Γυναικολογικός Τομέας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική  ΓΑΙΑ, στις νέες της πλέον, από το 2012, σύγχρονες εγκαταστάσεις, αποτελεί μια σύγχρονη Γυναικολογική Κλινική  που λειτουργεί στο πλαίσιο της ασφάλειας ενός μεγάλου, υπερσύγχρονου Γενικού Νοσοκομείου, του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.

Η Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική ΓΑΙΑ, δυναμικότητας 51 κλινών, είναι εξοπλισμένη με ό,τι πιο σύγχρονο έχει να επιδείξει η Βιοϊατρική Τεχνολογία, διαθέτει Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Ενηλίκων και υπερσύγχρονες χειρουργικές αίθουσες.

Φιλοσοφία μας στην ΓΑΙΑ είναι κάθε γυναίκα να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες, σε άνετους και πολυτελείς χώρους, με κόστος που δεν οδηγεί σε οικονομικούς αποκλεισμούς.

Εδώ στην ΓΑΙΑ, οι διακεκριμένοι επιστήμονες, το άρτια εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό και το έμπειρο διοικητικό στελεχιακό δυναμικό, υπηρετούν ένα στόχο: το πάντρεμα της εξελιγμένης επιστήμης και της σύγχρονης τεχνολογίας με την ευαισθησία, προκειμένου να προσφέρουμε σε κάθε γυναίκα και σε κάθε οικογένεια αυτό που δικαιούται να έχει: πρότυπη ιατρική φροντίδα με ανθρώπινο πρόσωπο.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Η Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική ΓΑΙΑ είναι με τέτοιο τρόπο δομημένη, ώστε να καλύπτει όλο το διαγνωστικό και θεραπευτικό εύρος για την υγεία της γυναίκας, αλλά και της μέλλουσας μητέρας.

Στο Γυναικολογικό Τμήμα της ΓΑΙΑ, πραγματοποιείται όλο το εύρος των χειρουργικών επεμβάσεων που αφορούν τη γυναικολογική υγεία:

  • αφαίρεση ινομυωμάτων της μήτρας, αφαίρεση κύστεων των ωοθηκών,
  • ολική ή υφολική υστερεκτομή,
  • επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακράτειας ούρων και των προπτώσεων των γυναικολογικών οργάνων (προσθία και οπισθία κολπορραφία,
  • τοποθέτηση πλεγμάτων,
  • τοποθέτηση ταινιών ελεύθερης τάσης),
  • επεμβάσεις για την αντιμετώπιση του γυναικολογικού καρκίνου (ριζική υστερεκτομή, πυελική λεμφαδενεκτομή, επιπλεκτομή).

Στο Σηπτικό Χειρουργείο που διαθέτει 3 χειρουργικές αίθουσες, διενεργούνται χειρουργικές επεμβάσεις που απαιτούν βραχεία νοσηλεία (διαγνωστική απόξεση της μήτρας, αφαίρεση πολυπόδων, τοποθέτηση ενδομητρίου σπειράματος, Laser εξάχνωση κονδυλωμάτων αιδοίου-τραχήλου-κόλπου, αφαίρεση ή μαρσιποποίηση βαρθολινείου αδένα, κωνοειδής εκτομή τραχήλου της μήτρας).

Η ΓΑΙΑ διαθέτει Μονάδα Ενδοσκοπικής Χειρουργικής, σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια όλου του εύρους των διαγνωστικών και χειρουργικών λαπαροσκοπήσεων και υστεροσκοπήσεων (αφαίρεση ινομυωμάτων, αφαίρεση πολυπόδων της μήτρας, διερεύνηση υπογονιμότητας, αντιμετώπιση ενδομητρίωσης, αντιμετώπιση εξωμητρίου κύησης, λύση συμφύσεων, καυτηρίαση του ενδομητρίου).

Η Γυναικολογική Κλινική διαθέτει επίσης Μονάδα Κολποσκοπήσεων και Παθολογίας Τραχήλου, σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια κολποσκοπήσεων και βιοψιών τραχήλου, καθώς και θεραπειών με τη χρήση Laser.

Η Γυναικολογική Κλινική στελεχώνεται από Μαιευτήρες – Γυναικολόγους εξειδικευμένους στην Παθολογία του Τραχήλου.

Επίσης, για την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας στη γυναίκα και στο παιδί, η ΓΑΙΑ διαθέτει εξωτερικά ιατρεία που καλύπτουν όλες τις ανάγκες της γυναικολογικής υγείας:

  • ιατρείο ουρογυναικολογίας και ουροδυναμικών μελετών
  • ιατρείο διαβητικών εγκύων
  • ιατρείο κυήσεων υψηλού κινδύνου
  • ιατρείο γενετικής συμβουλευτικής
  • ιατρείο παιδικής και εφηβικής γυναικολογίας.

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Τα γεννητικά κονδυλώματα είναι βλάβες που προκαλούνται από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) και μεταδίδονται εύκολα με την σεξουαλική επαφή.

Πάνω από 30 τύποι του ιού HPV ενοχοποιούνται για τις λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, τόσο στη γυναίκα, όσο και στον άνδρα.

Ο συχνότερος τύπος που προκαλεί κονδυλώματα είναι ο 6. Οι περισσότερες περιπτώσεις των γεννητικών κονδυλωμάτων είναι καλοήθεις και αυτοπεριοριζόμενες.

Η πλειοψηφία των πρόσφατων λοιμώξεων από τον ιό HPV είναι ασυμπτωματικές λοιμώξεις. Ενίοτε η ανίχνευση του γενετικού υλικού (HPV DNA) σε δείγματα από το γεννητικό σύστημα είναι και η μόνη απόδειξη της λοίμωξης.

Επιπλέον, η ανεύρεση αντισωμάτων έναντι συγκεκριμένων τύπων του ιού είναι η μόνη ένδειξη παρελθούσης λοίμωξης.

Τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι περισσότερο από το 50% των σεξουαλικά ενεργών ενηλίκων έχουν μολυνθεί με έναν ή περισσότερους τύπους HPV των γεννητικών οργάνων.

Αυτό προς το παρόν θεωρείται έλασσον σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα (ΣΜΝ) και όχι ευρέως ανακοινώσιμο, αλλά η ασυμπτωματική φύση της κατάστασης και η συσχέτισή της με κακοήθεια απαιτούν υψηλό βαθμό επιμέλειας στη διάγνωση και τη διαχείρισή της σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Η διάγνωση των κονδυλωμάτων όταν είναι ορατά στην περιοχή του αιδοίου, του πρωκτού, του κόλπου και του τραχήλου είναι εύκολη.

Η παρουσία κονδυλωμάτων επιβεβαιώνεται με την ανίχνευση στο τεστ Παπανικολάου κυττάρων που έχουν μολυνθεί από τον ιό και έχουν ειδικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, καθώς και με την ιστολογική εξέταση δειγμάτων που έχουν ληφθεί κατά την διάρκεια κολποσκόπησης.

Η αντιμετώπισή τους, όταν τα κονδυλώματα δεν έχουν αυτοπεριοριστεί, γίνεται με τους εξής τρόπους:

  • Καταστροφή των βλαβών με τοπική χρήση φαρμάκων (ποδοφυλλίνη, ιμικιμόδη)
  • Εξάχνωση με τη χρήση Laser
  • Καταστροφή με τη χρήση κρυοπηξίας
  • Καταστροφή με τη χρήση διαθερμίας
  • Χειρουργική εξαίρεση (σε μεγάλες βλάβες)
HPV λοίμωξη κονδυλώματα

Η ακράτεια ούρων αποτελεί πρόβλημα του οποίου η συχνότητα αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας και επηρεάζει περίπου το 50-84% των ηλικιωμένων ανθρώπων. Η ακράτεια ούρων έχει διπλάσια συχνότητα στις γυναίκες απ' ότι στους άνδρες.

Η ακράτεια ούρων έχει 4 τύπους:

  • Ακράτεια από προσπάθεια (στρες): Εδώ η ακούσια διαρροή των ούρων σχετίζεται με την προσπάθεια, όπως κατά τη διάρκεια βήχα, φτερνίσματος, γέλιου, ανεβάσματος σκαλιών, ή σε κάθε άλλη σωματική δραστηριότητα που προκαλεί αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης και κατά συνέπεια της πίεσης στην ουροδόχο κύστη.
  • Επιτακτική ακράτεια (ακράτεια από έπειξη): Ακούσια διαρροή που συνοδεύεται από ή αμέσως μετά την αίσθηση της επείγουσας ούρησης (η ασθενής παραπονείται ότι δεν προλαβαίνει να φτάσει στην τουαλέτα).
  • Μικτού τύπου ακράτεια: αποτελεί τον συνδυασμό ακράτειας επιτακτικού τύπου και ακράτειας από προσπάθεια.
  • Λειτουργική ακράτεια: η ακράτεια από αίτια που δεν έχουν σχέση με νευρο-ουρολογική βλάβη ή δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος (π.χ. ντελίριο, ψυχιατρικές παθήσεις, ουρολοιμώξεις, διαταραχή της κινητικότητας).

Διάγνωση ακράτειας ούρων

Οι ασθενείς με ακράτεια ούρων θα πρέπει να υποβληθούν στην βασική εκτίμηση που περιλαμβάνει τη λήψη ιστορικού, την κλινική εξέταση και την ανάλυση ούρων.

Σε επιλεγμένες ασθενείς ενδέχεται να χρειαστούν επίσης:

  • Καταγραφή ημερολογίου εκκενώσεων της κύστης
  • Δοκιμασία με μπατονέτα
  • Δοκιμασία του βήχα
  • Προσδιορισμός υπολειπόμενου μετά την ούρηση όγκου των ούρων
  • Κυστεοσκόπηση
  • Ουροδυναμικός έλεγχος

Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι μια αναίμακτη, ανώδυνη δοκιμασία για την αξιολόγηση της σχέσης πίεσης-ροής μεταξύ της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας για τον καθορισμό της λειτουργικής κατάστασης του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος.

Ο απώτερος στόχος της ουροδυναμικής είναι να βοηθήσει στη σωστή διάγνωση βασιζόμενη στην παθοφυσιολογία του ουροποιητικού συστήματος.

Αντιμετώπιση ακράτειας ούρων

Η επιτυχής θεραπεία της ακράτειας των ούρων βασίζεται στην εξατομίκευση. Πρέπει να είναι σχεδιασμένη για την κάθε ασθενή και ανάλογη με τον τύπο της ακράτειας και τα αίτιά της:

  • Ακράτεια από προσπάθεια: Ασκήσεις φυσιοθεραπείας των μυών του πυελικού εδάφους, συσκευές κατά της ακράτειας, χειρουργική επέμβαση.
  • Επιτακτική ακράτεια: Αλλαγές των διατροφικών συνηθειών, ασκήσεις του πυελικού εδάφους, και/ή φαρμακευτική αγωγή.
  • Μικτή ακράτεια: Ασκήσεις φυσιοθεραπείας των μυών του πυελικού εδάφους, αντιχολινεργικά φάρμακα, χειρουργική επέμβαση.
  • Λειτουργική ακράτεια: Αντιμετώπιση της αιτίας.

Η χειρουργική θεραπεία της ακράτειας των ούρων περιλαμβάνει επεμβάσεις που αυξάνουν την αντίσταση του σφιγκτήρα της ουρήθρας, όπως είναι:

Η ανάρτηση του αυχένα της ουροδόχου κύστης

  • Παραουρηθρική τοποθέτηση διογκωτικών παραγόντων (πχ κολλαγόνο)
  • Τοποθέτηση ταινιών ελεύθερης τάσης
  • Τοποθέτηση τεχνητού σφιγκτήρα

Οι ημερήσιες και νυκτερινές απώλειες ούρων είναι πολύ συχνές στα παιδιά. Στην ηλικία των 6 ετών το 10% των παιδιών βρέχεται ακόμα πάνω του την νύχτα ενώ το 5% παρουσιάζει και ημερήσια ακράτεια ούρων, σε συνδυασμό ή όχι με νυκτερινές απώλειες (ενούρηση).

Όταν οι απώλειες ούρων είναι αμιγώς νυχτερινές, το πρόβλημα είναι λειτουργικό, με τη βοήθεια ίσως ενός βαθύ ύπνου. Αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά μετά την ηλικία των 6 ετών με σημαντική επιτυχία.

Όταν οι απώλειες ούρων είναι ημερήσιες, συχνά συνοδεύονται από συχνουρία, επιτακτικές ανάγκες για ούρηση και χαρακτηριστικές στάσεις που παίρνει το παιδί.

Σε αυτήν την περίπτωση, το πρόβλημα ακράτειας ούρων μπορεί να είναι είτε λειτουργικό και αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά, είτε νευρολογικό, είτε πιο σπάνια οφείλεται σε στένωση της ουρήθρας, η οποία αντιμετωπίζεται χειρουργικά (βαλβίδες οπίσθιας ουρήθρας).

Ακράτεια ούρων - ενούρηση

Αν και ένας εμμηνορυσιακός κύκλος 28 ημερών (με μικρές αποκλίσεις) θεωρείται φυσιολογικός, εν τούτοις μόνο ένα μικρό ποσοστό των γυναικών έχει τόσο σταθερό κύκλο.

Όσον αφορά στη διάρκεια, μία φυσιολογική περίοδος συνήθως διαρκεί 3-5 ημέρες (συν/πλην μία μέρα).

Οι διαταραχές της περιόδου διακρίνονται σε:

  • Συχνομηνόρροια: Οι γυναίκες που εμφανίζουν συχνομηνόρροια έχουν περίοδο σε διάστημα μικρότερο των 21 ημερών από την προηγούμενη. Αυτό οφείλεται σε ορμονικά ή ψυχολογικά αίτια ως επί το πλείστον.
  • Αραιομηνόρροια: Σε αυτή την περίπτωση, η περίοδος εμφανίζεται σε διάστημα μεγαλύτερο των 35 ημερών από την προηγούμενη και οφείλεται συνήθως σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.
  • Αμηνόρροια: Ως αμηνόρροια ορίζεται η μη εμφάνιση περιόδου μέχρι την ηλικία των 15 ετών (πρωτοπαθής αμηνόρροια) ή η αναστολή της περιόδου σε ενήλικες γυναίκες με φυσιολογικό κύκλο για διάστημα άνω των 3 μηνών (δευτεροπαθής αμηνόρροια). Η κυριότερη αιτία δευτεροπαθούς αμηνόρροιας είναι η εγκυμοσύνη.
  • Ολιγομηνόρροια: Η απώλεια αίματος είναι ιδιαίτερα μικρή ή διαρκεί λιγότερο από 2 μέρες.
  • Πολυμηνόρροια: Η συνολική διάρκεια της περιόδου μπορεί να είναι κανονική όμως η απώλεια αίματος είναι μεγάλη ή μεγαλύτερη από ότι θα έπρεπε ή η περίοδος να διαρκεί περισσότερο από 7 μέρες οπότε μιλάμε για μηνορραγία.

Συνήθεις παράγοντες που ενδέχεται να προκαλέσουν διαταραχές περιόδου:

  • Εφηβεία
  • Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
  • Ορμονικές διαταραχές π.χ. ανεβασμένα επίπεδα προλακτίνης
  • Αντισυλληπτικά χάπια ή άλλα φάρμακα
  • Αύξηση ή απώλεια βάρους
  • Υπερβολική σωματική άσκηση
  • Στρες
  • Εμμηνόπαυση ή πρώιμη εμμηνόπαυση

Ως εμμηνόπαυση ορίζεται η περίοδος της ζωής μίας γυναίκας μετά την πλήρη παύση της εμμήνου ρύσεως.

Η πρώτη ένδειξη ότι πλησιάζει η εμμηνόπαυση είναι συνήθως διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, οι οποίες οφείλονται στη σταδιακή ελάττωση των οιστρογόνων που παράγονται από τις ωοθήκες.

Εμμηνόπαυση μπορεί να προκληθεί, επίσης, εάν αφαιρεθούν χειρουργικά οι ωοθήκες της γυναίκας και τότε μάλιστα τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης είναι πιο έντονα, αφού η πτώση των οιστρογόνων είναι απότομη.

