Γυναικολογικοί Υπέρηχοι

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ΓΑΙΑ Μαιευτική - Γυναικολογική διαθέτει ένα πλήρως οργανωμένο Τμήμα Γυναικολογικών Υπερήχων. Είναι εξοπλισμένο με τα πλέον σύγχρονα ιατρικά μηχανήματα υπερήχων (με δυνατότητα διενέργειας 4D υπερήχων).

Το Τμήμα Γυναικολογικών Υπερήχων στελεχώνεται από έμπειρους γυναικολόγους, εξειδικευμένους στη γυναικολογική και μαιευτική υπερηχογραφία.

Το τμήμα Γυναικολογικών Υπερήχων υποδέχεται ασθενείς σε τακτική, καθημερινή βάση τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, αλλά παρέχει 24ωρη ετοιμότητα για τη διερεύνηση επειγόντων γυναικολογικών περιστατικών.

Το υπερηχογράφημα αποτελεί απεικονιστική, μη-επεμβατική διαγνωστική μέθοδο, που συμπληρώνει τη γυναικολογική εξέταση και συμβάλλει στη διάγνωση των συνηθέστερων γυναικολογικών προβλημάτων, στη διαφορική διάγνωση διαφόρων συμπτωμάτων (π.χ. του πυελικού πόνου), αλλά και στη διερεύνηση των προβλημάτων της γυναικείας υπογονιμότητας.

Το υπερηχογράφημα γίνεται με δύο τρόπους: Διακοιλιακά, δηλαδή από την κοιλιά της ασθενούς, και διακολπικά, δηλαδή μέσω του κόλπου.

Η διακολπική απεικόνιση θεωρείται καλύτερη για τον έλεγχο των έσω γεννητικών οργάνων. Η εξέταση της διακολπικής απεικόνισης είναι ανώδυνη, και δεν ενέχει κινδύνους για την εξεταζόμενη.

Τα αποτελέσματα του υπερηχογραφήματος είναι διαθέσιμα άμεσα.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Με τη βοήθεια των γυναικολογικών υπερήχων γίνεται με ακρίβεια:

  • Η διάγνωση των ινομυωμάτων.
  • Η διάγνωση των πολυπόδων της μήτρας.
  • Η διάγνωση των κυστικών ή συμπαγών όγκων των ωοθηκών και των σαλπίγγων.
  • Η διάγνωση της εξωμήτριας κύησης.
  • Η διάγνωση συγγενών ανωμαλιών της μήτρας (π.χ. δίδελφυς ή διαφραγματοφόρος μήτρα).
  • Η διάγνωση και παρακολούθηση ενδοκρινικών διαταραχών (όπως το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών).
  • Ο προσδιορισμός της ωοθυλακιορρηξίας για τον έλεγχο της γονιμότητας της γυναίκας (με τη μελέτη της ωρίμανσης των ωοθυλακίων).
  • Ο προσδιορισμός του πάχους του ενδομητρίου σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση για τον αποκλεισμό παθήσεων όπως η υπερπλασία και ο καρκίνος του ενδομητρίου.
  • Ο έλεγχος της θέσης ενός ενδομητρίου σπειράματος (σπιράλ).

ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Η ενδομητρίωση περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον βαρόνο Carl von Rokitansky το 1860. Εμφανίζεται περίπου στο 6-10% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην ενδομητρίωση, ιστός από το ενδομήτριο εμφανίζεται και αναπτύσσεται εκτός της μήτρας.

Η συνηθέστερη εντόπιση του ιστού αυτού βρίσκεται στο περιτόναιο (τον χιτώνα που επενδύει την κοιλότητα της κοιλιάς) και πάνω στις ωοθήκες.

Τα κύτταρα του ενδομητρίου που εντοπίζονται σε περιοχές εκτός της μήτρας, υφίστανται τις κυκλικές μεταβολές που οφείλονται στις ορμόνες που παράγουν οι ωοθήκες στη διάρκεια του εμμηνορυσιακού κύκλου και ανταποκρίνονται με παρόμοιο τρόπο με τα κύτταρα του ενδομητρίου που βρίσκονται μέσα στη μήτρα.

Συμπτώματα ενδομητρίωσης

Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης εξαρτώνται από την περιοχή στην οποία εντοπίζεται. Τα συνηθέστερα είναι χρόνιος πόνος στην περιοχή της κοιλιάς και στειρότητα.

