσηλευτικού τους έργου, με στόχο πάντοτε την απόλυτη διασφάλιση των ποιοτικών και επιστημονικά άρτιων υπηρεσιών της Κλινικής.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, έχει λάβει πιστοποίηση των υπηρεσιών της σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητας ISO και TEMOS «Quality in International Patient Care» και «Excellence in Medical Tourism» για την παροχή υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες σε διεθνείς ασθενείς.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, ενθαρρύνει το μητρικό θηλασμό από την πρώτη κιόλας στιγμή της γέννησης του παιδιού.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική εφαρμόζει την πολιτική της παραμονής του νεογέννητου στο δωμάτιο (rooming in) εάν το επιθυμούν οι γονείς και διαθέτει έμπειρο προσωπικό που ανά πάσα στιγμή είναι διαθέσιμο για να ενημερώσει και να βοηθήσει τους νέους γονείς στα πρώτα τους βήματα με το νέο μέλος της οικογένειάς τους.

Μεγάλο και νευραλγικό τμήμα της ΓΑΙΑ Μαιευτικής - Γυναικολογικής είναι η υπερσύγχρονη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών τριών επιπέδων, που μπορεί να νοσηλεύσει με πλήρη επάρκεια όλα τα νεογνά που έχουν ανάγκη.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική διαθέτει νεογνολόγους με μεγάλη κλινική εμπειρία και άριστη επιστημονική επάρκεια σε 24ωρη ετοιμότητα.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική συνεργάζεται με ιατρούς συμβούλους, υψηλής επιστημονικής επάρκειας, όλων των παιδιατρικών ειδικοτήτων, που είναι άμεσα διαθέσιμοι όλο το 24ωρο προκειμένου να υπηρετήσουν τις ανάγκες των νεογνών που νοσηλεύονται και παρέχουν συμβουλευτική και υποστήριξη σε οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