Το συχνότερο σύμπτωμα της εμμηνόπαυσης είναι οι εξάψεις. Οι εξάψεις μπορεί να συνοδεύονται από εφιδρώσεις, ερυθρότητα στο πρόσωπο ή το σώμα και διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα ή περισσότερο.

Οι εξάψεις μπορούν ακόμη και να ξυπνήσουν τη γυναίκα στον ύπνο της και συχνά η αϋπνία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Άλλα συμπτώματα εμμηνόπαυσης, που σχετίζονται με την απουσία οιστρογόνων, είναι η ξηρότητα στον κόλπο με αποτέλεσμα πόνο κατά την επαφή, μειωμένη λίμπιντο και γενικότερα ευερεθιστότητα, έντονη κόπωση και κακή διάθεση, και τέλος, ξηρότητα στην ουρήθρα με αποτέλεσμα καύσο κατά την ούρηση.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση είναι η οστεοπόρωση που έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο για κατάγματα, όπως επίσης και ο αυξημένος κίνδυνος καρδιοαγγειακών συμβαμάτων, αφού η προστατευτική δράση των οιστρογόνων είναι σημαντικά μειωμένη.

Στο κέντρο της θεραπευτικής αντιμετώπισης της εμμηνόπαυσης είναι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, με την οποία υφίεται το σύνολο σχεδόν των συμπτωμάτων.

Ωστόσο, η θεραπεία αυτή ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του ενδομητρίου και για το λόγο αυτό απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση.

Η προσθήκη προγεσταγόνου στη θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης φαίνεται ότι ελαττώνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου, ενώ στις εναλλακτικές λύσεις περιλαμβάνονται και τα φυτοοιστρογόνα.

Όσον αφορά την οστεοπόρωση είναι ιδιαίτερα σημαντική η χορήγηση κατάλληλης αγωγής, όπως τα διφωσφονικά ή η καλσιτονίνη.

Εμμηνόπαυση - Οστεοπόρωση

Η ενδομητρίωση περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον βαρόνο Carl von Rokitansky το 1860. Εμφανίζεται περίπου στο 6-10% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην ενδομητρίωση, ιστός από το ενδομήτριο εμφανίζεται και αναπτύσσεται εκτός της μήτρας.

Η συνηθέστερη εντόπιση του ιστού αυτού βρίσκεται στο περιτόναιο (τον χιτώνα που επενδύει την κοιλότητα της κοιλιάς) και πάνω στις ωοθήκες.

Τα κύτταρα του ενδομητρίου που εντοπίζονται σε περιοχές εκτός της μήτρας, υφίστανται τις κυκλικές μεταβολές που οφείλονται στις ορμόνες που παράγουν οι ωοθήκες στη διάρκεια του εμμηνορυσιακού κύκλου και ανταποκρίνονται με παρόμοιο τρόπο με τα κύτταρα του ενδομητρίου που βρίσκονται μέσα στη μήτρα.

Συμπτώματα ενδομητρίωσης

Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης εξαρτώνται από την περιοχή στην οποία εντοπίζεται. Τα συνηθέστερα είναι χρόνιος πόνος στην περιοχή της κοιλιάς και στειρότητα.

Ο πόνος συχνά χειροτερεύει στην περίοδο και είναι η πιο κοινή αιτία της δευτερογενούς δυσμηνόρροιας. Η ενδομητρίωση είναι συχνό εύρημα σε γυναίκες με υπογονιμότητα και έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Ο χρόνιος πόνος στην πύελο είναι το πιο συχνό σύμπτωμα ενδομητρίωσης. Ποικίλει σε μορφή και ένταση και παραδόξως δεν σχετίζεται με την έκταση της νόσου. Ο πόνος αυτός εκδηλώνεται ως:

  • Επώδυνη περίοδος (δυσμηνόρροια)
  • Χρόνιος πυελικός πόνος (τυπικά στην περιοχή της κοιλιάς και χαμηλά στη μέση)
  • Πόνος κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (δυσπαρευνία)
  • Δυσουρικά ενοχλήματα (αυξημένη τάση για ούρηση, συχνουρία και μερικές φορές επώδυνη ούρηση)

Διάγνωση ενδομητρίωσης

Η διάγνωση ενδομητρίωσης βασίζεται στο ιστορικό της ασθενούς, στο διακολπικό υπερηχογράφημα που δείχνει κύστεις των ωοθηκών με χαρακτηριστική μορφολογία (σοκολατοειδείς κύστεις ή ενδομητριώματα) και εδραιώνεται οριστικά με τη λαπαροσκόπηση, στην οποία ανακαλύπτονται οι χαρακτηριστικές εστίες της ενδομητρίωσης στο περιτόναιο ή στις ωοθήκες, ή οι κύστεις των ωοθηκών.

Αντιμετώπιση ενδομητρίωσης

Δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για την ενδομητρίωση, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους, όπως:

  • Χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών φαρμάκων,
  • Ορμονικές θεραπείες (οι οποίες προκαλούν συνήθως ιατρογενή αμηνόρροια για την ύφεση του πόνου), και η
  • Χειρουργική επέμβαση.

Η μέθοδος που προτείνεται για τη χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης είναι η επεμβατική λαπαροσκόπηση, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνονται διάφορες παρεμβάσεις, ανάλογα με το στάδιο της νόσου (λύση συμφύσεων, αφαίρεση κύστεων, καυτηριασμός εστιών ενδομητρίωσης, κ.λπ.).

Η εξωμήτριος (ή έκτοπη) κύηση είναι το αποτέλεσμα μίας διαταραχής της φυσιολογίας της ανθρώπινης αναπαραγωγής, η οποία οδηγεί το έμβρυο να εμφυτευτεί και να ωριμάσει έξω από την κοιλότητα της μήτρας.

Το γεγονός αυτό οδηγεί τελικά στον θάνατο του εμβρύου και χωρίς την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η έκτοπη κύηση μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή της ασθενούς.

Η επίπτωση της εξωμήτριας κύησης έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και πλέον φτάνει περίπου το 1-2% των κυήσεων.

Κλινική εικόνα

Η εξωμήτριος κύηση παρουσιάζεται με την κλασική τριάδα συμπτωμάτων:

  • Αμηνόρροια (καθυστέρηση στην περίοδο)
  • Κοιλιακό πόνο
  • Κολπική αιμόρροια

Δυστυχώς, μόνο στο 50% των περιπτώσεων οι ασθενείς παρουσιάζουν και τα 3 συμπτώματα εξωμητρίου κύησης μαζί. Ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα ευρήματα που να υποδηλώνουν την ύπαρξη κύησης (όπως ναυτία, έμετοι και πρήξιμο των μαστών).

Όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως έντονη σύσπαση των τοιχωμάτων της κοιλιάς, έντονη ευαισθησία στην ψηλάφηση της κοιλιάς και ευρήματα υποογκαιμικού σοκ (ορθοστατική υπόταση ή ταχυκαρδία), το πιθανότερο είναι η εξωμήτριος κύηση να χρειάζεται άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Στην γυναικολογική εξέταση ενδέχεται η μήτρα να είναι ελαφρά μεγαλύτερη από το κανονικό και μαλακής σύστασης, κατά την μετακίνηση του τραχήλου ή της μήτρας μπορεί να εκλύεται πόνος, μπορεί να ψηλαφείται το πάσχον εξάρτημα διογκωμένο και μπορεί να βρεθούν στον κόλπο ιστοί από απόπτωση του ενδομητρίου (περίπου σαν πήγματα περιόδου).

Διάγνωση εξωμητρίου κύησης

Μέτρηση χοριακής γοναδοτροφίνης στο αίμα: Σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη, τα επίπεδα της χοριακής στο αίμα διπλασιάζονται κάθε 48 ώρες μέχρι να φτάσουν στις 10.000-20.000 μονάδες.

Στις περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης, τα επίπεδα συνήθως αυξάνονται λιγότερο και τελικώς είναι χαμηλότερα από εκείνα που αναμένονται στις φυσιολογικές κυήσεις.

Για την διάγνωση εξωμήτριας κύησης δεν είναι αρκετή μία μόνο μέτρηση της χοριακής, αλλά απαιτούνται επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, τόσο για να ξεχωρίσουμε την εξωμήτριο, όσο και για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της μετά από την έναρξη της θεραπείας.

Υπερηχογράφημα: Το υπερηχογράφημα αποτελεί το πιο χρήσιμο εργαλείο για την διάγνωση της εξωμήτριας κύησης.

Η ανεύρεση ενός σάκου μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, με ή χωρίς ενδείξεις καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, είναι αρκετή για τον αποκλεισμό μιας εξωμήτριας κύησης.

Το διακολπικό υπερηχογράφημα μπορεί να ανιχνεύσει μια ενδομήτρια κύηση 24 μέρες μετά την ωορρηξία ή 38 μέρες μετά την τελευταία περίοδο (ενώ το διακοιλιακό υπερηχογράφημα την ανιχνεύει μία εβδομάδα αργότερα).

Μια κενή μήτρα σε ασθενείς με χοριακή γοναδοτροπίνη πάνω από μια συγκεκριμένη τιμή, υποδηλώνει την ύπαρξη εξωμήτριας κύησης.

Εάν χρησιμοποιηθεί και το Doppler, η διαγνωστική ακρίβεια του υπερηχογραφήματος αυξάνεται, ιδιαίτερα σε αμφίβολες περιπτώσεις.

Λαπαροσκόπηση: Η λαπαροσκόπηση αποτελεί σταθερό κριτήριο για τη διάγνωση εξωμήτριας κύησης . Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ασθενείς, καθώς μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους, τη νοσηρότητα αλλά και το κόστος.

Ενδείκνυται για τις ασθενείς που βρίσκονται σε πόνο και είναι αιμοδυναμικά ασταθείς. Η λαπαροσκόπηση μπορεί να «χάσει» μέχρι 4% των περιπτώσεων αρχόμενης εξωμήτριας κύησης.

Αντιμετώπιση εξωμήτριας κύησης

Οι θεραπευτικές επιλογές είναι τρεις:

  • Αναμονή
  • Χορήγηση μεθοτρεξάτης
  • Χειρουργική επέμβαση

Αναμονή: Υποψήφιες για την πολιτική της αναμονής είναι οι ασθενείς εκείνες που δεν έχουν συμπτώματα, και δεν έχουν ενδείξεις ρήξης της εξωμήτριας κύησης ή αιμοδυναμική αστάθεια.

Θα πρέπει επίσης να υπάρχει εργαστηριακή επιβεβαίωση της σταδιακής πτώσης της χοριακής. Παρόλα αυτά, οι ασθενείς αυτές θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς παρά την πτώση της χοριακής, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της ρήξης.

Χορήγηση μεθοτρεξάτης: Η μεθοτρεξάτη είναι ένα κυτταροστατικό φάρμακο που αποτελεί την ενδεδειγμένη φαρμακευτική θεραπεία σε περιπτώσεις μη ραγείσας εξωμήτριας κύησης. Η πιο δημοφιλής δοσολογία είναι μία δόση εφάπαξ.

Οι ασθενείς που θα αντιμετωπιστούν με μεθοτρεξάτη, θα πρέπει να είναι αιμοδυναμικά σταθερές, να μην έχουν κοιλιακό άλγος, να έχουν την δυνατότητα παρακολούθησης και να έχουν καλή ηπατική και νεφρική λειτουργία.

Χειρουργική επέμβαση: Η λαπαροσκόπηση είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος στις περισσότερες περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης.

Η λαπαροτομία (ανοιχτό χειρουργείο) απευθύνεται σε ασθενείς με αιμοδυναμική αστάθεια, ή σε περιπτώσεις που η εξωμήτριος κύηση εντοπίζεται στο κέρας της μήτρας.

Τα ινομυώματα της μήτρας είναι οι πιο συχνοί γυναικολογικοί καλοήθεις όγκοι, που σε ορισμένες μελέτες αφορούν μέχρι και το 70-80% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην πλειοψηψία τους, τα ινομυώματα δεν προκαλούν συμπτώματα, και ανευρίσκονται τυχαία σε μία γυναικολογική εξέταση ρουτίνας.

Ανάλογα με τη θέση τους στη μήτρα, διακρίνονται σε υποβλεννογόνια (σε άμεση γειτνίαση με το ενδομήτριο), ενδοτοιχωματικά (μέσα στα μυϊκά τοιχώματα της μήτρας) και υποορογόνια (κάτω από τον εξωτερικό χιτώνα της μήτρας).

Όταν παρουσιάζουν συμπτώματα, αυτά συχνότερα είναι η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας, ιδιαίτερα με τη μορφή της μηνορραγίας (ροή μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας στην περίοδο). Οι ανώμαλες αυτές αιμορραγίες, συχνά αποτελούν αίτιο σιδηροπενικής αναιμίας.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα πίεσης στην περιοχή της πυέλου, δυσκοιλιότητα και συχνουρία.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων είναι εύκολη, από το ιστορικό, την αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση και το υπερηχογράφημα της πυέλου (διακοιλιακό ή διακολπικό).

Η αντιμετώπισή τους καθορίζεται από τη θέση τους, από το αν προκαλούν συμπτώματα, το μέγεθός τους, την ηλικία της γυναίκας και από το αν έχει ολοκληρώσει την αναπαραγωγική της αποστολή ή όχι.

Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων μπορεί να είναι συντηρητική ή επεμβατική.

Διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα έχουν προταθεί για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, μεταξύ των οποίων: αντισυλληπτικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, αγωνιστές GnRH, ενδομήτρια σπειράματα προγεστερόνης, ρυθμιστές προγεστερόνης, κ.λπ.

Οι χειρουργικές επιλογές για την αντιμετώπιση των ινομυωμάτων εξαρτώνται από την ηλικία της γυναίκας, και από το αν επιθυμεί περαιτέρω γονιμότητα ή όχι.

Σε νέες άτοκες γυναίκες, η επιλογή είναι η αφαίρεση του ινομυώματος (ινομυωματεκτομή ή εκπυρήνιση), που μπορεί να γίνει με ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία), με λαπαροσκόπηση, υστεροσκοπικά ή με διαδερμικό εμβολισμό από Επεμβατικό Ακτινολόγο.

Σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει την οικογένειά τους ή σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, προσφέρεται ως επιλογή η αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

Μία αρκετά συχνή κατάσταση που αφορά τις γυναίκες όλων των ηλικιών, είναι η κολπίτιδα. Η κολπίτιδα αποτελεί φλεγμονή του κόλπου που οφείλεται συνήθως σε λοίμωξη από μικροοργανισμούς και συνδυάζεται συχνά με φλεγμονή του αιδοίου (αιδοιίτιδα). Ανάλογα με το υπεύθυνο μικρόβιο, η κολπίτιδα είναι τριών ειδών: η κολπίτιδα από βακτήρια, η κολπίτιδα από μύκητες και η κολπίτιδα από τριχομονάδες. Στη γυναίκα μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα οποιοσδήποτε συνδυασμός κολπικής μόλυνσης.

Συμπτώματα κολπίτιδας

Η κολπίτιδα αρκετά συχνά μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Έντονη κολπική έκκριση υγρών ασυνήθιστου χρώματος (κίτρινα ή πράσινα) και δυσάρεστης τις περισσότερες φορές οσμής (οσμή ψαριού)
  • Κοκκινίλα ή πρήξιμο στην περιοχή του αιδοίου
  • Αίσθημα φαγούρας ή καψίματος και μερικές φορές
  • Τσούξιμο ή πόνος στη διάρκεια της επαφής.

Διάγνωση κολπίτιδας

Ο έλεγχος για την ύπαρξη κολπίτιδας δεν αποτελεί μέρος της γυναικολογικής εξέτασης ρουτίνας, και πρέπει να γίνεται μετά από την περιγραφή των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια λήψης του γυναικολογικού ιστορικού και με την γυναικολογική εξέταση που μπορεί να αποκαλύψει σημεία φλεγμονής. Μερικές φορές την υποψία κολπίτιδας θέτει η ανακάλυψη στο τεστ Παπανικολάου κυττάρων που υποδηλώνουν φλεγμονή ή μικροβίων.