Ο πόνος συχνά χειροτερεύει στην περίοδο και είναι η πιο κοινή αιτία της δευτερογενούς δυσμηνόρροιας. Η ενδομητρίωση είναι συχνό εύρημα σε γυναίκες με υπογονιμότητα και έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Ο χρόνιος πόνος στην πύελο είναι το πιο συχνό σύμπτωμα ενδομητρίωσης. Ποικίλει σε μορφή και ένταση και παραδόξως δεν σχετίζεται με την έκταση της νόσου. Ο πόνος αυτός εκδηλώνεται ως:

  • Επώδυνη περίοδος (δυσμηνόρροια)
  • Χρόνιος πυελικός πόνος (τυπικά στην περιοχή της κοιλιάς και χαμηλά στη μέση)
  • Πόνος κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (δυσπαρευνία)
  • Δυσουρικά ενοχλήματα (αυξημένη τάση για ούρηση, συχνουρία και μερικές φορές επώδυνη ούρηση)

Διάγνωση ενδομητρίωσης

Η διάγνωση ενδομητρίωσης βασίζεται στο ιστορικό της ασθενούς, στο διακολπικό υπερηχογράφημα που δείχνει κύστεις των ωοθηκών με χαρακτηριστική μορφολογία (σοκολατοειδείς κύστεις ή ενδομητριώματα) και εδραιώνεται οριστικά με τη λαπαροσκόπηση, στην οποία ανακαλύπτονται οι χαρακτηριστικές εστίες της ενδομητρίωσης στο περιτόναιο ή στις ωοθήκες, ή οι κύστεις των ωοθηκών.

Αντιμετώπιση ενδομητρίωσης

Δεν υπάρχει οριστική θεραπεία για την ενδομητρίωση, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους, όπως:

  • Χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών φαρμάκων,
  • Ορμονικές θεραπείες (οι οποίες προκαλούν συνήθως ιατρογενή αμηνόρροια για την ύφεση του πόνου), και η
  • Χειρουργική επέμβαση.

Η μέθοδος που προτείνεται για τη χειρουργική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης είναι η επεμβατική λαπαροσκόπηση, κατά τη διάρκεια της οποίας γίνονται διάφορες παρεμβάσεις, ανάλογα με το στάδιο της νόσου (λύση συμφύσεων, αφαίρεση κύστεων, καυτηριασμός εστιών ενδομητρίωσης, κ.λπ.).

Η εξωμήτριος (ή έκτοπη) κύηση είναι το αποτέλεσμα μίας διαταραχής της φυσιολογίας της ανθρώπινης αναπαραγωγής, η οποία οδηγεί το έμβρυο να εμφυτευτεί και να ωριμάσει έξω από την κοιλότητα της μήτρας.

Το γεγονός αυτό οδηγεί τελικά στον θάνατο του εμβρύου και χωρίς την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, η έκτοπη κύηση μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή της ασθενούς.

Η επίπτωση της εξωμήτριας κύησης έχει αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και πλέον φτάνει περίπου το 1-2% των κυήσεων.

Κλινική εικόνα

Η εξωμήτριος κύηση παρουσιάζεται με την κλασική τριάδα συμπτωμάτων:

  • Αμηνόρροια (καθυστέρηση στην περίοδο)
  • Κοιλιακό πόνο
  • Κολπική αιμόρροια

Δυστυχώς, μόνο στο 50% των περιπτώσεων οι ασθενείς παρουσιάζουν και τα 3 συμπτώματα εξωμητρίου κύησης μαζί. Ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα ευρήματα που να υποδηλώνουν την ύπαρξη κύησης (όπως ναυτία, έμετοι και πρήξιμο των μαστών).

Όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως έντονη σύσπαση των τοιχωμάτων της κοιλιάς, έντονη ευαισθησία στην ψηλάφηση της κοιλιάς και ευρήματα υποογκαιμικού σοκ (ορθοστατική υπόταση ή ταχυκαρδία), το πιθανότερο είναι η εξωμήτριος κύηση να χρειάζεται άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Στην γυναικολογική εξέταση ενδέχεται η μήτρα να είναι ελαφρά μεγαλύτερη από το κανονικό και μαλακής σύστασης, κατά την μετακίνηση του τραχήλου ή της μήτρας μπορεί να εκλύεται πόνος, μπορεί να ψηλαφείται το πάσχον εξάρτημα διογκωμένο και μπορεί να βρεθούν στον κόλπο ιστοί από απόπτωση του ενδομητρίου (περίπου σαν πήγματα περιόδου).

Διάγνωση εξωμητρίου κύησης

Μέτρηση χοριακής γοναδοτροφίνης στο αίμα: Σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη, τα επίπεδα της χοριακής στο αίμα διπλασιάζονται κάθε 48 ώρες μέχρι να φτάσουν στις 10.000-20.000 μονάδες.

Στις περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης, τα επίπεδα συνήθως αυξάνονται λιγότερο και τελικώς είναι χαμηλότερα από εκείνα που αναμένονται στις φυσιολογικές κυήσεις.

Για την διάγνωση εξωμήτριας κύησης δεν είναι αρκετή μία μόνο μέτρηση της χοριακής, αλλά απαιτούνται επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, τόσο για να ξεχωρίσουμε την εξωμήτριο, όσο και για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή της μετά από την έναρξη της θεραπείας.

Υπερηχογράφημα: Το υπερηχογράφημα αποτελεί το πιο χρήσιμο εργαλείο για την διάγνωση της εξωμήτριας κύησης.

Η ανεύρεση ενός σάκου μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, με ή χωρίς ενδείξεις καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, είναι αρκετή για τον αποκλεισμό μιας εξωμήτριας κύησης.

Το διακολπικό υπερηχογράφημα μπορεί να ανιχνεύσει μια ενδομήτρια κύηση 24 μέρες μετά την ωορρηξία ή 38 μέρες μετά την τελευταία περίοδο (ενώ το διακοιλιακό υπερηχογράφημα την ανιχνεύει μία εβδομάδα αργότερα).

Μια κενή μήτρα σε ασθενείς με χοριακή γοναδοτροπίνη πάνω από μια συγκεκριμένη τιμή, υποδηλώνει την ύπαρξη εξωμήτριας κύησης.

Εάν χρησιμοποιηθεί και το Doppler, η διαγνωστική ακρίβεια του υπερηχογραφήματος αυξάνεται, ιδιαίτερα σε αμφίβολες περιπτώσεις.

Λαπαροσκόπηση: Η λαπαροσκόπηση αποτελεί σταθερό κριτήριο για τη διάγνωση εξωμήτριας κύησης . Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις ασθενείς, καθώς μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους, τη νοσηρότητα αλλά και το κόστος.

Ενδείκνυται για τις ασθενείς που βρίσκονται σε πόνο και είναι αιμοδυναμικά ασταθείς. Η λαπαροσκόπηση μπορεί να «χάσει» μέχρι 4% των περιπτώσεων αρχόμενης εξωμήτριας κύησης.

Αντιμετώπιση εξωμήτριας κύησης

Οι θεραπευτικές επιλογές είναι τρεις:

  • Αναμονή
  • Χορήγηση μεθοτρεξάτης
  • Χειρουργική επέμβαση

Αναμονή: Υποψήφιες για την πολιτική της αναμονής είναι οι ασθενείς εκείνες που δεν έχουν συμπτώματα, και δεν έχουν ενδείξεις ρήξης της εξωμήτριας κύησης ή αιμοδυναμική αστάθεια.

Θα πρέπει επίσης να υπάρχει εργαστηριακή επιβεβαίωση της σταδιακής πτώσης της χοριακής. Παρόλα αυτά, οι ασθενείς αυτές θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς παρά την πτώση της χοριακής, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της ρήξης.

Χορήγηση μεθοτρεξάτης: Η μεθοτρεξάτη είναι ένα κυτταροστατικό φάρμακο που αποτελεί την ενδεδειγμένη φαρμακευτική θεραπεία σε περιπτώσεις μη ραγείσας εξωμήτριας κύησης. Η πιο δημοφιλής δοσολογία είναι μία δόση εφάπαξ.

Οι ασθενείς που θα αντιμετωπιστούν με μεθοτρεξάτη, θα πρέπει να είναι αιμοδυναμικά σταθερές, να μην έχουν κοιλιακό άλγος, να έχουν την δυνατότητα παρακολούθησης και να έχουν καλή ηπατική και νεφρική λειτουργία.

Χειρουργική επέμβαση: Η λαπαροσκόπηση είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος στις περισσότερες περιπτώσεις εξωμήτριας κύησης.

Η λαπαροτομία (ανοιχτό χειρουργείο) απευθύνεται σε ασθενείς με αιμοδυναμική αστάθεια, ή σε περιπτώσεις που η εξωμήτριος κύηση εντοπίζεται στο κέρας της μήτρας.

Τα ινομυώματα της μήτρας είναι οι πιο συχνοί γυναικολογικοί καλοήθεις όγκοι, που σε ορισμένες μελέτες αφορούν μέχρι και το 70-80% των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Στην πλειοψηψία τους, τα ινομυώματα δεν προκαλούν συμπτώματα, και ανευρίσκονται τυχαία σε μία γυναικολογική εξέταση ρουτίνας.

Ανάλογα με τη θέση τους στη μήτρα, διακρίνονται σε υποβλεννογόνια (σε άμεση γειτνίαση με το ενδομήτριο), ενδοτοιχωματικά (μέσα στα μυϊκά τοιχώματα της μήτρας) και υποορογόνια (κάτω από τον εξωτερικό χιτώνα της μήτρας).

Όταν παρουσιάζουν συμπτώματα, αυτά συχνότερα είναι η ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας, ιδιαίτερα με τη μορφή της μηνορραγίας (ροή μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας στην περίοδο). Οι ανώμαλες αυτές αιμορραγίες, συχνά αποτελούν αίτιο σιδηροπενικής αναιμίας.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο ή αίσθημα πίεσης στην περιοχή της πυέλου, δυσκοιλιότητα και συχνουρία.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων είναι εύκολη, από το ιστορικό, την αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση και το υπερηχογράφημα της πυέλου (διακοιλιακό ή διακολπικό).

Η αντιμετώπισή τους καθορίζεται από τη θέση τους, από το αν προκαλούν συμπτώματα, το μέγεθός τους, την ηλικία της γυναίκας και από το αν έχει ολοκληρώσει την αναπαραγωγική της αποστολή ή όχι.

Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων μπορεί να είναι συντηρητική ή επεμβατική.

Διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα έχουν προταθεί για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, μεταξύ των οποίων: αντισυλληπτικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, αγωνιστές GnRH, ενδομήτρια σπειράματα προγεστερόνης, ρυθμιστές προγεστερόνης, κ.λπ.