Η ανίχνευση του μικροβίου (βακτήριο, μύκητας, τριχομονάδα) που προκαλεί κολπίτιδα είναι πολύ σημαντική, καθώς το κάθε μικρόβιο αντιμετωπίζεται με διαφορετικό αντιβιοτικό. Επομένως όταν τεθεί η υπόνοια της κολπίτιδας, συνιστάται η εξέταση με μικροσκόπιο και η καλλιέργεια του κολπικού υγρού καθώς και υγρού που λαμβάνεται από την περιοχή του τραχήλου της μήτρας. Η καλλιέργεια αναδεικνύει το υπεύθυνο μικρόβιο και προτείνει (μέσω αντιβιογράμματος) τα κατάλληλα αντιβιοτικά.

Θεραπεία κολπίτιδας

Η θεραπεία της κολπίτιδας βασίζεται στη χορήγηση του κατάλληλου αντιβιοτικού είτε με κολπική τοποθέτηση (υπόθετα ή κρέμα), είτε σε συνδυασμό με λήψη από το στόμα.

Πρόληψη κολπίτιδας

Η πρόληψη της κολπίτιδας είναι πολύ σημαντική και συνίσταται από συγκεκριμένα μέτρα:

  • Καλό στέγνωμα μετά το μπάνιο.
  • Αλλαγή του βρεγμένου μαγιό στη θάλασσα.
  • Αποφυγή άμεσης επαφής με την άμμο.
  • Αποφυγή στενών ενδυμάτων, ιδιαίτερα το καλοκαίρι (η περιοχή πρέπει να «αναπνέει»).
  • Χρήση καθαρών βαμβακερών εσωρούχων.
  • Σκούπισμα με φορά προς τα πίσω μετά την αφόδευση.
  • Πλύσιμο της ευαίσθητης περιοχής μόνο με χλιαρό νερό και ειδικά προϊόντα που απευθύνονται για τη χρήση αυτή (ρωτήστε το γυναικολόγο σας). Πρέπει να αποφεύγονται σαπούνια, αφρόλουτρα και αποσμητικά.
  • Κολπικές πλύσεις πρέπει να γίνονται αυστηρά μετά από ειδικές συστάσεις του γυναικολόγου και όχι καθημερινά.
  • Επαφή με προφυλακτικό.
  • Ισορροπημένη διατροφή για καλό ανοσοποιητικό σύστημα.

Η κύστη στην ωοθήκη είναι ένας σάκος γεμάτος ρευστό ή ημίρευστο περιεχόμενο.

Παρά το γεγονός ότι η ανακάλυψη μιας κύστης στην ωοθήκη προκαλεί σημαντικό άγχος στη γυναίκα από τον φόβο μιας κακοήθειας, η συντριπτική πλειοψηφία των όγκων αυτών είναι καλοήθης.

Ο αριθμός των περιπτώσεων που διαγιγνώσκονται σήμερα κύστεις ωοθηκών έχει αυξηθεί εξαιτίας της ευρείας εφαρμογής των υπερήχων και της προσεκτικής γυναικολογικής εξέτασης.

Οι κύστεις στις ωοθήκες μπορεί να είναι είτε λειτουργικές, είτε νεοπλασματικές (καλοήθεις ή κακοήθεις).

Οι κύστεις των ωοθηκών μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιαδήποτε ηλικία, από την νεογνική περίοδο μέχρι και μετά την εμμηνόπαυση. Οι περισσότερες κύστεις ωστόσο αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, που αποτελεί μια περίοδο στη ζωή της γυναίκας με έντονη ορμονική ανάπτυξη. Η πλειοψηφία αυτών των κύστεων είναι λειτουργικές κύστεις που υποχωρούν μόνες τους χωρίς θεραπεία.

Ωστόσο όταν οι κύστεις είναι μεγάλες, επιμένουν για μήνες ή προκαλούν συμπτώματα, μπορεί να απαιτηθεί η χειρουργική αφαίρεσή τους, η οποία ενδέχεται να καταλήξει και στην αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης.

Κλινική εικόνα

Οι περισσότερες γυναίκες με κύστη στην ωοθήκη δεν έχουν συμπτώματα, και η κύστη αυτή ανακαλύπτεται συνήθως τυχαία στα πλαίσια μιας λεπτομερούς γυναικολογικής εξέτασης ή σε κάποιο υπερηχογράφημα ρουτίνας.

Ωστόσο μερικές κύστεις ενδέχεται να προκαλούν κάποια συμπτώματα, μερικές φορές σοβαρά.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα κύστεων περιλαμβάνουν:

  • Πόνο ή δυσφορία χαμηλά στην κοιλιά
  • Σοβαρό πόνο από συστροφή (στρίψιμο) ή ρήξη της κύστης
  • Δυσφορία κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής
  • Αίσθημα πλήρωσης και φουσκώματος στην κοιλιά
  • Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και ανώμαλες αιμορραγίες της μήτρας
  • Δυσκοιλιότητα ή δυσουρικά ενοχλήματα
  • Δυσπεψία, καούρα και αίσθημα κορεσμού στο στομάχι

Διάγνωση κύστεων

Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης προκύψει η υποψία ύπαρξης κάποιας κύστης στην ωοθήκη, πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφική εξέταση της πυέλου για την επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Η εξέταση για κύστη στην ωοθήκη μπορεί να γίνει και από την κοιλιά, και από τον κόλπο (διακολπικό υπερηχογράφημα). Το δεύτερο θεωρείται ως το πλέον κατάλληλο για την ανάδειξη τέτοιων κύστεων. Ενδέχεται να απαιτηθεί συμπληρωματικός απεικονιστικός έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας.

Η οριστική διάγνωση κύστης γίνεται μόνο με την ιστολογική εξέταση της κύστης μετά από την χειρουργική της αφαίρεση. Κάθε κύστη έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ευρήματα.

Κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις βοηθούν στην διαφορική διάγνωση των κύστεων της ωοθήκης. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

  • Τεστ κύησης
  • Γενική εξέταση αίματος
  • Γενική εξέταση ούρων
  • Καρκινικό αντιγόνο 125 (Ca-125). Η ανεύρεση υψηλών επιπέδων αυτού του δείκτη είναι χρήσιμη όταν συνδυάζεται με την υπερηχογραφική διερεύνηση των χαρακτηριστικών μιας κύστης, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση
  • Πρόσθετοι καρκινικοί δείκτες

Αντιμετώπιση κύστεων

Πολλές ασθενείς με απλές ωοθηκικές κύστεις χωρίς συμπτώματα δεν απαιτούν θεραπεία. Σε μια γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση, μια επίμονη απλή κύστη μικρότερη από 5 εκατοστά σε διάμετρο και με φυσιολογικές τιμές Ca-125, μπορεί να παρακολουθείται υπερηχογραφικά σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Φαρμακευτική θεραπεία κύστεων

Τα αντισυλληπτικά χάπια προστατεύουν από την ανάπτυξη λειτουργικών ωοθηκικών κύστεων. Ωστόσο ήδη υπάρχουσες λειτουργικές κύστεις δεν υποχωρούν πιο γρήγορα με την λήψη αντισυλληπτικών από ότι με απλή αναμονή και παρακολούθηση.

Λαπαροτομία και λαπαροσκόπηση κύστεων

Επίμονες απλές κύστεις μεγαλύτερες από 5 εκατοστά με συμπτώματα ή πολύπλοκες κύστεις έχουν ένδειξη για χειρουργική αφαίρεση. Η χειρουργικές επιλογές περιλαμβάνουν ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία) ή ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές (λαπαροσκόπηση). Μερικές φορές προκειμένου να αφαιρεθεί ολόκληρη η κύστη χωρίς να σπάσει για να εξεταστεί ιστολογικά, απαιτείται η αφαίρεση και της αντίστοιχης ωοθήκης. Οι στόχοι της χειρουργικής θεραπείας είναι:

  • Η επιβεβαίωση της διάγνωσης μίας ωοθηκικής κύστης
  • Η εκτίμηση της πιθανότητας κακοήθειας
  • Η λήψη υγρού από την κοιλιά για κυτταρολογική εξέταση
  • Η αφαίρεση ολόκληρης της κύστης ακεραίας για ιστολογική εξέταση. Αυτό μπορεί να σημαίνει την αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης
  • Ο έλεγχος της άλλης ωοθήκης και των υπολοίπων οργάνων της πυέλου
  • Η διενέργεια επιπρόσθετων χειρουργικών πράξεων εάν κριθεί απαραίτητο

Αμφοτερόπλευρη εξαρτηματεκτομή

Η αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων, καθώς και της μήτρας, πραγματοποιούνται συχνά σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση που έχουν κύστεις στις ωοθήκες, καθώς ο κίνδυνος νεοπλασιών και ιδιαίτερα κακοήθων είναι αυξημένος στις ηλικίες αυτές.

Το ουροποιητικό σύστημα είναι το τμήμα εκείνο του οργανισμού που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή και απέκκριση των ούρων. Περιλαμβάνει τους νεφρούς, την ουροδόχο κύστη, τους ουρητήρες και την ουρήθρα. Όταν μικρόβια εισέλθουν στο σύστημα αυτό, προκαλείται η ουρολοίμωξη.

Περίπου το 50% του γυναικείου πληθυσμού θα παρουσιάσει ουρολοίμωξη σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Οι περισσότερες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος αφορούν την ουροδόχο κύστη (κυστίτιδα). Η κυστίτιδα συνήθως δεν είναι σοβαρή αν θεραπευτεί αμέσως.

Αν αυτό δεν συμβεί, η ουρολοίμωξη ενδέχεται να εξαπλωθεί μέχρι τους νεφρούς (πυελονεφρίτιδα). Η λοίμωξη των νεφρών είναι σοβαρή και ενδέχεται αν δεν θεραπευτεί σωστά ή έγκαιρα, να δημιουργήσει σοβαρές και μόνιμες βλάβες.

Συνήθως βακτήρια που αποικίζουν φυσιολογικά το παχύ έντερο, εισέρχονται από την ουρήθρα και ταξιδεύουν προς την ουροδόχο κύστη και τους νεφρούς και προκαλούν την ουρολοίμωξη.

Το πιο συνηθισμένο βακτήριο είναι το κολοβακτηρίδιο (Escherichia Coli).

Οι λοιμώξεις αυτές είναι συχνότερες στις γυναίκες, και αυτό οφείλεται προφανώς στο ότι οι γυναίκες έχουν κοντύτερες ουρήθρες από τους άντρες και επομένως είναι ευκολότερο για τα βακτήρια να μετακινηθούν προς την κύστη.

Η σεξουαλική επαφή διευκολύνει την είσοδο των βακτηρίων στην ουρήθρα της γυναίκας.

Η ουρολοίμωξη είναι πιο συνήθης στις γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη ή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επίσης, η πιθανότητα είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχει κάποιο εμπόδιο στην παροχέτευση των ούρων, όπως μια πέτρα στο νεφρό.

Για λόγους που δεν είναι απόλυτα κατανοητοί, μερικές γυναίκες (3-5%) έχουν κυστίτιδες που υποτροπιάζουν συχνά.

Συμπτώματα ουρολοίμωξης

Ενδέχεται να υπάρχει ουρολοίμωξη όταν υπάρχουν κάποια από αυτά τα συμπτώματα:

  • Πόνος ή αίσθημα καψίματος στην ούρηση
  • Αίσθηση συχνής ούρησης (συχνουρία), αλλά χωρίς να βγαίνουν πολλά ούρα
  • Πόνος χαμηλά στην κοιλιά
  • Τα ούρα είναι θολά, έχουν ροζ ή κόκκινο χρώμα ή είναι δύσοσμα
  • Πόνος στην μια πλευρά της μέσης, κάτω από τα πλευρά.
  • Πυρετός με ρίγος
  • Ναυτία και έμετοι

Διάγνωση ουρολοίμωξης

Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, και επιβεβαιώνεται με την διενέργεια γενικής εξέτασης ούρων και καλλιέργειας ούρων, που δείχνουν την παρουσία πυοσφαιρίων (λευκών αιμοσφαιρίων που αυξάνονται σε περιπτώσεις λοιμώξεων) και των υπεύθυνων μικροβίων.

Θεραπεία ουρολοίμωξης

Η θεραπεία βασίζεται σε χορήγηση αντιβιοτικών. Το αντιβιοτικό που είναι κατάλληλο να χορηγηθεί καθορίζεται από το αντιβιόγραμμα, που αποτελεί εξέταση συμπληρωματική της καλλιέργειας, και δείχνει την ευαισθησία ή αντοχή του υπεύθυνου μικροβίου απέναντι στα υποψήφια φάρμακα. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την βαρύτητα της λοίμωξης. Η κυστίτιδα θεραπεύεται συνήθως με χορήγηση αντιβιοτικού για 3-5 μέρες, ενώ η πυελονεφρίτιδα χρειάζεται τις περισσότερες φορές εισαγωγή στο νοσοκομείο και θεραπεία για 2 εβδομάδες.

Πρόληψη Υποτροπών

Εκτός από το προφανές όφελος των αντιβιοτικών, έχουν κατά καιρούς μελετηθεί διάφορες παρεμβάσεις για το αν υπάρχει τρόπος να μειωθούν οι υποτροπές. Η έντονη ενυδάτωση, η υγιεινή της περιοχής και η εκκένωση της κύστης μετά από επαφή, καθώς και η χρήση γαλακτοβακίλλων κολπικά δεν φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικά μέτρα.

Αυτό που έχει τεκμηριωμένη αξία σήμερα, είναι η κατανάλωση βατόμουρων σε χυμό ή σε μορφή κάψουλας. Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ποσότητα και η διάρκεια λήψης για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις οποίες η πιθανότητα υποτροπής είναι αυξημένη, λόγω ατροφίας του κολπικού και ουροποιητικού επιθηλίου, έχει θεωρητική βάση η τοπική εφαρμογή οιστρογόνων, ωστόσο δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη.

Οι πολύποδες είναι καλοήθεις μάζες που εντοπίζονται στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (ενδομητρικοί πολύποδες) ή στον τράχηλο της μήτρας (τραχηλικοί πολύποδες).

Οι πολύποδες μπορούν να έχουν μεγάλη επίπεδη βάση ή να συνδέονται με τη μήτρα μέσω ενός μίσχου (μισχωτοί πολύποδες) και το μέγεθός τους ποικίλει από μερικά χιλιοστά έως λίγα εκατοστά. Οι πολύποδες αιματώνονται από μικρά αιμοφόρα αγγεία.

Η αιτία δημιουργίας πολύποδων δεν είναι γνωστή. Συχνά οι πολύποδες δεν προκαλούν συμπτώματα και ανακαλύπτονται τυχαία σε υπερηχογραφική εξέταση της μήτρας, ή κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης αν προβάλλουν από τον τράχηλο προς τον κόλπο.

Όταν οι πολύποδες προκαλούν συμπτώματα, αυτά εμφανίζονται με τη μορφή των διαταραχών της περιόδου, που ποικίλουν σε ένταση από μικρή σταγονοειδή αιμόρροια έως αιμορραγία (μητρορραγία), βαριά περίοδο (μηνορραγία), ή ακόμα και ως αιμορραγία μετά την εμμηνόπαυση.

Σπανιότερα οι πολύποδες μπορεί να προκαλούν πόνο τις πρώτες μέρες της περιόδου (δυσμηνόρροια).

Η διάγνωσή των πολύποδων γίνεται με διακολπικό υπερηχογράφημα, υστεροσκόπηση και κατά τη διάρκεια διαγνωστικής απόξεσης.

Η διάγνωσή των πολύποδων με υπερηχογράφημα δυσκολεύεται όταν γίνεται στο τέλος της παραγωγικής φάσης του κύκλου ή όταν υπάρχει υπερβολική πάχυνση του ενδομητρίου (υπερπλασία). Για το λόγο αυτό το υπερηχογράφημα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την περίοδο.

Οι πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά με απόξεση της μήτρας, με ή χωρίς υστεροσκόπηση (άμεση απεικόνιση του εσωτερικού χιτώνα της μήτρας και των πολυπόδων με κάμερα που εισάγεται στη μήτρα μέσω του τραχήλου), υπό γενική αναισθησία. Μετά την αφαίρεσή τους, οι πολύποδες αποστέλλονται προς ιστολογική εξέταση.