Οι χειρουργικές επιλογές για την αντιμετώπιση των ινομυωμάτων εξαρτώνται από την ηλικία της γυναίκας, και από το αν επιθυμεί περαιτέρω γονιμότητα ή όχι.

Σε νέες άτοκες γυναίκες, η επιλογή είναι η αφαίρεση του ινομυώματος (ινομυωματεκτομή ή εκπυρήνιση), που μπορεί να γίνει με ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία), με λαπαροσκόπηση, υστεροσκοπικά ή με διαδερμικό εμβολισμό από Επεμβατικό Ακτινολόγο.

Σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει την οικογένειά τους ή σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, προσφέρεται ως επιλογή η αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

Η κύστη στην ωοθήκη είναι ένας σάκος γεμάτος ρευστό ή ημίρευστο περιεχόμενο.

Παρά το γεγονός ότι η ανακάλυψη μιας κύστης στην ωοθήκη προκαλεί σημαντικό άγχος στη γυναίκα από τον φόβο μιας κακοήθειας, η συντριπτική πλειοψηφία των όγκων αυτών είναι καλοήθης.

Ο αριθμός των περιπτώσεων που διαγιγνώσκονται σήμερα κύστεις ωοθηκών έχει αυξηθεί εξαιτίας της ευρείας εφαρμογής των υπερήχων και της προσεκτικής γυναικολογικής εξέτασης.

Οι κύστεις στις ωοθήκες μπορεί να είναι είτε λειτουργικές, είτε νεοπλασματικές (καλοήθεις ή κακοήθεις).

Οι κύστεις των ωοθηκών μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιαδήποτε ηλικία, από την νεογνική περίοδο μέχρι και μετά την εμμηνόπαυση. Οι περισσότερες κύστεις ωστόσο αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, που αποτελεί μια περίοδο στη ζωή της γυναίκας με έντονη ορμονική ανάπτυξη. Η πλειοψηφία αυτών των κύστεων είναι λειτουργικές κύστεις που υποχωρούν μόνες τους χωρίς θεραπεία.

Ωστόσο όταν οι κύστεις είναι μεγάλες, επιμένουν για μήνες ή προκαλούν συμπτώματα, μπορεί να απαιτηθεί η χειρουργική αφαίρεσή τους, η οποία ενδέχεται να καταλήξει και στην αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης.

Κλινική εικόνα

Οι περισσότερες γυναίκες με κύστη στην ωοθήκη δεν έχουν συμπτώματα, και η κύστη αυτή ανακαλύπτεται συνήθως τυχαία στα πλαίσια μιας λεπτομερούς γυναικολογικής εξέτασης ή σε κάποιο υπερηχογράφημα ρουτίνας.

Ωστόσο μερικές κύστεις ενδέχεται να προκαλούν κάποια συμπτώματα, μερικές φορές σοβαρά.

Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα κύστεων περιλαμβάνουν:

  • Πόνο ή δυσφορία χαμηλά στην κοιλιά
  • Σοβαρό πόνο από συστροφή (στρίψιμο) ή ρήξη της κύστης
  • Δυσφορία κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής
  • Αίσθημα πλήρωσης και φουσκώματος στην κοιλιά
  • Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και ανώμαλες αιμορραγίες της μήτρας
  • Δυσκοιλιότητα ή δυσουρικά ενοχλήματα
  • Δυσπεψία, καούρα και αίσθημα κορεσμού στο στομάχι

Διάγνωση κύστεων

Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης προκύψει η υποψία ύπαρξης κάποιας κύστης στην ωοθήκη, πρέπει να πραγματοποιείται υπερηχογραφική εξέταση της πυέλου για την επιβεβαίωση της διάγνωσης.

Η εξέταση για κύστη στην ωοθήκη μπορεί να γίνει και από την κοιλιά, και από τον κόλπο (διακολπικό υπερηχογράφημα). Το δεύτερο θεωρείται ως το πλέον κατάλληλο για την ανάδειξη τέτοιων κύστεων. Ενδέχεται να απαιτηθεί συμπληρωματικός απεικονιστικός έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας.

Η οριστική διάγνωση κύστης γίνεται μόνο με την ιστολογική εξέταση της κύστης μετά από την χειρουργική της αφαίρεση. Κάθε κύστη έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ευρήματα.

Κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις βοηθούν στην διαφορική διάγνωση των κύστεων της ωοθήκης. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

  • Τεστ κύησης
  • Γενική εξέταση αίματος
  • Γενική εξέταση ούρων
  • Καρκινικό αντιγόνο 125 (Ca-125). Η ανεύρεση υψηλών επιπέδων αυτού του δείκτη είναι χρήσιμη όταν συνδυάζεται με την υπερηχογραφική διερεύνηση των χαρακτηριστικών μιας κύστης, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση
  • Πρόσθετοι καρκινικοί δείκτες

Αντιμετώπιση κύστεων

Πολλές ασθενείς με απλές ωοθηκικές κύστεις χωρίς συμπτώματα δεν απαιτούν θεραπεία. Σε μια γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση, μια επίμονη απλή κύστη μικρότερη από 5 εκατοστά σε διάμετρο και με φυσιολογικές τιμές Ca-125, μπορεί να παρακολουθείται υπερηχογραφικά σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Φαρμακευτική θεραπεία κύστεων

Τα αντισυλληπτικά χάπια προστατεύουν από την ανάπτυξη λειτουργικών ωοθηκικών κύστεων. Ωστόσο ήδη υπάρχουσες λειτουργικές κύστεις δεν υποχωρούν πιο γρήγορα με την λήψη αντισυλληπτικών από ότι με απλή αναμονή και παρακολούθηση.

Λαπαροτομία και λαπαροσκόπηση κύστεων

Επίμονες απλές κύστεις μεγαλύτερες από 5 εκατοστά με συμπτώματα ή πολύπλοκες κύστεις έχουν ένδειξη για χειρουργική αφαίρεση. Η χειρουργικές επιλογές περιλαμβάνουν ανοιχτό χειρουργείο (λαπαροτομία) ή ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές (λαπαροσκόπηση). Μερικές φορές προκειμένου να αφαιρεθεί ολόκληρη η κύστη χωρίς να σπάσει για να εξεταστεί ιστολογικά, απαιτείται η αφαίρεση και της αντίστοιχης ωοθήκης. Οι στόχοι της χειρουργικής θεραπείας είναι:

  • Η επιβεβαίωση της διάγνωσης μίας ωοθηκικής κύστης
  • Η εκτίμηση της πιθανότητας κακοήθειας
  • Η λήψη υγρού από την κοιλιά για κυτταρολογική εξέταση
  • Η αφαίρεση ολόκληρης της κύστης ακεραίας για ιστολογική εξέταση. Αυτό μπορεί να σημαίνει την αφαίρεση της αντίστοιχης ωοθήκης
  • Ο έλεγχος της άλλης ωοθήκης και των υπολοίπων οργάνων της πυέλου
  • Η διενέργεια επιπρόσθετων χειρουργικών πράξεων εάν κριθεί απαραίτητο

Αμφοτερόπλευρη εξαρτηματεκτομή

Η αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων, καθώς και της μήτρας, πραγματοποιούνται συχνά σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση που έχουν κύστεις στις ωοθήκες, καθώς ο κίνδυνος νεοπλασιών και ιδιαίτερα κακοήθων είναι αυξημένος στις ηλικίες αυτές.

Οι πολύποδες είναι καλοήθεις μάζες που εντοπίζονται στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας (ενδομητρικοί πολύποδες) ή στον τράχηλο της μήτρας (τραχηλικοί πολύποδες).

Οι πολύποδες μπορούν να έχουν μεγάλη επίπεδη βάση ή να συνδέονται με τη μήτρα μέσω ενός μίσχου (μισχωτοί πολύποδες) και το μέγεθός τους ποικίλει από μερικά χιλιοστά έως λίγα εκατοστά. Οι πολύποδες αιματώνονται από μικρά αιμοφόρα αγγεία.

Η αιτία δημιουργίας πολύποδων δεν είναι γνωστή. Συχνά οι πολύποδες δεν προκαλούν συμπτώματα και ανακαλύπτονται τυχαία σε υπερηχογραφική εξέταση της μήτρας, ή κατά τη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης αν προβάλλουν από τον τράχηλο προς τον κόλπο.

Όταν οι πολύποδες προκαλούν συμπτώματα, αυτά εμφανίζονται με τη μορφή των διαταραχών της περιόδου, που ποικίλουν σε ένταση από μικρή σταγονοειδή αιμόρροια έως αιμορραγία (μητρορραγία), βαριά περίοδο (μηνορραγία), ή ακόμα και ως αιμορραγία μετά την εμμηνόπαυση.

Σπανιότερα οι πολύποδες μπορεί να προκαλούν πόνο τις πρώτες μέρες της περιόδου (δυσμηνόρροια).

Η διάγνωσή των πολύποδων γίνεται με διακολπικό υπερηχογράφημα, υστεροσκόπηση και κατά τη διάρκεια διαγνωστικής απόξεσης.

Η διάγνωσή των πολύποδων με υπερηχογράφημα δυσκολεύεται όταν γίνεται στο τέλος της παραγωγικής φάσης του κύκλου ή όταν υπάρχει υπερβολική πάχυνση του ενδομητρίου (υπερπλασία). Για το λόγο αυτό το υπερηχογράφημα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την περίοδο.

Οι πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά με απόξεση της μήτρας, με ή χωρίς υστεροσκόπηση (άμεση απεικόνιση του εσωτερικού χιτώνα της μήτρας και των πολυπόδων με κάμερα που εισάγεται στη μήτρα μέσω του τραχήλου), υπό γενική αναισθησία. Μετά την αφαίρεσή τους, οι πολύποδες αποστέλλονται προς ιστολογική εξέταση.