Ο κίνδυνος ένας πολύποδας να εξαλλαγεί σε καρκίνο είναι πολύ μικρός (περίπου 0,5%). Εάν ωστόσο βρεθούν καρκινικά κύτταρα στην ιστολογική εξέταση του πολύποδα, συστήνεται η χειρουργική αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

ΓΑΙΑ

Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΩ) είναι μία από τις πιο συνηθισμένες ενδοκρινικές διαταραχές στη γυναίκα. Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών είναι μια πολύπλοκη, ετερογενής διαταραχή με ασαφή αίτια, αλλά υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι σε μεγάλο βαθμό έχει γενετικό υπόβαθρο.

Η διάγνωση Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών βασίζεται στα λεγόμενα «κριτήρια του Rotterdam». Η γυναίκα με ΣΠΩ πρέπει να πληροί δύο από τα τρία κριτήρια:

  • Ολιγομηνόρροια και/ή αμηνόρροια
  • Αυξημένα ανδρογόνα
  • Πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών στον υπέρηχο

Περίπου μία στις πέντε γυναίκες (20%) έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, ωστόσο δεν έχουν όλες το ΣΠΩ. Πολλές γυναίκες δεν γνωρίζουν ότι έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, ενώ οι κύστεις αυτές δεν χρειάζεται να αφαιρεθούν με χειρουργική επέμβαση.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών είναι:

  • Διαταραχές περιόδου: η έμμηνος ρύση μπορεί να είναι ακανόνιστη, εντονότερη από το συνηθισμένο ή παρατεταμένη, να εμφανίζεται μετά από μακρά χρονικά διαστήματα, ή σε ορισμένες γυναίκες και καθόλου. Αντί για ωορρηξία μία φορά κάθε μήνα, μια γυναίκα με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχει ωορρηξία ακανόνιστα, συνήθως όχι κάθε μήνα. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς θεραπεία, αυτές οι γυναίκες έχουν λιγότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυες (λιγότερες ωορρηξίες >, λιγότερες γόνιμες ημέρες κάθε χρόνο).
  • Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχει τώρα αναγνωριστεί ότι είναι ένας από τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολής.
  • Η ακμή και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο σώμα: τα επίπεδα στο αίμα της ανδρικής ορμόνης τεστοστερόνης μπορεί να είναι ελαφρώς υψηλότερα σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών και αυτό προκαλεί ακμή, λιπαρό δέρμα και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο πρόσωπο, το στήθος και την κοιλιά.
  • Αυξημένο σωματικό βάρος: η αύξηση του βάρους είναι κοινή σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών. Ωστόσο, δεν είναι όλες αυτές οι γυναίκες υπέρβαρες. Μερικές γυναίκες μάλιστα αναπτύσσουν συμπτώματα του ΣΠΩ μόλις αυξηθεί το βάρος τους.
  • Κατάθλιψη.

Θεραπεία Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών

Αυτό το σύνδρομο δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μια ασθένεια και να λαμβάνουν οι γυναίκες αγωγή εφόρου ζωής. Τα συμπτώματα που περιγράφονται παραπάνω μπορούν, ωστόσο, να ελέγχονται κατά περιόδους. Όλες οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών πρέπει να προσπαθούν να διατηρούν ένα φυσιολογικό βάρος.

Διαταραχές περιόδου: Για τις γυναίκες που δεν έχουν επιθυμία να μείνουν έγκυες, η έμμηνος ρύση μπορεί να ελεγχθεί με αντισυλληπτικά χαμηλής δόσης οιστρογόνων.

Υπογονιμότητα: Αυτό είναι πιο πιθανό να οφείλεται στην έλλειψη τακτικής ωορρηξίας σε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες. Πιθανόν να απαιτηθεί διέγερση των ωοθηκών με φαρμακευτικά σκευάσματα. Όταν άλλες θεραπείες απέτυχαν στην πρόκληση μιας εγκυμοσύνης, μπορεί να προσφερθεί στις γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών η λύση της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Δερματικά προβλήματα: Ακμή και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο σώμα μπορεί να μειωθεί με τη λήψη ενός συνδυασμού των δισκίων. Τα οιστρογόνα συνδυάζονται με αντιανδρογόνο (ταυτόχρονη αντισυλληπτική δράση) και ο συνδυασμός πρέπει να λαμβάνεται για πολλούς μήνες για να εμφανιστεί κάποιο όφελος.

Σε ορισμένες γυναίκες με αντίσταση στην ινσουλίνη, η μετφορμίνη (αντιδιαβητικό φάρμακο) έχει πιθανόν θέση τόσο στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας όσο και της υπογονιμότητας και των διαταραχών περιόδου.

Ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο, όταν δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει παιδί μετά από ένα τουλάχιστον χρόνο συχνών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφυλάξεις.

Όταν η ηλικία της γυναίκας πλησιάζει τα 40 έτη, ο υπολογισμός του χρόνου υπογονιμότητας μειώνεται στους 6 μήνες.

Η ικανότητα σύλληψης σε ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας φθάνει το 90% μέσα στον πρώτο χρόνο προσπαθειών τους, και το 95% μέσα στον δεύτερο. Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά μειωμένα με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας.

Η υπογονιμότητα διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν δεν υπάρχει κύηση στο παρελθόν και δευτεροπαθή όταν η γυναίκα αναφέρει προηγούμενη κύηση με τον ίδιο ή άλλο σύντροφο.

Η υπογονιμότητα αφορά κοινό πρόβλημα και των δύο μελών μιας σχέσης και γι αυτό πρέπει να συζητούν από κοινού με τον ειδικό ιατρό της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η υπογονιμότητα είναι μια σχετικά συχνή ιατρική κατάσταση με σημαντικές ψυχολογικές, οικονομικές, και δημογραφικές συνέπειες που αφορά στη σύγχρονη εποχή σχεδόν το 1 στα 7 ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας.

Αιτία υπογονιμότητας

Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι αρκετά και αναλλοίωτα με το πέρασμα των χρόνων. Η γενική τάση είναι να ξεκινά ο έλεγχος σε υπογόνιμα ζευγάρια που δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν κύηση μετά τη συμπλήρωση 12 μηνών ελεύθερων συχνών επαφών.

Ο έλεγχος αυτός αφορά στον μεν άνδρα τη διερεύνηση της ποιότητας του σπέρματος με τη διενέργεια ενός σπερμοδιαγράμματος, στη δε γυναίκα τη διερεύνηση της ωοθυλακιορρηξίας και της βατότητας των σαλπίγγων της.

Βέβαια, σε γνωστό θέμα ανωοθυλακιορρηξίας ή ανδρικού παράγοντα με γνωστή μειωμένη ποιότητα του σπέρματος ή ηλικίας της γυναίκας που πλησιάζει τα 40 έτη, η διερεύνηση των αδυναμίας σύλληψης και αντίστοιχα η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από τους 12 μήνες.

Αιτίες της υπογονιμότητας αποτελούν:

  • Από κοινού ανδρικός και γυναικείος παράγοντας (50%)
  • Ανωοθυλακιορρηξία ή διαταραχές στην έμμηνη ρύση (25%)
  • Ανδρικός παράγοντας (20-25%) : μειωμένος αριθμός ή ελαττωμένη κινητικότητα ή παθολογική μορφολογία των σπερματοζωαρίων
  • Σαλπιγγικός παράγοντας (20%) : μειωμένη ή ελλιπής βατότητα, υδροσάλπιγγα, συμφύσεις με πυελικά όργανα.
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα (25%): ορίζεται ως αίτιο εξ αποκλεισμού και αφού αποκλειστούν όλοι οι αναφερόμενοι παράγοντες.
  • Παθολογία της μήτρας: πολύποδες, ινομυώματα, διάφραγμα (10%)
  • Ενδομητρίωση (5%)

Επιβαρυντικοί Παράγοντες υπογονιμότητας

Η ηλικία της γυναίκας αποτελεί τον κυριότερο επιβαρυντικό παράγοντα υπογονιμότητας, αφού με την αύξηση της ηλικίας, η γονιμότητα μειώνεται κατακόρυφα.

Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα περισσότερων των 5-10 τσιγάρων ημερησίως και η χρήση απαγορευμένων και επιβαρυντικών για την υγεία εξαρτησιογόνων ουσιών, μειώνουν την ποιότητα των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων, προκαλώντας υπογονιμότητα.

Το υπερβολικό βάρος και αντίστοιχα ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος (άνω των 25 kg/m²) συχνά συνδυάζεται με διαταραχές περιόδου και επικείμενη ανωοθυλακιορρηξία.

Άμεση βελτίωση της κλινικής εικόνας της γυναίκας με διαιτολόγιο, καθημερινή άσκηση ή ακόμα και με παράλληλη χορήγηση από τον ειδικό ενδοκρινολόγο ή γυναικολόγο φαρμακευτικών σκευασμάτων μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της συχνότητας των περιόδων τους και επομένως να επιτύχουν κύηση.

Από την άλλη πλευρά, έντονη αδυναμία και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος επίσης συσχετίζεται με διαταραχές περιόδου του τύπου της αμηνόρροιας ή της αραιομηνόρροιας.

Επίσκεψη και συμβουλευτική σε ενδοκρινολόγο ή ψυχολόγο μπορεί να βοηθήσει για αναστροφή της κλινικής κατάστασης, πρόσληψη βάρους και επιστροφή των περιόδων σε φυσιολογική διακύμανση.

Διερεύνηση υπογονιμότητας

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας οφείλει να ξεκινά με ένα λεπτομερές ιστορικό και των δύο μελών. Αφού ολοκληρωθεί το ιστορικό, ο έλεγχος της υπογονιμότητας συνεχίζεται με την εξέταση του σπέρματος, της ωοθυλακιορρηξίας και τη βατότητας των σαλπίγγων.

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας ξεκινάει πάντα με τον άνδρα με το σπερμοδιάγραμμα. Στην εξέταση αυτή αναλύονται βασικά χαρακτηριστικά του σπέρματος, όπως είναι η συγκέντρωση, ο συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων, η κινητικότητα, η μορφολογία και ο όγκος του.

Αν το αποτέλεσμα είναι παθολογικό, τότε επαναλαμβάνεται το σπερμοδιάγραμμα για να επιβεβαιωθεί το πρώτο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια πραγματοποιεί εργαστηριακές ορμονικές εξετάσεις (FSH, LH, TSH, PRL, Τεστοστερόνη), καρυότυπο, εξέταση κυστικής ίνωσης και κλινική εξέταση από τον ειδικό ουρολόγο.

Όσον αφορά τη γυναίκα, ένας απαραίτητος ορμονικός έλεγχος πραγματοποιείται τις πρώτες 2-3 μέρες της περιόδου της και περιλαμβάνει έλεγχο των FSH, LH, προλακτίνης, οιστραδιόλης και TSH.

Για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η ωοθυλακιορρηξία η καλύτερη εξέταση είναι ο υπολογισμός της προγεστερόνης ορού την 21η μέρα σε γυναίκες με κύκλο 28 ημερών σε συνδυασμό με διακολπικό υπερηχογράφημα στα μέσα του κύκλου της γυναίκας.

Ανεύρεση ενός ωοθυλακίου μεγέθους άνω των 17 - 18mm αποτελεί στοιχείο επικείμενης ωοθυλακιορρηξίας.

Τέλος, η αξιολόγηση της βατότητας των σαλπίγγων συνήθως γίνεται με μια απεικονιστική μέθοδο που ονομάζεται υστεροσαλπιγγογραφία (ΥΣΓ) ή με τη λαπαροσκόπηση, η οποία πραγματοποιείται όταν υπάρχουν αμφίβολα ευρήματα στην υστεροσαλπιγγογραφία.

Αντιμετώπιση υπογονιμότητας

Η αντιμετώπιση του υπογόνιμου ζευγαριού εξαρτάται από το ιστορικό και τα αποτελέσματα των αρχικών εργαστηριακών προσεγγίσεων.

Σε σοβαρό ανδρικό ή σαλπιγγικό παράγοντα το ζευγάρι θα χρειαστεί κάποια από τις μεθόδους της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Σε περίπτωση με χρόνια ανωοθυλακιορρηξία που συχνά συνδυάζεται με πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών ή το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, οι αρχικές συστάσεις περιλαμβάνουν ειδικό εργαστηριακό έλεγχο, αλλά και απώλεια σωματικού βάρους, άσκηση, λήψη ειδικών ωοθυλακιορρηκτικών σκευασμάτων, επαφές κατά τη γόνιμη περίοδο.

Οι περιπτώσεις πολύποδας ενδομητρίου ή ινομυώματα ή ενδομητρίωση, αντιμετωπίζονται επεμβατικά. Η υστεροσκόπηση και αφαίρεση ενδομητρικής βλάβης, όπως πολύποδα ή υποβλεννογονίου ινομυώματος, η λαπαροσκόπηση ή λαπαρατομία σε περίπτωση υδροσάλπιγγας ή μεγάλου ινομυώματος (άνω των 5 εκατοστών) αποτελούν τις χειρουργικές επιλογές.

Μετά από την αποκατάσταση της ανατομίας της μήτρας, δίδεται στο ζευγάρι χρόνος να προσπαθήσουν από μόνοι τους για επίτευξη κύησης, ενώ σε περιπτώσεις αποτυχίας ή παρουσίας επιπρόσθετων παθολογικών παραμέτρων, τότε γίνεται συμβουλευτική για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Ασφάλεια και κάλυψη από Γενικό Νοσοκομείο

Η Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική ΓΑΙΑ είναι η μοναδική στην Ελλάδα που λειτουργεί μέσα σε ένα μεγάλο, υπερσύγχρονο Γενικό Νοσοκομείο.

Η Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική ΓΑΙΑ διαθέτει 24ωρη ετοιμότητα και πρόσβαση σε ιατρικό προσωπικό 21 ειδικοτήτων, με αποτέλεσμα να αποτελεί ασφαλές και ιδανικό περιβάλλον για να εμπιστευτεί μία γυναίκα την υγεία της ή τον ερχομό του παιδιού της.

Πρωτόκολλα

Η ΓΑΙΑ εξέδωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα Μαιευτικά και Γυναικολογικά Πρωτόκολλα, κατά τα πρότυπα των αντίστοιχων εκδόσεων που υπάρχουν στις υπόλοιπες ιατρικά προηγμένες χώρες.

Τα πρωτόκολλα αυτά αποτελούν έναν χρήσιμο οδηγό που βοηθά τους Ιατρούς στις καθ’ ημέραν ιατρικές τους πράξεις, καθώς και τις Μαίες μας στην άσκηση του νοσηλευτικού τους έργου, με στόχο πάντοτε την απόλυτη διασφάλιση των ποιοτικών και επιστημονικά άρτιων υπηρεσιών της Κλινικής.

Πιστοποιημένες Υπηρεσίες Ποιότητας

Η Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική ΓΑΙΑ, όπως και όλες οι κλινικές του Ομίλου, έχει λάβει πιστοποίηση των υπηρεσιών της σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητας ISO και TEMOS «Quality in International Patient Care» και «Excellence in Medical Tourism» για την παροχή υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες σε διεθνείς ασθενείς.

Κοινωνικό Πρόσωπο

Η Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική ΓΑΙΑ, από το ξεκίνημά της, έχει αποδείξει το ενδιαφέρον της για τη γυναίκα, προσφέροντας άρτιες και ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Η δέσμευσή της για τη στήριξη κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, εκφράζεται με την παροχή σειράς προνομίων και δωρεάν υπηρεσιών υγείας και περίθαλψης, στα μέλη και τις γυναίκες που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα ψυχοκοινωνικής στήριξης διαφόρων ΜΚΟ.

Ανθρώπινο δυναμικό

Η Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική  ΓΑΙΑ στελεχώνεται από άρτια καταρτισμένους επιστήμονες, με βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, με εξειδίκευση και εμπειρία, που αντιμετωπίζουν με ευαισθησία τους ασθενείς τους.

Διαθέτει έμπειρο νοσηλευτικό προσωπικό, με ήθος, προσηλωμένο στις ιδιαίτερες ανάγκες των ασθενών και των εγκύων, και εργαζόμενους με προσωπική καλλιέργεια, αξίες, στόχους, επαγγελματισμό, πνεύμα συνεργασίας και διάθεση για δουλειά.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, στις νέες της πλέον, από το 2012, σύγχρονες εγκαταστάσεις, αποτελεί μία σύγχρονη Γυναικολογική Κλινική που λειτουργεί στο πλαίσιο της ασφάλειας ενός μεγάλου, υπερσύγχρονου Γενικού Νοσοκομείου, του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, δυναμικότητας 81 κλινών, είναι εξοπλισμένη με ό,τι πιο σύγχρονο έχει να επιδείξει η Βιοϊατρική Τεχνολογία, διαθέτει Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Ενηλίκων και υπερσύγχρονες χειρουργικές αίθουσες.

Φιλοσοφία μας στην ΓΑΙΑ είναι κάθε γυναίκα να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας ιατρικές και νοσηλευτικές υπηρεσίες, σε άνετους και πολυτελείς χώρους, με κόστος που δεν οδηγεί σε οικονομικούς αποκλεισμούς.

Εδώ στην ΓΑΙΑ, οι διακεκριμένοι επιστήμονες, το άρτια εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό και το έμπειρο διοικητικό στελεχιακό δυναμικό, υπηρετούν ένα στόχο: το πάντρεμα της εξελιγμένης επιστήμης και της σύγχρονης τεχνολογίας με την ευαισθησία, προκειμένου να προσφέρουμε σε κάθε γυναίκα και σε κάθε οικογένεια αυτό που δικαιούται να έχει: πρότυπη ιατρική φροντίδα με ανθρώπινο πρόσωπο.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική είναι με τέτοιο τρόπο δομημένη, ώστε να καλύπτει όλο το διαγνωστικό και θεραπευτικό εύρος για την υγεία της γυναίκας, αλλά και της μέλλουσας μητέρας.

Στο Γυναικολογικό Τμήμα της ΓΑΙΑ, πραγματοποιείται όλο το εύρος των χειρουργικών επεμβάσεων που αφορούν τη γυναικολογική υγεία:

  • αφαίρεση ινομυωμάτων της μήτρας, αφαίρεση κύστεων των ωοθηκών,
  • ολική ή υφολική υστερεκτομή,
  • επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακράτειας ούρων και των προπτώσεων των γυναικολογικών οργάνων (προσθία και οπισθία κολπορραφία,
  • τοποθέτηση πλεγμάτων,
  • τοποθέτηση ταινιών ελεύθερης τάσης),
  • επεμβάσεις για την αντιμετώπιση του γυναικολογικού καρκίνου (ριζική υστερεκτομή, πυελική λεμφαδενεκτομή, επιπλεκτομή).

Στο Σηπτικό Χειρουργείο που διαθέτει 3 χειρουργικές αίθουσες, διενεργούνται χειρουργικές επεμβάσεις που απαιτούν βραχεία νοσηλεία (διαγνωστική απόξεση της μήτρας, αφαίρεση πολυπόδων, τοποθέτηση ενδομητρίου σπειράματος, Laser εξάχνωση κονδυλωμάτων αιδοίου-τραχήλου-κόλπου, αφαίρεση ή μαρσιποποίηση βαρθολινείου αδένα, κωνοειδής εκτομή τραχήλου της μήτρας).

Η ΓΑΙΑ διαθέτει Μονάδα Ενδοσκοπικής Χειρουργικής, σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια όλου του εύρους των διαγνωστικών και χειρουργικών λαπαροσκοπήσεων και υστεροσκοπήσεων (αφαίρεση ινομυωμάτων, αφαίρεση πολυπόδων της μήτρας, διερεύνηση υπογονιμότητας, αντιμετώπιση ενδομητρίωσης, αντιμετώπιση εξωμητρίου κύησης, λύση συμφύσεων, καυτηρίαση του ενδομητρίου).

Η Γυναικολογική Κλινική διαθέτει επίσης Μονάδα Κολποσκοπήσεων και Παθολογίας Τραχήλου, σκοπός της οποίας είναι η διενέργεια κολποσκοπήσεων και βιοψιών τραχήλου, καθώς και θεραπειών με τη χρήση Laser.

Η Γυναικολογική Κλινική στελεχώνεται από Μαιευτήρες – Γυναικολόγους εξειδικευμένους στην Παθολογία του Τραχήλου.

Επίσης, για την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών υγείας στη γυναίκα και στο παιδί, η ΓΑΙΑ διαθέτει εξωτερικά ιατρεία που καλύπτουν όλες τις ανάγκες της γυναικολογικής υγείας:

  • ιατρείο ουρογυναικολογίας και ουροδυναμικών μελετών
  • ιατρείο διαβητικών εγκύων
  • ιατρείο κυήσεων υψηλού κινδύνου
  • ιατρείο γενετικής συμβουλευτικής
  • ιατρείο παιδικής και εφηβικής γυναικολογίας.

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Τα γεννητικά κονδυλώματα είναι βλάβες που προκαλούνται από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) και μεταδίδονται εύκολα με την σεξουαλική επαφή.

Πάνω από 30 τύποι του ιού HPV ενοχοποιούνται για τις λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, τόσο στη γυναίκα, όσο και στον άνδρα.

Ο συχνότερος τύπος που προκαλεί κονδυλώματα είναι ο 6. Οι περισσότερες περιπτώσεις των γεννητικών κονδυλωμάτων είναι καλοήθεις και αυτοπεριοριζόμενες.

Η πλειοψηφία των πρόσφατων λοιμώξεων από τον ιό HPV είναι ασυμπτωματικές λοιμώξεις. Ενίοτε η ανίχνευση του γενετικού υλικού (HPV DNA) σε δείγματα από το γεννητικό σύστημα είναι και η μόνη απόδειξη της λοίμωξης.

Επιπλέον, η ανεύρεση αντισωμάτων έναντι συγκεκριμένων τύπων του ιού είναι η μόνη ένδειξη παρελθούσης λοίμωξης.

Τα τρέχοντα στοιχεία υποδηλώνουν ότι περισσότερο από το 50% των σεξουαλικά ενεργών ενηλίκων έχουν μολυνθεί με έναν ή περισσότερους τύπους HPV των γεννητικών οργάνων.

Αυτό προς το παρόν θεωρείται έλασσον σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα (ΣΜΝ) και όχι ευρέως ανακοινώσιμο, αλλά η ασυμπτωματική φύση της κατάστασης και η συσχέτισή της με κακοήθεια απαιτούν υψηλό βαθμό επιμέλειας στη διάγνωση και τη διαχείρισή της σε ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Η διάγνωση των κονδυλωμάτων όταν είναι ορατά στην περιοχή του αιδοίου, του πρωκτού, του κόλπου και του τραχήλου είναι εύκολη.

Η παρουσία κονδυλωμάτων επιβεβαιώνεται με την ανίχνευση στο τεστ Παπανικολάου κυττάρων που έχουν μολυνθεί από τον ιό και έχουν ειδικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, καθώς και με την ιστολογική εξέταση δειγμάτων που έχουν ληφθεί κατά την διάρκεια κολποσκόπησης.

Η αντιμετώπισή τους, όταν τα κονδυλώματα δεν έχουν αυτοπεριοριστεί, γίνεται με τους εξής τρόπους:

  • Καταστροφή των βλαβών με τοπική χρήση φαρμάκων (ποδοφυλλίνη, ιμικιμόδη)
  • Εξάχνωση με τη χρήση Laser
  • Καταστροφή με τη χρήση κρυοπηξίας
  • Καταστροφή με τη χρήση διαθερμίας
  • Χειρουργική εξαίρεση (σε μεγάλες βλάβες)
HPV λοίμωξη κονδυλώματα

Η ακράτεια ούρων αποτελεί πρόβλημα του οποίου η συχνότητα αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας και επηρεάζει περίπου το 50-84% των ηλικιωμένων ανθρώπων. Η ακράτεια ούρων έχει διπλάσια συχνότητα στις γυναίκες απ' ότι στους άνδρες.

Η ακράτεια ούρων έχει 4 τύπους:

  • Ακράτεια από προσπάθεια (στρες): Εδώ η ακούσια διαρροή των ούρων σχετίζεται με την προσπάθεια, όπως κατά τη διάρκεια βήχα, φτερνίσματος, γέλιου, ανεβάσματος σκαλιών, ή σε κάθε άλλη σωματική δραστηριότητα που προκαλεί αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης και κατά συνέπεια της πίεσης στην ουροδόχο κύστη.
  • Επιτακτική ακράτεια (ακράτεια από έπειξη): Ακούσια διαρροή που συνοδεύεται από ή αμέσως μετά την αίσθηση της επείγουσας ούρησης (η ασθενής παραπονείται ότι δεν προλαβαίνει να φτάσει στην τουαλέτα).
  • Μικτού τύπου ακράτεια: αποτελεί τον συνδυασμό ακράτειας επιτακτικού τύπου και ακράτειας από προσπάθεια.
  • Λειτουργική ακράτεια: η ακράτεια από αίτια που δεν έχουν σχέση με νευρο-ουρολογική βλάβη ή δυσλειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος (π.χ. ντελίριο, ψυχιατρικές παθήσεις, ουρολοιμώξεις, διαταραχή της κινητικότητας).

Διάγνωση ακράτειας ούρων

Οι ασθενείς με ακράτεια ούρων θα πρέπει να υποβληθούν στην βασική εκτίμηση που περιλαμβάνει τη λήψη ιστορικού, την κλινική εξέταση και την ανάλυση ούρων.

Σε επιλεγμένες ασθενείς ενδέχεται να χρειαστούν επίσης:

  • Καταγραφή ημερολογίου εκκενώσεων της κύστης
  • Δοκιμασία με μπατονέτα
  • Δοκιμασία του βήχα
  • Προσδιορισμός υπολειπόμενου μετά την ούρηση όγκου των ούρων
  • Κυστεοσκόπηση
  • Ουροδυναμικός έλεγχος

Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι μια αναίμακτη, ανώδυνη δοκιμασία για την αξιολόγηση της σχέσης πίεσης-ροής μεταξύ της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας για τον καθορισμό της λειτουργικής κατάστασης του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος.

Ο απώτερος στόχος της ουροδυναμικής είναι να βοηθήσει στη σωστή διάγνωση βασιζόμενη στην παθοφυσιολογία του ουροποιητικού συστήματος.

Αντιμετώπιση ακράτειας ούρων

Η επιτυχής θεραπεία της ακράτειας των ούρων βασίζεται στην εξατομίκευση. Πρέπει να είναι σχεδιασμένη για την κάθε ασθενή και ανάλογη με τον τύπο της ακράτειας και τα αίτιά της:

  • Ακράτεια από προσπάθεια: Ασκήσεις φυσιοθεραπείας των μυών του πυελικού εδάφους, συσκευές κατά της ακράτειας, χειρουργική επέμβαση.
  • Επιτακτική ακράτεια: Αλλαγές των διατροφικών συνηθειών, ασκήσεις του πυελικού εδάφους, και/ή φαρμακευτική αγωγή.
  • Μικτή ακράτεια: Ασκήσεις φυσιοθεραπείας των μυών του πυελικού εδάφους, αντιχολινεργικά φάρμακα, χειρουργική επέμβαση.
  • Λειτουργική ακράτεια: Αντιμετώπιση της αιτίας.

Η χειρουργική θεραπεία της ακράτειας των ούρων περιλαμβάνει επεμβάσεις που αυξάνουν την αντίσταση του σφιγκτήρα της ουρήθρας, όπως είναι:

Η ανάρτηση του αυχένα της ουροδόχου κύστης

  • Παραουρηθρική τοποθέτηση διογκωτικών παραγόντων (πχ κολλαγόνο)
  • Τοποθέτηση ταινιών ελεύθερης τάσης
  • Τοποθέτηση τεχνητού σφιγκτήρα

Οι ημερήσιες και νυκτερινές απώλειες ούρων είναι πολύ συχνές στα παιδιά. Στην ηλικία των 6 ετών το 10% των παιδιών βρέχεται ακόμα πάνω του την νύχτα ενώ το 5% παρουσιάζει και ημερήσια ακράτεια ούρων, σε συνδυασμό ή όχι με νυκτερινές απώλειες (ενούρηση).

Όταν οι απώλειες ούρων είναι αμιγώς νυχτερινές, το πρόβλημα είναι λειτουργικό, με τη βοήθεια ίσως ενός βαθύ ύπνου. Αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά μετά την ηλικία των 6 ετών με σημαντική επιτυχία.

Όταν οι απώλειες ούρων είναι ημερήσιες, συχνά συνοδεύονται από συχνουρία, επιτακτικές ανάγκες για ούρηση και χαρακτηριστικές στάσεις που παίρνει το παιδί.

Σε αυτήν την περίπτωση, το πρόβλημα ακράτειας ούρων μπορεί να είναι είτε λειτουργικό και αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά, είτε νευρολογικό, είτε πιο σπάνια οφείλεται σε στένωση της ουρήθρας, η οποία αντιμετωπίζεται χειρουργικά (βαλβίδες οπίσθιας ουρήθρας).

Ακράτεια ούρων - ενούρηση

Αν και ένας εμμηνορυσιακός κύκλος 28 ημερών (με μικρές αποκλίσεις) θεωρείται φυσιολογικός, εν τούτοις μόνο ένα μικρό ποσοστό των γυναικών έχει τόσο σταθερό κύκλο.

Όσον αφορά στη διάρκεια, μία φυσιολογική περίοδος συνήθως διαρκεί 3-5 ημέρες (συν/πλην μία μέρα).

Οι διαταραχές της περιόδου διακρίνονται σε:

  • Συχνομηνόρροια: Οι γυναίκες που εμφανίζουν συχνομηνόρροια έχουν περίοδο σε διάστημα μικρότερο των 21 ημερών από την προηγούμενη. Αυτό οφείλεται σε ορμονικά ή ψυχολογικά αίτια ως επί το πλείστον.
  • Αραιομηνόρροια: Σε αυτή την περίπτωση, η περίοδος εμφανίζεται σε διάστημα μεγαλύτερο των 35 ημερών από την προηγούμενη και οφείλεται συνήθως σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.
  • Αμηνόρροια: Ως αμηνόρροια ορίζεται η μη εμφάνιση περιόδου μέχρι την ηλικία των 15 ετών (πρωτοπαθής αμηνόρροια) ή η αναστολή της περιόδου σε ενήλικες γυναίκες με φυσιολογικό κύκλο για διάστημα άνω των 3 μηνών (δευτεροπαθής αμηνόρροια). Η κυριότερη αιτία δευτεροπαθούς αμηνόρροιας είναι η εγκυμοσύνη.
  • Ολιγομηνόρροια: Η απώλεια αίματος είναι ιδιαίτερα μικρή ή διαρκεί λιγότερο από 2 μέρες.
  • Πολυμηνόρροια: Η συνολική διάρκεια της περιόδου μπορεί να είναι κανονική όμως η απώλεια αίματος είναι μεγάλη ή μεγαλύτερη από ότι θα έπρεπε ή η περίοδος να διαρκεί περισσότερο από 7 μέρες οπότε μιλάμε για μηνορραγία.

Συνήθεις παράγοντες που ενδέχεται να προκαλέσουν διαταραχές περιόδου:

  • Εφηβεία
  • Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
  • Ορμονικές διαταραχές π.χ. ανεβασμένα επίπεδα προλακτίνης
  • Αντισυλληπτικά χάπια ή άλλα φάρμακα
  • Αύξηση ή απώλεια βάρους
  • Υπερβολική σωματική άσκηση
  • Στρες
  • Εμμηνόπαυση ή πρώιμη εμμηνόπαυση

Ως εμμηνόπαυση ορίζεται η περίοδος της ζωής μίας γυναίκας μετά την πλήρη παύση της εμμήνου ρύσεως.

Η πρώτη ένδειξη ότι πλησιάζει η εμμηνόπαυση είναι συνήθως διαταραχές της εμμήνου ρύσεως, οι οποίες οφείλονται στη σταδιακή ελάττωση των οιστρογόνων που παράγονται από τις ωοθήκες.

Εμμηνόπαυση μπορεί να προκληθεί, επίσης, εάν αφαιρεθούν χειρουργικά οι ωοθήκες της γυναίκας και τότε μάλιστα τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης είναι πιο έντονα, αφού η πτώση των οιστρογόνων είναι απότομη.