Ο κίνδυνος ένας πολύποδας να εξαλλαγεί σε καρκίνο είναι πολύ μικρός (περίπου 0,5%). Εάν ωστόσο βρεθούν καρκινικά κύτταρα στην ιστολογική εξέταση του πολύποδα, συστήνεται η χειρουργική αφαίρεση της μήτρας (υστερεκτομία).

ΓΑΙΑ

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (Polycystic Ovary Syndrome – PCOS) είναι διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερανδρογοναιμία, ωοθηκική δυσλειτουργία και ωοθήκες πολυκυστικής μορφολογίας στον υπερηχογραφικό έλεγχο.

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών είναι η πιο συχνή γυναικολογική ενδοκρινολογική διαταραχή κι εμφανίζεται στο 5 - 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας (12 - 45 ετών), ενώ στην εφηβεία αποτελεί την αιτία για το 40% περίπου των διαταραχών της εμμήνου ρύσεως.

Τα διαγνωστικά κριτήρια του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών έχουν αλλάξει κατά καιρούς, όμως όλα συμφωνούν ότι δευτερεύουσες αιτίες (όπως συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, υπερπρολακτιναιμία και νεοπλάσματα που παράγουν ανδρογόνα) πρέπει αρχικά να αποκλειστούν.

Όλα τα διαγνωστικά κριτήρια επίσης, απαιτούν την παρουσία περισσοτέρων του ενός κριτηρίων για τη διάγνωση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη παρατηρείται σε πολλά κορίτσια με PCOS, ιδιαίτερα σε εκείνα με υπερανδρογοναιμία, ωστόσο δε θεωρείται ως ένα εκ των διαγνωστικών κριτηρίων.

Συμπτώματα συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών

Τα συμπτώματα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, όπως η ανωοθυλακιορρηξία (έλλειψη ωοθυλακιορρηξίας), η συνεχής επίδραση των οιστρογόνων στο ενδομήτριο, η έλλειψη προγεστερόνης και η αύξηση των ανδρογόνων.

Τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά τα συμπτώματα είναι:

  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης (περιόδου): Αμηνόρροια, αραιομηνόρροια και αιμορραγίες εκ διαφυγής των οιστρογόνων,
  • Κλινικά σημεία υπερανδρογοναιμίας (Δασυτριχισμός, αλωπεκία, λιπαρότητα δέρματος, ακμή),
  • Υπογονιμότητα,
  • Ανδροειδής παχυσαρκία (Εναπόθεση λίπους στο άνω τμήμα του σώματος-ώμοι, αυχένας, κοιλιακή χώρα),
  • Μελανίζουσα ακάνθωση (Καστανή ή φαιά υπέρχρωση του δέρματος, θηλωματώδης ή σαν βελούδο), η οποία εντοπίζεται στον αυχένα, στις μασχαλιαίες χώρες, στις βουβωνικές περιοχές και κάτω από τους μαστούς.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών

Στις μακροπρόθεσμες συνέπειες του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών περιλαμβάνονται:

  • Τριπλάσιος κίνδυνος υπερπλασίας και καρκίνου του ενδομητρίου,
  • Αυξημένος κίνδυνος για ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών,
  • Σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ (Αύξηση της αρτηριακής πίεσης πάνω από 130/85mmHg, αύξηση τριγλυκεριδίων πάνω από 150mg/dl, ελάττωση HDL κάτω από 50mg/dl), με αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

 Θεραπεία – Μέθοδοι αντιμετώπισης συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών

Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξαρτάται από τους στόχους της ασθενούς και τη σοβαρότητα της ενδοκρινικής δυσλειτουργίας.

Η ελάττωση σωματικού βάρους και άσκηση αποκαθιστά την ωοθυλακιορρηξία στο 70% των περιπτώσεων.

Ανάλογα με την περίπτωση μπορούν να χορηγηθούν :

Αντισυλληπτικά Δισκία,

Προγεστερόνη,

Αγωνιστές GnRH,

Οξεική κυπροτερόνη,

Μετφορμίνη (σκεύασμα: Glucophage),

Κιτρική κλομιφαίνη,

Γοναδοτροπίνες.

Εναλλακτικά , ενδέχεται να αποφασιστεί ακόμα και χειρουργείο (Σφηνοειδής εκτομή-Drilling ωοθηκών).

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών είναι μία πολυπαραγοντική κατάσταση με μεγάλη ποικιλομορφία στη βαρύτητα εμφάνισή της.

Η προσεκτική αξιολόγηση και θεραπεία όχι μόνο βελτιώνει την ποιότητα ζωής, δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα τεκνοποίησης και προλαμβάνει την εμφάνιση μακροπρόθεσμων επιπλοκών επικίνδυνων για τη ζωή των ασθενών.

Ένα ζευγάρι θεωρείται υπογόνιμο, όταν δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει παιδί μετά από ένα τουλάχιστον χρόνο συχνών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφυλάξεις.

Όταν η ηλικία της γυναίκας πλησιάζει τα 40 έτη, ο υπολογισμός του χρόνου υπογονιμότητας μειώνεται στους 6 μήνες.