Το συχνότερο σύμπτωμα της εμμηνόπαυσης είναι οι εξάψεις. Οι εξάψεις μπορεί να συνοδεύονται από εφιδρώσεις, ερυθρότητα στο πρόσωπο ή το σώμα και διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα ή περισσότερο.

Οι εξάψεις μπορούν ακόμη και να ξυπνήσουν τη γυναίκα στον ύπνο της και συχνά η αϋπνία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Άλλα συμπτώματα εμμηνόπαυσης, που σχετίζονται με την απουσία οιστρογόνων, είναι η ξηρότητα στον κόλπο με αποτέλεσμα πόνο κατά την επαφή, μειωμένη λίμπιντο και γενικότερα ευερεθιστότητα, έντονη κόπωση και κακή διάθεση, και τέλος, ξηρότητα στην ουρήθρα με αποτέλεσμα καύσο κατά την ούρηση.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση είναι η οστεοπόρωση που έχει ως αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο για κατάγματα, όπως επίσης και ο αυξημένος κίνδυνος καρδιοαγγειακών συμβαμάτων, αφού η προστατευτική δράση των οιστρογόνων είναι σημαντικά μειωμένη.

Στο κέντρο της θεραπευτικής αντιμετώπισης της εμμηνόπαυσης είναι η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, με την οποία υφίεται το σύνολο σχεδόν των συμπτωμάτων.

Ωστόσο, η θεραπεία αυτή ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του ενδομητρίου και για το λόγο αυτό απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση.

Η προσθήκη προγεσταγόνου στη θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης φαίνεται ότι ελαττώνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου, ενώ στις εναλλακτικές λύσεις περιλαμβάνονται και τα φυτοοιστρογόνα.

Όσον αφορά την οστεοπόρωση είναι ιδιαίτερα σημαντική η χορήγηση κατάλληλης αγωγής, όπως τα διφωσφονικά ή η καλσιτονίνη.

Εμμηνόπαυση - Οστεοπόρωση

Η ενδομητρίωση περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον βαρόνο Carl von Rokitansky το 1860. Εμφανίζεται περίπου στο 6-10% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην ενδομητρίωση, ιστός από το ενδομήτριο εμφανίζεται και αναπτύσσεται εκτός της μήτρας.

Η συνηθέστερη εντόπιση του ιστού αυτού βρίσκεται στο περιτόναιο (τον χιτώνα που επενδύει την κοιλότητα της κοιλιάς) και πάνω στις ωοθήκες.

Τα κύτταρα του ενδομητρίου που εντοπίζονται σε περιοχές εκτός της μήτρας, υφίστανται τις κυκλικές μεταβολές που οφείλονται στις ορμόνες που παράγουν οι ωοθήκες στη διάρκεια του εμμηνορυσιακού κύκλου και ανταποκρίνονται με παρόμοιο τρόπο με τα κύτταρα του ενδομητρίου που βρίσκονται μέσα στη μήτρα.

Συμπτώματα ενδομητρίωσης

Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης εξαρτώνται από την περιοχή στην οποία εντοπίζεται. Τα συνηθέστερα είναι χρόνιος πόνος στην περιοχή της κοιλιάς και στειρότητα.

Ο πόνος συχνά χειροτερεύει στην περίοδο και είναι η πιο κοινή αιτία της δευτερογενούς δυσμηνόρροιας. Η ενδομητρίωση είναι συχνό εύρημα σε γυναίκες με υπογονιμότητα και έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Ο χρόνιος πόνος στην πύελο είναι το πιο συχνό σύμπτωμα ενδομητρίωσης. Ποικίλει σε μορφή και ένταση και παραδόξως δεν σχετίζεται με την έκταση της νόσου. Ο πόνος αυτός εκδηλώνεται ως:

  • Επώδυνη περίοδος (δυσμηνόρροια)
  • Χρόνιος πυελικός πόνος (τυπικά στην περιοχή της κοιλιάς και χαμηλά στη μέση)
  • Πόνος κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (δυσπαρευνία)
  • Δυσουρικά ενοχλήματα (αυξημένη τάση για ούρηση, συχνουρία και μερικές φορές επώδυνη ούρηση)

Διάγνωση ενδομητρίωσης

Η διάγνωση ενδομητρίωσης βασίζεται στο ιστορικό της ασθενούς, στο διακολπικό υπερηχογράφημα που δείχνει κύστεις των ωοθηκών με χαρακτηριστική μορφολογία (σοκολατοειδείς κύστεις ή ενδομητριώματα) και εδραιώνεται οριστικά με τη λαπαροσκόπηση, στην οποία ανακαλύπτονται οι χαρακτηριστικές εστίες της ενδομητρίωσης στο περιτόναιο ή στις ωοθήκες, ή οι κύστεις των ωοθηκών.

Αντιμετώπιση ενδομητρίωσης

Δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για την ενδομητρίωση, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους, όπως:

  • Χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών φαρμάκων,
  • Ορμονικές θεραπείες (οι οποίες προκαλούν συνήθως ιατρογενή αμηνόρροια για την ύφεση του πόνου), και η
  • Χειρουργική επέμβαση.

Η μέθοδος που προτείνεται για τη χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης είναι η επεμβατική λαπαροσκόπηση, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνονται διάφορες παρεμβάσεις, ανάλογα με το στάδιο της νόσου (λύση συμφύσεων, αφαίρεση κύστεων, καυτηριασμός εστιών ενδομητρίωσης, κ.λπ.).

Η εξωμήτριος (ή έκτοπη) κύηση είναι το αποτέλεσμα μίας διαταραχής της φυσιολογίας της ανθρώπινης αναπαραγωγής, η οποία οδηγεί το έμβρυο να εμφυτευτεί και να ωριμάσει έξω από την κοιλότητα της μήτρας.

Το γεγονός αυτό οδηγεί τελικά στον θάνατο του εμβρύου και χωρίς την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η έκτοπη κύηση μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή της ασθενούς.

Η επίπτωση της εξωμήτριας κύησης έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και πλέον φτάνει περίπου το 1-2% των κυήσεων.

Κλινική εικόνα

Η εξωμήτριος κύηση παρουσιάζεται με την κλασική τριάδα συμπτωμάτων:

  • Αμηνόρροια (καθυστέρηση στην περίοδο)
  • Κοιλιακό πόνο
  • Κολπική αιμόρροια

Δυστυχώς, μόνο στο 50% των περιπτώσεων οι ασθενείς παρουσιάζουν και τα 3 συμπτώματα εξωμητρίου κύησης μαζί. Ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα ευρήματα που να υποδηλώνουν την ύπαρξη κύησης (όπως ναυτία, έμετοι και πρήξιμο των μαστών).

Όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως έντονη σύσπαση των τοιχωμάτων της κοιλιάς, έντονη ευαισθησία στην ψηλάφηση της κοιλιάς και ευρήματα υποογκαιμικού σοκ (ορθοστατική υπόταση ή ταχυκαρδία), το πιθανότερο είναι η εξωμήτριος κύηση να χρειάζεται άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Στην γυναικολογική εξέταση ενδέχεται η μήτρα να είναι ελαφρά μεγαλύτερη από το κανονικό και μαλακής σύστασης, κατά την μετακίνηση του τραχήλου ή της μήτρας μπορεί να εκλύεται πόνος, μπορεί να ψηλαφείται το πάσχον εξάρτημα διογκωμένο και μπορεί να βρεθούν στον κόλπο ιστοί από απόπτωση του ενδομητρίου (περίπου σαν πήγματα περιόδου).

Διάγνωση εξωμητρίου κύησης

Μέτρηση χοριακής γοναδοτροφίνης στο αίμα: Σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη, τα επίπεδα της χοριακής στο αίμα διπλασιάζονται κάθε 48 ώρες μέχρι να φτάσουν στις 10.000-20.000 μονάδες.

Στις περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης, τα επίπεδα συνήθως αυξάνονται λιγότερο και τελικώς είναι χαμηλότερα από εκείνα που αναμένονται στις φυσιολογικές κυήσεις.

Για την διάγνωση εξωμήτριας κύησης δεν είναι αρκετή μία μόνο μέτρηση της χοριακής, αλλά απαιτούνται επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, τόσο για να ξεχωρίσουμε την εξωμήτριο, όσο και για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της μετά από την έναρξη της θεραπείας.

Υπερηχογράφημα: Το υπερηχογράφημα αποτελεί το πιο χρήσιμο εργαλείο για την διάγνωση της εξωμήτριας κύησης.

Η ανεύρεση ενός σάκου μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, με ή χωρίς ενδείξεις καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, είναι αρκετή για τον αποκλεισμό μιας εξωμήτριας κύησης.

Το διακολπικό υπερηχογράφημα μπορεί να ανιχνεύσει μια ενδομήτρια κύηση 24 μέρες μετά την ωορρηξία ή 38 μέρες μετά την τελευταία περίοδο (ενώ το διακοιλιακό υπερηχογράφημα την ανιχνεύει μία εβδομάδα αργότερα).

Μια κενή μήτρα σε ασθενείς με χοριακή γοναδοτροπίνη πάνω από μια συγκεκριμένη τιμή, υποδηλώνει την ύπαρξη εξωμήτριας κύησης.

Εάν χρησιμοποιηθεί και το Doppler, η διαγνωστική ακρίβεια του υπερηχογραφήματος αυξάνεται, ιδιαίτερα σε αμφίβολες περιπτώσεις.

Λαπαροσκόπηση: Η λαπαροσκόπηση αποτελεί σταθερό κριτήριο για τη διάγνωση εξωμήτριας κύησης . Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ασθενείς, καθώς μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους, τη νοσηρότητα αλλά και το κόστος.

Ενδείκνυται για τις ασθενείς που βρίσκονται σε πόνο και είναι αιμοδυναμικά ασταθείς. Η λαπαροσκόπηση μπορεί να «χάσει» μέχρι 4% των περιπτώσεων αρχόμενης εξωμήτριας κύησης.

Αντιμετώπιση εξωμήτριας κύησης

Οι θεραπευτικές επιλογές είναι τρεις:

  • Αναμονή
  • Χορήγηση μεθοτρεξάτης
  • Χειρουργική επέμβαση

Αναμονή: Υποψήφιες για την πολιτική της αναμονής είναι οι ασθενείς εκείνες που δεν έχουν συμπτώματα, και δεν έχουν ενδείξεις ρήξης της εξωμήτριας κύησης ή αιμοδυναμική αστάθεια.

Θα πρέπει επίσης να υπάρχει εργαστηριακή επιβεβαίωση της σταδιακής πτώσης της χοριακής. Παρόλα αυτά, οι ασθενείς αυτές θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς παρά την πτώση της χοριακής, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της ρήξης.

Χορήγηση μεθοτρεξάτης: Η μεθοτρεξάτη είναι ένα κυτταροστατικό φάρμακο που αποτελεί την ενδεδειγμένη φαρμακευτική θεραπεία σε περιπτώσεις μη ραγείσας εξωμήτριας κύησης. Η πιο δημοφιλής δοσολογία είναι μία δόση εφάπαξ.

Οι ασθενείς που θα αντιμετωπιστούν με μεθοτρεξάτη, θα πρέπει να είναι αιμοδυναμικά σταθερές, να μην έχουν κοιλιακό άλγος, να έχουν την δυνατότητα παρακολούθησης και να έχουν καλή ηπατική και νεφρική λειτουργία.

Χειρουργική επέμβαση: Η λαπαροσκόπηση είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος στις περισσότερες περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης.

Η λαπαροτομία (ανοιχτό χειρουργείο) απευθύνεται σε ασθενείς με αιμοδυναμική αστάθεια, ή σε περιπτώσεις που η εξωμήτριος κύηση εντοπίζεται στο κέρας της μήτρας.

Τα ινομυώματα της μήτρας είναι οι πιο συχνοί γυναικολογικοί καλοήθεις όγκοι, που σε ορισμένες μελέτες αφορούν μέχρι και το 70-80% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην πλειοψηψία τους, τα ινομυώματα δεν προκαλούν συμπτώματα, και ανευρίσκονται τυχαία σε μία γυναικολογική εξέταση ρουτίνας.

Ανάλογα με τη θέση τους στη μήτρα, διακρίνονται σε υποβλεννογόνια (σε άμεση γειτνίαση με το ενδομήτριο), ενδοτοιχωματικά (μέσα στα μυϊκά τοιχώματα της μήτρας) και υποορογόνια (κάτω από τον εξωτερικό χιτώνα της μήτρας).

Όταν παρουσιάζουν συμπτώματα, αυτά συχνότερα είναι η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας, ιδιαίτερα με τη μορφή της μηνορραγίας (ροή μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας στην περίοδο). Οι ανώμαλες αυτές αιμορραγίες, συχνά αποτελούν αίτιο σιδηροπενικής αναιμίας.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα πίεσης στην περιοχή της πυέλου, δυσκοιλιότητα και συχνουρία.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων είναι εύκολη, από το ιστορικό, την αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση και το υπερηχογράφημα της πυέλου (διακοιλιακό ή διακολπικό).

Η αντιμετώπισή τους καθορίζεται από τη θέση τους, από το αν προκαλούν συμπτώματα, το μέγεθός τους, την ηλικία της γυναίκας και από το αν έχει ολοκληρώσει την αναπαραγωγική της αποστολή ή όχι.

Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων μπορεί να είναι συντηρητική ή επεμβατική.

Διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα έχουν προταθεί για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, μεταξύ των οποίων: αντισυλληπτικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, αγωνιστές GnRH, ενδομήτρια σπειράματα προγεστερόνης, ρυθμιστές προγεστερόνης, κ.λπ.

Οι χειρουργικές επιλογές για την αντιμετώπιση των ινομυωμάτων εξαρτώνται από την ηλικία της γυναίκας, και από το αν επιθυμεί περαιτέρω γονιμότητα ή όχι.

Σε νέες άτοκες γυναίκες, η επιλογή είναι η αφαίρεση του ινομυώματος (ινομυωματεκτομή ή εκπυρήνιση), που μπορεί να γίνει με ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία), με λαπαροσκόπηση, υστεροσκοπικά ή με διαδερμικό εμβολισμό από Επεμβατικό Ακτινολόγο.

Σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει την οικογένειά τους ή σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, προσφέρεται ως επιλογή η αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

Μία αρκετά συχνή κατάσταση που αφορά τις γυναίκες όλων των ηλικιών, είναι η κολπίτιδα. Η κολπίτιδα αποτελεί φλεγμονή του κόλπου που οφείλεται συνήθως σε λοίμωξη από μικροοργανισμούς και συνδυάζεται συχνά με φλεγμονή του αιδοίου (αιδοιίτιδα). Ανάλογα με το υπεύθυνο μικρόβιο, η κολπίτιδα είναι τριών ειδών: η κολπίτιδα από βακτήρια, η κολπίτιδα από μύκητες και η κολπίτιδα από τριχομονάδες. Στη γυναίκα μπορεί να εκδηλωθεί ταυτόχρονα οποιοσδήποτε συνδυασμός κολπικής μόλυνσης.

Συμπτώματα κολπίτιδας

Η κολπίτιδα αρκετά συχνά μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Έντονη κολπική έκκριση υγρών ασυνήθιστου χρώματος (κίτρινα ή πράσινα) και δυσάρεστης τις περισσότερες φορές οσμής (οσμή ψαριού)
  • Κοκκινίλα ή πρήξιμο στην περιοχή του αιδοίου
  • Αίσθημα φαγούρας ή καψίματος και μερικές φορές
  • Τσούξιμο ή πόνος στη διάρκεια της επαφής.

Διάγνωση κολπίτιδας

Ο έλεγχος για την ύπαρξη κολπίτιδας δεν αποτελεί μέρος της γυναικολογικής εξέτασης ρουτίνας, και πρέπει να γίνεται μετά από την περιγραφή των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια λήψης του γυναικολογικού ιστορικού και με την γυναικολογική εξέταση που μπορεί να αποκαλύψει σημεία φλεγμονής. Μερικές φορές την υποψία κολπίτιδας θέτει η ανακάλυψη στο τεστ Παπανικολάου κυττάρων που υποδηλώνουν φλεγμονή ή μικροβίων.

Η ανίχνευση του μικροβίου (βακτήριο, μύκητας, τριχομονάδα) που προκαλεί κολπίτιδα είναι πολύ σημαντική, καθώς το κάθε μικρόβιο αντιμετωπίζεται με διαφορετικό αντιβιοτικό. Επομένως όταν τεθεί η υπόνοια της κολπίτιδας, συνιστάται η εξέταση με μικροσκόπιο και η καλλιέργεια του κολπικού υγρού καθώς και υγρού που λαμβάνεται από την περιοχή του τραχήλου της μήτρας. Η καλλιέργεια αναδεικνύει το υπεύθυνο μικρόβιο και προτείνει (μέσω αντιβιογράμματος) τα κατάλληλα αντιβιοτικά.

Θεραπεία κολπίτιδας

Η θεραπεία της κολπίτιδας βασίζεται στη χορήγηση του κατάλληλου αντιβιοτικού είτε με κολπική τοποθέτηση (υπόθετα ή κρέμα), είτε σε συνδυασμό με λήψη από το στόμα.

Πρόληψη κολπίτιδας

Η πρόληψη της κολπίτιδας είναι πολύ σημαντική και συνίσταται από συγκεκριμένα μέτρα:

  • Καλό στέγνωμα μετά το μπάνιο.
  • Αλλαγή του βρεγμένου μαγιό στη θάλασσα.
  • Αποφυγή άμεσης επαφής με την άμμο.
  • Αποφυγή στενών ενδυμάτων, ιδιαίτερα το καλοκαίρι (η περιοχή πρέπει να «αναπνέει»).
  • Χρήση καθαρών βαμβακερών εσωρούχων.
  • Σκούπισμα με φορά προς τα πίσω μετά την αφόδευση.
  • Πλύσιμο της ευαίσθητης περιοχής μόνο με χλιαρό νερό και ειδικά προϊόντα που απευθύνονται για τη χρήση αυτή (ρωτήστε το γυναικολόγο σας). Πρέπει να αποφεύγονται σαπούνια, αφρόλουτρα και αποσμητικά.
  • Κολπικές πλύσεις πρέπει να γίνονται αυστηρά μετά από ειδικές συστάσεις του γυναικολόγου και όχι καθημερινά.
  • Επαφή με προφυλακτικό.
  • Ισορροπημένη διατροφή για καλό ανοσοποιητικό σύστημα.

Η κύστη στην ωοθήκη είναι ένας σάκος γεμάτος ρευστό ή ημίρευστο περιεχόμενο.

Παρά το γεγονός ότι η ανακάλυψη μιας κύστης στην ωοθήκη προκαλεί σημαντικό άγχος στη γυναίκα από τον φόβο μιας κακοήθειας, η συντριπτική πλειοψηφία των όγκων αυτών είναι καλοήθης.

Ο αριθμός των περιπτώσεων που διαγιγνώσκονται σήμερα κύστεις ωοθηκών έχει αυξηθεί εξαιτίας της ευρείας εφαρμογής των υπερήχων και της προσεκτικής γυναικολογικής εξέτασης.

Οι κύστεις στις ωοθήκες μπορεί να είναι είτε λειτουργικές, είτε νεοπλασματικές (καλοήθεις ή κακοήθεις).

Οι κύστεις των ωοθηκών μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιαδήποτε ηλικία, από την νεογνική περίοδο μέχρι και μετά την εμμηνόπαυση. Οι περισσότερες κύστεις ωστόσο αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, που αποτελεί μια περίοδο στη ζωή της γυναίκας με έντονη ορμονική ανάπτυξη. Η πλειοψηφία αυτών των κύστεων είναι λειτουργικές κύστεις που υποχωρούν μόνες τους χωρίς θεραπεία.

Ωστόσο όταν οι κύστεις είναι μεγάλες, επιμένουν για μήνες ή προκαλούν συμπτώματα, μπορεί να απαιτηθεί η χειρουργική αφαίρεσή τους, η οποία ενδέχεται να καταλήξει και στην αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης.

Κλινική εικόνα

Οι περισσότερες γυναίκες με κύστη στην ωοθήκη δεν έχουν συμπτώματα, και η κύστη αυτή ανακαλύπτεται συνήθως τυχαία στα πλαίσια μιας λεπτομερούς γυναικολογικής εξέτασης ή σε κάποιο υπερηχογράφημα ρουτίνας.

Ωστόσο μερικές κύστεις ενδέχεται να προκαλούν κάποια συμπτώματα, μερικές φορές σοβαρά.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα κύστεων περιλαμβάνουν:

  • Πόνο ή δυσφορία χαμηλά στην κοιλιά
  • Σοβαρό πόνο από συστροφή (στρίψιμο) ή ρήξη της κύστης
  • Δυσφορία κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής
  • Αίσθημα πλήρωσης και φουσκώματος στην κοιλιά
  • Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και ανώμαλες αιμορραγίες της μήτρας
  • Δυσκοιλιότητα ή δυσουρικά ενοχλήματα
  • Δυσπεψία, καούρα και αίσθημα κορεσμού στο στομάχι

Διάγνωση κύστεων

Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης προκύψει η υποψία ύπαρξης κάποιας κύστης στην ωοθήκη, πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφική εξέταση της πυέλου για την επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Η εξέταση για κύστη στην ωοθήκη μπορεί να γίνει και από την κοιλιά, και από τον κόλπο (διακολπικό υπερηχογράφημα). Το δεύτερο θεωρείται ως το πλέον κατάλληλο για την ανάδειξη τέτοιων κύστεων. Ενδέχεται να απαιτηθεί συμπληρωματικός απεικονιστικός έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας.

Η οριστική διάγνωση κύστης γίνεται μόνο με την ιστολογική εξέταση της κύστης μετά από την χειρουργική της αφαίρεση. Κάθε κύστη έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ευρήματα.

Κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις βοηθούν στην διαφορική διάγνωση των κύστεων της ωοθήκης. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

  • Τεστ κύησης
  • Γενική εξέταση αίματος
  • Γενική εξέταση ούρων
  • Καρκινικό αντιγόνο 125 (Ca-125). Η ανεύρεση υψηλών επιπέδων αυτού του δείκτη είναι χρήσιμη όταν συνδυάζεται με την υπερηχογραφική διερεύνηση των χαρακτηριστικών μιας κύστης, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση
  • Πρόσθετοι καρκινικοί δείκτες

Αντιμετώπιση κύστεων

Πολλές ασθενείς με απλές ωοθηκικές κύστεις χωρίς συμπτώματα δεν απαιτούν θεραπεία. Σε μια γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση, μια επίμονη απλή κύστη μικρότερη από 5 εκατοστά σε διάμετρο και με φυσιολογικές τιμές Ca-125, μπορεί να παρακολουθείται υπερηχογραφικά σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Φαρμακευτική θεραπεία κύστεων

Τα αντισυλληπτικά χάπια προστατεύουν από την ανάπτυξη λειτουργικών ωοθηκικών κύστεων. Ωστόσο ήδη υπάρχουσες λειτουργικές κύστεις δεν υποχωρούν πιο γρήγορα με την λήψη αντισυλληπτικών από ότι με απλή αναμονή και παρακολούθηση.

Λαπαροτομία και λαπαροσκόπηση κύστεων

Επίμονες απλές κύστεις μεγαλύτερες από 5 εκατοστά με συμπτώματα ή πολύπλοκες κύστεις έχουν ένδειξη για χειρουργική αφαίρεση. Η χειρουργικές επιλογές περιλαμβάνουν ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία) ή ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές (λαπαροσκόπηση). Μερικές φορές προκειμένου να αφαιρεθεί ολόκληρη η κύστη χωρίς να σπάσει για να εξεταστεί ιστολογικά, απαιτείται η αφαίρεση και της αντίστοιχης ωοθήκης. Οι στόχοι της χειρουργικής θεραπείας είναι:

  • Η επιβεβαίωση της διάγνωσης μίας ωοθηκικής κύστης
  • Η εκτίμηση της πιθανότητας κακοήθειας
  • Η λήψη υγρού από την κοιλιά για κυτταρολογική εξέταση
  • Η αφαίρεση ολόκληρης της κύστης ακεραίας για ιστολογική εξέταση. Αυτό μπορεί να σημαίνει την αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης
  • Ο έλεγχος της άλλης ωοθήκης και των υπολοίπων οργάνων της πυέλου
  • Η διενέργεια επιπρόσθετων χειρουργικών πράξεων εάν κριθεί απαραίτητο

Αμφοτερόπλευρη εξαρτηματεκτομή

Η αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων, καθώς και της μήτρας, πραγματοποιούνται συχνά σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση που έχουν κύστεις στις ωοθήκες, καθώς ο κίνδυνος νεοπλασιών και ιδιαίτερα κακοήθων είναι αυξημένος στις ηλικίες αυτές.

Το ουροποιητικό σύστημα είναι το τμήμα εκείνο του οργανισμού που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή και απέκκριση των ούρων. Περιλαμβάνει τους νεφρούς, την ουροδόχο κύστη, τους ουρητήρες και την ουρήθρα. Όταν μικρόβια εισέλθουν στο σύστημα αυτό, προκαλείται η ουρολοίμωξη.

Περίπου το 50% του γυναικείου πληθυσμού θα παρουσιάσει ουρολοίμωξη σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Οι περισσότερες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος αφορούν την ουροδόχο κύστη (κυστίτιδα). Η κυστίτιδα συνήθως δεν είναι σοβαρή αν θεραπευτεί αμέσως.

Αν αυτό δεν συμβεί, η ουρολοίμωξη ενδέχεται να εξαπλωθεί μέχρι τους νεφρούς (πυελονεφρίτιδα). Η λοίμωξη των νεφρών είναι σοβαρή και ενδέχεται αν δεν θεραπευτεί σωστά ή έγκαιρα, να δημιουργήσει σοβαρές και μόνιμες βλάβες.

Συνήθως βακτήρια που αποικίζουν φυσιολογικά το παχύ έντερο, εισέρχονται από την ουρήθρα και ταξιδεύουν προς την ουροδόχο κύστη και τους νεφρούς και προκαλούν την ουρολοίμωξη.

Το πιο συνηθισμένο βακτήριο είναι το κολοβακτηρίδιο (Escherichia Coli).

Οι λοιμώξεις αυτές είναι συχνότερες στις γυναίκες, και αυτό οφείλεται προφανώς στο ότι οι γυναίκες έχουν κοντύτερες ουρήθρες από τους άντρες και επομένως είναι ευκολότερο για τα βακτήρια να μετακινηθούν προς την κύστη.

Η σεξουαλική επαφή διευκολύνει την είσοδο των βακτηρίων στην ουρήθρα της γυναίκας.

Η ουρολοίμωξη είναι πιο συνήθης στις γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη ή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επίσης, η πιθανότητα είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχει κάποιο εμπόδιο στην παροχέτευση των ούρων, όπως μια πέτρα στο νεφρό.

Για λόγους που δεν είναι απόλυτα κατανοητοί, μερικές γυναίκες (3-5%) έχουν κυστίτιδες που υποτροπιάζουν συχνά.

Συμπτώματα ουρολοίμωξης

Ενδέχεται να υπάρχει ουρολοίμωξη όταν υπάρχουν κάποια από αυτά τα συμπτώματα:

  • Πόνος ή αίσθημα καψίματος στην ούρηση
  • Αίσθηση συχνής ούρησης (συχνουρία), αλλά χωρίς να βγαίνουν πολλά ούρα
  • Πόνος χαμηλά στην κοιλιά
  • Τα ούρα είναι θολά, έχουν ροζ ή κόκκινο χρώμα ή είναι δύσοσμα
  • Πόνος στην μια πλευρά της μέσης, κάτω από τα πλευρά.
  • Πυρετός με ρίγος
  • Ναυτία και έμετοι

Διάγνωση ουρολοίμωξης

Η διάγνωση γίνεται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, και επιβεβαιώνεται με την διενέργεια γενικής εξέτασης ούρων και καλλιέργειας ούρων, που δείχνουν την παρουσία πυοσφαιρίων (λευκών αιμοσφαιρίων που αυξάνονται σε περιπτώσεις λοιμώξεων) και των υπεύθυνων μικροβίων.

Θεραπεία ουρολοίμωξης

Η θεραπεία βασίζεται σε χορήγηση αντιβιοτικών. Το αντιβιοτικό που είναι κατάλληλο να χορηγηθεί καθορίζεται από το αντιβιόγραμμα, που αποτελεί εξέταση συμπληρωματική της καλλιέργειας, και δείχνει την ευαισθησία ή αντοχή του υπεύθυνου μικροβίου απέναντι στα υποψήφια φάρμακα. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την βαρύτητα της λοίμωξης. Η κυστίτιδα θεραπεύεται συνήθως με χορήγηση αντιβιοτικού για 3-5 μέρες, ενώ η πυελονεφρίτιδα χρειάζεται τις περισσότερες φορές εισαγωγή στο νοσοκομείο και θεραπεία για 2 εβδομάδες.

Πρόληψη Υποτροπών

Εκτός από το προφανές όφελος των αντιβιοτικών, έχουν κατά καιρούς μελετηθεί διάφορες παρεμβάσεις για το αν υπάρχει τρόπος να μειωθούν οι υποτροπές. Η έντονη ενυδάτωση, η υγιεινή της περιοχής και η εκκένωση της κύστης μετά από επαφή, καθώς και η χρήση γαλακτοβακίλλων κολπικά δεν φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικά μέτρα.

Αυτό που έχει τεκμηριωμένη αξία σήμερα, είναι η κατανάλωση βατόμουρων σε χυμό ή σε μορφή κάψουλας. Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ποσότητα και η διάρκεια λήψης για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος.

Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις οποίες η πιθανότητα υποτροπής είναι αυξημένη, λόγω ατροφίας του κολπικού και ουροποιητικού επιθηλίου, έχει θεωρητική βάση η τοπική εφαρμογή οιστρογόνων, ωστόσο δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη.

Οι πολύποδες είναι καλοήθεις μάζες που εντοπίζονται στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (ενδομητρικοί πολύποδες) ή στον τράχηλο της μήτρας (τραχηλικοί πολύποδες).

Οι πολύποδες μπορούν να έχουν μεγάλη επίπεδη βάση ή να συνδέονται με τη μήτρα μέσω ενός μίσχου (μισχωτοί πολύποδες) και το μέγεθός τους ποικίλει από μερικά χιλιοστά έως λίγα εκατοστά. Οι πολύποδες αιματώνονται από μικρά αιμοφόρα αγγεία.

Η αιτία δημιουργίας πολύποδων δεν είναι γνωστή. Συχνά οι πολύποδες δεν προκαλούν συμπτώματα και ανακαλύπτονται τυχαία σε υπερηχογραφική εξέταση της μήτρας, ή κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης αν προβάλλουν από τον τράχηλο προς τον κόλπο.

Όταν οι πολύποδες προκαλούν συμπτώματα, αυτά εμφανίζονται με τη μορφή των διαταραχών της περιόδου, που ποικίλουν σε ένταση από μικρή σταγονοειδή αιμόρροια έως αιμορραγία (μητρορραγία), βαριά περίοδο (μηνορραγία), ή ακόμα και ως αιμορραγία μετά την εμμηνόπαυση.

Σπανιότερα οι πολύποδες μπορεί να προκαλούν πόνο τις πρώτες μέρες της περιόδου (δυσμηνόρροια).

Η διάγνωσή των πολύποδων γίνεται με διακολπικό υπερηχογράφημα, υστεροσκόπηση και κατά τη διάρκεια διαγνωστικής απόξεσης.

Η διάγνωσή των πολύποδων με υπερηχογράφημα δυσκολεύεται όταν γίνεται στο τέλος της παραγωγικής φάσης του κύκλου ή όταν υπάρχει υπερβολική πάχυνση του ενδομητρίου (υπερπλασία). Για το λόγο αυτό το υπερηχογράφημα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την περίοδο.

Οι πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά με απόξεση της μήτρας, με ή χωρίς υστεροσκόπηση (άμεση απεικόνιση του εσωτερικού χιτώνα της μήτρας και των πολυπόδων με κάμερα που εισάγεται στη μήτρα μέσω του τραχήλου), υπό γενική αναισθησία. Μετά την αφαίρεσή τους, οι πολύποδες αποστέλλονται προς ιστολογική εξέταση.