Η ικανότητα σύλληψης σε ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας φθάνει το 90% μέσα στον πρώτο χρόνο προσπαθειών τους, και το 95% μέσα στον δεύτερο. Τα ποσοστά αυτά είναι αισθητά μειωμένα με την αύξηση της ηλικίας της γυναίκας.

Η υπογονιμότητα διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν δεν υπάρχει κύηση στο παρελθόν και δευτεροπαθή όταν η γυναίκα αναφέρει προηγούμενη κύηση με τον ίδιο ή άλλο σύντροφο.

Η υπογονιμότητα αφορά κοινό πρόβλημα και των δύο μελών μιας σχέσης και γι αυτό πρέπει να συζητούν από κοινού με τον ειδικό ιατρό της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η υπογονιμότητα είναι μια σχετικά συχνή ιατρική κατάσταση με σημαντικές ψυχολογικές, οικονομικές, και δημογραφικές συνέπειες που αφορά στη σύγχρονη εποχή σχεδόν το 1 στα 7 ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας.

Αιτία υπογονιμότητας

Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι αρκετά και αναλλοίωτα με το πέρασμα των χρόνων. Η γενική τάση είναι να ξεκινά ο έλεγχος σε υπογόνιμα ζευγάρια που δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν κύηση μετά τη συμπλήρωση 12 μηνών ελεύθερων συχνών επαφών.

Ο έλεγχος αυτός αφορά στον μεν άνδρα τη διερεύνηση της ποιότητας του σπέρματος με τη διενέργεια ενός σπερμοδιαγράμματος, στη δε γυναίκα τη διερεύνηση της ωοθυλακιορρηξίας και της βατότητας των σαλπίγγων της.

Βέβαια, σε γνωστό θέμα ανωοθυλακιορρηξίας ή ανδρικού παράγοντα με γνωστή μειωμένη ποιότητα του σπέρματος ή ηλικίας της γυναίκας που πλησιάζει τα 40 έτη, η διερεύνηση των αδυναμίας σύλληψης και αντίστοιχα η θεραπευτική προσέγγιση πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από τους 12 μήνες.

Αιτίες της υπογονιμότητας αποτελούν:

  • Από κοινού ανδρικός και γυναικείος παράγοντας (50%)
  • Ανωοθυλακιορρηξία ή διαταραχές στην έμμηνη ρύση (25%)
  • Ανδρικός παράγοντας (20-25%) : μειωμένος αριθμός ή ελαττωμένη κινητικότητα ή παθολογική μορφολογία των σπερματοζωαρίων
  • Σαλπιγγικός παράγοντας (20%) : μειωμένη ή ελλιπής βατότητα, υδροσάλπιγγα, συμφύσεις με πυελικά όργανα.
  • Ανεξήγητη υπογονιμότητα (25%): ορίζεται ως αίτιο εξ αποκλεισμού και αφού αποκλειστούν όλοι οι αναφερόμενοι παράγοντες.
  • Παθολογία της μήτρας: πολύποδες, ινομυώματα, διάφραγμα (10%)
  • Ενδομητρίωση (5%)

Επιβαρυντικοί Παράγοντες υπογονιμότητας

Η ηλικία της γυναίκας αποτελεί τον κυριότερο επιβαρυντικό παράγοντα υπογονιμότητας, αφού με την αύξηση της ηλικίας, η γονιμότητα μειώνεται κατακόρυφα.

Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα περισσότερων των 5-10 τσιγάρων ημερησίως και η χρήση απαγορευμένων και επιβαρυντικών για την υγεία εξαρτησιογόνων ουσιών, μειώνουν την ποιότητα των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων, προκαλώντας υπογονιμότητα.

Το υπερβολικό βάρος και αντίστοιχα ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος (άνω των 25 kg/m²) συχνά συνδυάζεται με διαταραχές περιόδου και επικείμενη ανωοθυλακιορρηξία.

Άμεση βελτίωση της κλινικής εικόνας της γυναίκας με διαιτολόγιο, καθημερινή άσκηση ή ακόμα και με παράλληλη χορήγηση από τον ειδικό ενδοκρινολόγο ή γυναικολόγο φαρμακευτικών σκευασμάτων μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της συχνότητας των περιόδων τους και επομένως να επιτύχουν κύηση.

Από την άλλη πλευρά, έντονη αδυναμία και χαμηλός δείκτης μάζας σώματος επίσης συσχετίζεται με διαταραχές περιόδου του τύπου της αμηνόρροιας ή της αραιομηνόρροιας.

Επίσκεψη και συμβουλευτική σε ενδοκρινολόγο ή ψυχολόγο μπορεί να βοηθήσει για αναστροφή της κλινικής κατάστασης, πρόσληψη βάρους και επιστροφή των περιόδων σε φυσιολογική διακύμανση.

Διερεύνηση υπογονιμότητας

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας οφείλει να ξεκινά με ένα λεπτομερές ιστορικό και των δύο μελών. Αφού ολοκληρωθεί το ιστορικό, ο έλεγχος της υπογονιμότητας συνεχίζεται με την εξέταση του σπέρματος, της ωοθυλακιορρηξίας και τη βατότητας των σαλπίγγων.