Ο κίνδυνος ένας πολύποδας να εξαλλαγεί σε καρκίνο είναι πολύ μικρός (περίπου 0,5%). Εάν ωστόσο βρεθούν καρκινικά κύτταρα στην ιστολογική εξέταση του πολύποδα, συστήνεται η χειρουργική αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

ΓΑΙΑ

Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΩ) είναι μία από τις πιο συνηθισμένες ενδοκρινικές διαταραχές στη γυναίκα. Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών είναι μια πολύπλοκη, ετερογενής διαταραχή με ασαφή αίτια, αλλά υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι σε μεγάλο βαθμό έχει γενετικό υπόβαθρο.

Η διάγνωση Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών βασίζεται στα λεγόμενα «κριτήρια του Rotterdam». Η γυναίκα με ΣΠΩ πρέπει να πληροί δύο από τα τρία κριτήρια:

  • Ολιγομηνόρροια και/ή αμηνόρροια
  • Αυξημένα ανδρογόνα
  • Πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών στον υπέρηχο

Περίπου μία στις πέντε γυναίκες (20%) έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, ωστόσο δεν έχουν όλες το ΣΠΩ. Πολλές γυναίκες δεν γνωρίζουν ότι έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, ενώ οι κύστεις αυτές δεν χρειάζεται να αφαιρεθούν με χειρουργική επέμβαση.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών είναι:

  • Διαταραχές περιόδου: η έμμηνος ρύση μπορεί να είναι ακανόνιστη, εντονότερη από το συνηθισμένο ή παρατεταμένη, να εμφανίζεται μετά από μακρά χρονικά διαστήματα, ή σε ορισμένες γυναίκες και καθόλου. Αντί για ωορρηξία μία φορά κάθε μήνα, μια γυναίκα με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχει ωορρηξία ακανόνιστα, συνήθως όχι κάθε μήνα. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς θεραπεία, αυτές οι γυναίκες έχουν λιγότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυες (λιγότερες ωορρηξίες >, λιγότερες γόνιμες ημέρες κάθε χρόνο).
  • Το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών έχει τώρα αναγνωριστεί ότι είναι ένας από τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολής.
  • Η ακμή και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο σώμα: τα επίπεδα στο αίμα της ανδρικής ορμόνης τεστοστερόνης μπορεί να είναι ελαφρώς υψηλότερα σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών και αυτό προκαλεί ακμή, λιπαρό δέρμα και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο πρόσωπο, το στήθος και την κοιλιά.
  • Αυξημένο σωματικό βάρος: η αύξηση του βάρους είναι κοινή σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών. Ωστόσο, δεν είναι όλες αυτές οι γυναίκες υπέρβαρες. Μερικές γυναίκες μάλιστα αναπτύσσουν συμπτώματα του ΣΠΩ μόλις αυξηθεί το βάρος τους.
  • Κατάθλιψη.

Θεραπεία Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών

Αυτό το σύνδρομο δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μια ασθένεια και να λαμβάνουν οι γυναίκες αγωγή εφόρου ζωής. Τα συμπτώματα που περιγράφονται παραπάνω μπορούν, ωστόσο, να ελέγχονται κατά περιόδους. Όλες οι γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών πρέπει να προσπαθούν να διατηρούν ένα φυσιολογικό βάρος.

Διαταραχές περιόδου: Για τις γυναίκες που δεν έχουν επιθυμία να μείνουν έγκυες, η έμμηνος ρύση μπορεί να ελεγχθεί με αντισυλληπτικά χαμηλής δόσης οιστρογόνων.

Υπογονιμότητα: Αυτό είναι πιο πιθανό να οφείλεται στην έλλειψη τακτικής ωορρηξίας σε γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες. Πιθανόν να απαιτηθεί διέγερση των ωοθηκών με φαρμακευτικά σκευάσματα. Όταν άλλες θεραπείες απέτυχαν στην πρόκληση μιας εγκυμοσύνης, μπορεί να προσφερθεί στις γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών η λύση της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Δερματικά προβλήματα: Ακμή και ανεπιθύμητη τριχοφυΐα στο σώμα μπορεί να μειωθεί με τη λήψη ενός συνδυασμού των δισκίων. Τα οιστρογόνα συνδυάζονται με αντιανδρογόνο (ταυτόχρονη αντισυλληπτική δράση) και ο συνδυασμός πρέπει να λαμβάνεται για πολλούς μήνες για να εμφανιστεί κάποιο όφελος.

Σε ορισμένες γυναίκες με αντίσταση στην ινσουλίνη, η μετφορμίνη (αντιδιαβητικό φάρμακο) έχει πιθανόν θέση τόσο στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας όσο και της υπογονιμότητας και των διαταραχών περιόδου.

Ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο, όταν δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει παιδί μετά από ένα τουλάχιστον χρόνο συχνών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφυλάξεις.

Όταν η ηλικία της γυναίκας πλησιάζει τα 40 έτη, ο υπολογισμός του χρόνου υπογονιμότητας μειώνεται στους 6 μήνες.

Η ικανότητα σύλληψης σε ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας φθάνει το 90% μέσα στον πρώτο χρόνο προσπαθειών τους, και το 95% μέσα στον δεύτερο. Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά μειωμένα με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας.

Η υπογονιμότητα διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν δεν υπάρχει κύηση στο παρελθόν και δευτεροπαθή όταν η γυναίκα αναφέρει προηγούμενη κύηση με τον ίδιο ή άλλο σύντροφο.

Η υπογονιμότητα αφορά κοινό πρόβλημα και των δύο μελών μιας σχέσης και γι αυτό πρέπει να συζητούν από κοινού με τον ειδικό ιατρό της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η υπογονιμότητα είναι μια σχετικά συχνή ιατρική κατάσταση με σημαντικές ψυχολογικές, οικονομικές, και δημογραφικές συνέπειες που αφορά στη σύγχρονη εποχή σχεδόν το 1 στα 7 ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας.

Αιτία υπογονιμότητας

Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι αρκετά και αναλλοίωτα με το πέρασμα των χρόνων. Η γενική τάση είναι να ξεκινά ο έλεγχος σε υπογόνιμα ζευγάρια που δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν κύηση μετά τη συμπλήρωση 12 μηνών ελεύθερων συχνών επαφών.

Ο έλεγχος αυτός αφορά στον μεν άνδρα τη διερεύνηση της ποιότητας του σπέρματος με τη διενέργεια ενός σπερμοδιαγράμματος, στη δε γυναίκα τη διερεύνηση της ωοθυλακιορρηξίας και της βατότητας των σαλπίγγων της.

Βέβαια, σε γνωστό θέμα ανωοθυλακιορρηξίας ή ανδρικού παράγοντα με γνωστή μειωμένη ποιότητα του σπέρματος ή ηλικίας της γυναίκας που πλησιάζει τα 40 έτη, η διερεύνηση των αδυναμίας σύλληψης και αντίστοιχα η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από τους 12 μήνες.

Αιτίες της υπογονιμότητας αποτελούν:

  • Από κοινού ανδρικός και γυναικείος παράγοντας (50%)
  • Ανωοθυλακιορρηξία ή διαταραχές στην έμμηνη ρύση (25%)
  • Ανδρικός παράγοντας (20-25%) : μειωμένος αριθμός ή ελαττωμένη κινητικότητα ή παθολογική μορφολογία των σπερματοζωαρίων
  • Σαλπιγγικός παράγοντας (20%) : μειωμένη ή ελλιπής βατότητα, υδροσάλπιγγα, συμφύσεις με πυελικά όργανα.
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα (25%): ορίζεται ως αίτιο εξ αποκλεισμού και αφού αποκλειστούν όλοι οι αναφερόμενοι παράγοντες.
  • Παθολογία της μήτρας: πολύποδες, ινομυώματα, διάφραγμα (10%)
  • Ενδομητρίωση (5%)

Επιβαρυντικοί Παράγοντες υπογονιμότητας

Η ηλικία της γυναίκας αποτελεί τον κυριότερο επιβαρυντικό παράγοντα υπογονιμότητας, αφού με την αύξηση της ηλικίας, η γονιμότητα μειώνεται κατακόρυφα.

Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα περισσότερων των 5-10 τσιγάρων ημερησίως και η χρήση απαγορευμένων και επιβαρυντικών για την υγεία εξαρτησιογόνων ουσιών, μειώνουν την ποιότητα των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων, προκαλώντας υπογονιμότητα.

Το υπερβολικό βάρος και αντίστοιχα ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος (άνω των 25 kg/m²) συχνά συνδυάζεται με διαταραχές περιόδου και επικείμενη ανωοθυλακιορρηξία.

Άμεση βελτίωση της κλινικής εικόνας της γυναίκας με διαιτολόγιο, καθημερινή άσκηση ή ακόμα και με παράλληλη χορήγηση από τον ειδικό ενδοκρινολόγο ή γυναικολόγο φαρμακευτικών σκευασμάτων μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της συχνότητας των περιόδων τους και επομένως να επιτύχουν κύηση.

Από την άλλη πλευρά, έντονη αδυναμία και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος επίσης συσχετίζεται με διαταραχές περιόδου του τύπου της αμηνόρροιας ή της αραιομηνόρροιας.

Επίσκεψη και συμβουλευτική σε ενδοκρινολόγο ή ψυχολόγο μπορεί να βοηθήσει για αναστροφή της κλινικής κατάστασης, πρόσληψη βάρους και επιστροφή των περιόδων σε φυσιολογική διακύμανση.

Διερεύνηση υπογονιμότητας

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας οφείλει να ξεκινά με ένα λεπτομερές ιστορικό και των δύο μελών. Αφού ολοκληρωθεί το ιστορικό, ο έλεγχος της υπογονιμότητας συνεχίζεται με την εξέταση του σπέρματος, της ωοθυλακιορρηξίας και τη βατότητας των σαλπίγγων.

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας ξεκινάει πάντα με τον άνδρα με το σπερμοδιάγραμμα. Στην εξέταση αυτή αναλύονται βασικά χαρακτηριστικά του σπέρματος, όπως είναι η συγκέντρωση, ο συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων, η κινητικότητα, η μορφολογία και ο όγκος του.

Αν το αποτέλεσμα είναι παθολογικό, τότε επαναλαμβάνεται το σπερμοδιάγραμμα για να επιβεβαιωθεί το πρώτο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια πραγματοποιεί εργαστηριακές ορμονικές εξετάσεις (FSH, LH, TSH, PRL, Τεστοστερόνη), καρυότυπο, εξέταση κυστικής ίνωσης και κλινική εξέταση από τον ειδικό ουρολόγο.

Όσον αφορά τη γυναίκα, ένας απαραίτητος ορμονικός έλεγχος πραγματοποιείται τις πρώτες 2-3 μέρες της περιόδου της και περιλαμβάνει έλεγχο των FSH, LH, προλακτίνης, οιστραδιόλης και TSH.

Για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η ωοθυλακιορρηξία η καλύτερη εξέταση είναι ο υπολογισμός της προγεστερόνης ορού την 21η μέρα σε γυναίκες με κύκλο 28 ημερών σε συνδυασμό με διακολπικό υπερηχογράφημα στα μέσα του κύκλου της γυναίκας.

Ανεύρεση ενός ωοθυλακίου μεγέθους άνω των 17 - 18mm αποτελεί στοιχείο επικείμενης ωοθυλακιορρηξίας.

Τέλος, η αξιολόγηση της βατότητας των σαλπίγγων συνήθως γίνεται με μια απεικονιστική μέθοδο που ονομάζεται υστεροσαλπιγγογραφία (ΥΣΓ) ή με τη λαπαροσκόπηση, η οποία πραγματοποιείται όταν υπάρχουν αμφίβολα ευρήματα στην υστεροσαλπιγγογραφία.

Αντιμετώπιση υπογονιμότητας

Η αντιμετώπιση του υπογόνιμου ζευγαριού εξαρτάται από το ιστορικό και τα αποτελέσματα των αρχικών εργαστηριακών προσεγγίσεων.

Σε σοβαρό ανδρικό ή σαλπιγγικό παράγοντα το ζευγάρι θα χρειαστεί κάποια από τις μεθόδους της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Σε περίπτωση με χρόνια ανωοθυλακιορρηξία που συχνά συνδυάζεται με πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών ή το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, οι αρχικές συστάσεις περιλαμβάνουν ειδικό εργαστηριακό έλεγχο, αλλά και απώλεια σωματικού βάρους, άσκηση, λήψη ειδικών ωοθυλακιορρηκτικών σκευασμάτων, επαφές κατά τη γόνιμη περίοδο.

Οι περιπτώσεις πολύποδας ενδομητρίου ή ινομυώματα ή ενδομητρίωση, αντιμετωπίζονται επεμβατικά. Η υστεροσκόπηση και αφαίρεση ενδομητρικής βλάβης, όπως πολύποδα ή υποβλεννογονίου ινομυώματος, η λαπαροσκόπηση ή λαπαρατομία σε περίπτωση υδροσάλπιγγας ή μεγάλου ινομυώματος (άνω των 5 εκατοστών) αποτελούν τις χειρουργικές επιλογές.

Μετά από την αποκατάσταση της ανατομίας της μήτρας, δίδεται στο ζευγάρι χρόνος να προσπαθήσουν από μόνοι τους για επίτευξη κύησης, ενώ σε περιπτώσεις αποτυχίας ή παρουσίας επιπρόσθετων παθολογικών παραμέτρων, τότε γίνεται συμβουλευτική για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Ασφάλεια και κάλυψη από Γενικό Νοσοκομείο

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική είναι η μοναδική στην Ελλάδα που λειτουργεί μέσα σε ένα μεγάλο, υπερσύγχρονο Γενικό Νοσοκομείο.

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική διαθέτει 24ωρη ετοιμότητα και πρόσβαση σε ιατρικό προσωπικό 21 ειδικοτήτων, με αποτέλεσμα να αποτελεί ασφαλές και ιδανικό περιβάλλον για να εμπιστευτεί μία γυναίκα την υγεία της ή τον ερχομό του παιδιού της.

Πρωτόκολλα

Η ΓΑΙΑ εξέδωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα Μαιευτικά και Γυναικολογικά Πρωτόκολλα, κατά τα πρότυπα των αντίστοιχων εκδόσεων που υπάρχουν στις υπόλοιπες ιατρικά προηγμένες χώρες.

Τα πρωτόκολλα αυτά αποτελούν έναν χρήσιμο οδηγό που βοηθά τους Ιατρούς στις καθ’ ημέραν ιατρικές τους πράξεις, καθώς και τις Μαίες μας στην άσκηση του νοσηλευτικού τους έργου, με στόχο πάντοτε την απόλυτη διασφάλιση των ποιοτικών και επιστημονικά άρτιων υπηρεσιών της Κλινικής.

Πιστοποιημένες Υπηρεσίες Ποιότητας

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, όπως και όλες οι κλινικές του Ομίλου, έχει λάβει πιστοποίηση των υπηρεσιών της σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητας ISO και TEMOS «Quality in International Patient Care» και «Excellence in Medical Tourism» για την παροχή υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες σε διεθνείς ασθενείς.

Κοινωνικό Πρόσωπο

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική, από το ξεκίνημά της, έχει αποδείξει το ενδιαφέρον της για τη γυναίκα, προσφέροντας άρτιες και ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Η δέσμευσή της για τη στήριξη κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, εκφράζεται με την παροχή σειράς προνομίων και δωρεάν υπηρεσιών υγείας και περίθαλψης, στα μέλη και τις γυναίκες που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα ψυχοκοινωνικής στήριξης διαφόρων ΜΚΟ.

Ανθρώπινο δυναμικό

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική στελεχώνεται από άρτια καταρτισμένους επιστήμονες, με βαθιά γνώση του αντικειμένου τους, με εξειδίκευση και εμπειρία, που αντιμετωπίζουν με ευαισθησία τους ασθενείς τους.

Διαθέτει έμπειρο νοσηλευτικό προσωπικό, με ήθος, προσηλωμένο στις ιδιαίτερες ανάγκες των ασθενών και των εγκύων, και εργαζόμενους με προσωπική καλλιέργεια, αξίες, στόχους, επαγγελματισμό, πνεύμα συνεργασίας και διάθεση για δουλειά.