Ο έλεγχος της υπογονιμότητας ξεκινάει πάντα με τον άνδρα με το σπερμοδιάγραμμα. Στην εξέταση αυτή αναλύονται βασικά χαρακτηριστικά του σπέρματος, όπως είναι η συγκέντρωση, ο συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων, η κινητικότητα, η μορφολογία και ο όγκος του.

Αν το αποτέλεσμα είναι παθολογικό, τότε επαναλαμβάνεται το σπερμοδιάγραμμα για να επιβεβαιωθεί το πρώτο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια πραγματοποιεί εργαστηριακές ορμονικές εξετάσεις (FSH, LH, TSH, PRL, Τεστοστερόνη), καρυότυπο, εξέταση κυστικής ίνωσης και κλινική εξέταση από τον ειδικό ουρολόγο.

Όσον αφορά τη γυναίκα, ένας απαραίτητος ορμονικός έλεγχος πραγματοποιείται τις πρώτες 2-3 μέρες της περιόδου της και περιλαμβάνει έλεγχο των FSH, LH, προλακτίνης, οιστραδιόλης και TSH.

Για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η ωοθυλακιορρηξία η καλύτερη εξέταση είναι ο υπολογισμός της προγεστερόνης ορού την 21η μέρα σε γυναίκες με κύκλο 28 ημερών σε συνδυασμό με διακολπικό υπερηχογράφημα στα μέσα του κύκλου της γυναίκας.

Ανεύρεση ενός ωοθυλακίου μεγέθους άνω των 17 - 18mm αποτελεί στοιχείο επικείμενης ωοθυλακιορρηξίας.

Τέλος, η αξιολόγηση της βατότητας των σαλπίγγων συνήθως γίνεται με μια απεικονιστική μέθοδο που ονομάζεται υστεροσαλπιγγογραφία (ΥΣΓ) ή με τη λαπαροσκόπηση, η οποία πραγματοποιείται όταν υπάρχουν αμφίβολα ευρήματα στην υστεροσαλπιγγογραφία.

Αντιμετώπιση υπογονιμότητας

Η αντιμετώπιση του υπογόνιμου ζευγαριού εξαρτάται από το ιστορικό και τα αποτελέσματα των αρχικών εργαστηριακών προσεγγίσεων.

Σε σοβαρό ανδρικό ή σαλπιγγικό παράγοντα το ζευγάρι θα χρειαστεί κάποια από τις μεθόδους της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Σε περίπτωση με χρόνια ανωοθυλακιορρηξία που συχνά συνδυάζεται με πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών ή το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, οι αρχικές συστάσεις περιλαμβάνουν ειδικό εργαστηριακό έλεγχο, αλλά και απώλεια σωματικού βάρους, άσκηση, λήψη ειδικών ωοθυλακιορρηκτικών σκευασμάτων, επαφές κατά τη γόνιμη περίοδο.

Οι περιπτώσεις πολύποδας ενδομητρίου ή ινομυώματα ή ενδομητρίωση, αντιμετωπίζονται επεμβατικά. Η υστεροσκόπηση και αφαίρεση ενδομητρικής βλάβης, όπως πολύποδα ή υποβλεννογονίου ινομυώματος, η λαπαροσκόπηση ή λαπαρατομία σε περίπτωση υδροσάλπιγγας ή μεγάλου ινομυώματος (άνω των 5 εκατοστών) αποτελούν τις χειρουργικές επιλογές.

Μετά από την αποκατάσταση της ανατομίας της μήτρας, δίδεται στο ζευγάρι χρόνος να προσπαθήσουν από μόνοι τους για επίτευξη κύησης, ενώ σε περιπτώσεις αποτυχίας ή παρουσίας επιπρόσθετων παθολογικών παραμέτρων, τότε γίνεται συμβουλευτική για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση.

ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΣ

Το Τμήμα Γυναικολογικών Υπερήχων της ΓΑΙΑ αποτελεί ένα σύγχρονο, καλά εξοπλισμένο τμήμα απεικονιστικού ελέγχου με μηχανήματα υπερήχων τελευταίας τεχνολογίας, που εξασφαλίζουν την όσο το δυνατόν καλύτερη απεικόνιση των έσω γεννητικών οργάνων της γυναίκας που συμβάλλει στην ορθή διάγνωση των σημαντικότερων γυναικολογικών παθήσεων.

Το Τμήμα Γυναικολογικών Υπερήχων παρέχει 24ωρη ετοιμότητα για τη διενέργεια υπερηχογραφικών εξετάσεων και στελεχώνεται από γυναικολόγους εξειδικευμένους στο αντικείμενο αυτό και μεγάλη εμπειρία.

Οι ιατροί του τμήματος Γυναικολογικών Υπερήχων συνεργάζονται στενά με το γραφείο Επιστημονικής Διεύθυνσης της ΓΑΙΑ, συμμετέχουν σε επιστημονικές συναντήσεις και αρθρογραφούν στα επιστημονικά περιοδικά του Ομίλου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