Περιαρθρίτιδα του Ώμου – Επώδυνος Ώμος

Ο πόνος στον ώμο ονομαζόταν για πολλά χρόνια από τους Χειρουργούς Ορθοπαιδικούς «περιαρθρίτιδα» του ώμου. Σχεδόν όλοι οι ασθενείς που επισκέπτονταν τον ιατρό με πόνο στον ώμο έφευγαν με τη διάγνωση «έχεις περιαρθρίτιδα του ώμου».

Τα φάρμακα (αντιφλεγμονώδη), οι ενέσεις (κορτιζόνη) και η φυσιοθεραπεία είναι οι συνήθεις γενικές οδηγίες προς τους ασθενείς με περιαρθρίτιδα του ώμου, καίτοι συχνά δε φέρνουν αποτέλεσμα.

Και τούτο είναι λογικό καθώς δεν υπάρχει πάθηση με το όνομα περιαρθρίτιδα. Ο όρος είναι γενικός και δηλώνει παθολογία στην περιοχή του ώμου. Σαν να λέμε δηλαδή οσφυαλγία (πόνος στη μέση) ή πονοκέφαλος. Δεν καθορίζουμε την αιτιολογία της πάθησης, αλλά το σύμπτωμα!

Η εξέλιξη της Χειρουργικής Ορθοπαιδικής και η εξειδίκευσή της στις επιμέρους υποειδικότητες οδήγησε στην πληρέστερη κατανόηση και εξήγηση των παθολογιών της περιοχής.

Έτσι, σήμερα γνωρίζουμε, ότι τα περισσότερα προβλήματα του ώμου πηγάζουν από βλάβες, κυρίως στα μαλακά μόρια (μυϊκές ομάδες, σύνδεσμοι και τένοντες) και λιγότερο από οστική συμμετοχή.

Τα νοσήματα αυτά (παθήσεις του ώμου) είναι δυνατόν να ταξινομηθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

  • Τενοντοπάθεια των στροφέων
  • Αστάθειες (πρόσθια, οπίσθια, πολυαξονική)
  • Αρθρίτιδες

Άλλες, περισσότερο σπάνιες, παθολογίες που προκαλούν πόνο στον ώμο είναι οι νεοπλασίες, οι φλεγμονές καθώς και διάφορα αίτια από τον αυχένα, το άνω άκρο και τις άλλες γειτονικές περιοχές, που αντανακλούν τον πόνο στην περιοχή του ώμου.

Στοιχεία Ανατομίας

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις παθήσεις του ώμου, πρέπει να έχουμε μία σαφή γνώση της ανατομικής της περιοχής.

Ο ώμος σχηματίζεται από το άνω τμήμα του βραχιονίου, που ονομάζεται κεφαλή και την ωμοπλάτη. Το σημείο επαφής του βραχιονίου με την ωμοπλάτη λέγεται ωμογλήνη, σχηματίζει τη γληνοβραχιόνιο άρθρωση και είναι η κύρια άρθρωση του ώμου.

Στην άνω περιοχή, της άρθρωσης ευρίσκεται μία οστική απόφυση που λέγεται ακρώμιο.

Μεταξύ της γληνοβραχιονίου, αρθρώσεως και του ακρωμίου υπάρχει μία ομάδα μυών, που λέγονται στροφείς του ώμου (rotator cuff), καταφύονται στο άνω τμήμα του βραχιονίου και έχουν σαν ενέργεια την απαγωγή – ανύψωση του άνω άκρου και την έξω -έσω στροφή.

Οι μύες αυτοί είναι ο υπερακάνθιος, ο υπακάνθιος, ο υποπλάτιος και ο ελάσσον στρογγύλος μυς και αποτελούν ενιαία ομάδα μυών.

Πρακτικά, διαχωρίζουν τη γληνοβραχιόνιο άρθρωση από την ευρισκόμενη κάτω του ακρωμίου κοιλότητα, που αποτελεί τον υπακρωμιακό χώρο.

H γληνοβραχιόνιος άρθρωση και ο υπακρωμιακός χώρος αποτελούν κλειστές κοιλότητες και φυσιολογικά δεν επικοινωνούν μεταξύ τους.

Αυτό αποτελεί σημαντική γνώση, που είναι χρήσιμη στη διαφορική διάγνωση των παθολογιών του ώμου.

Διάγνωση – Θεραπεία παθήσεων του ώμου

Η διάγνωση των παθήσεως του ώμου βασίζεται στη λήψη πλήρους ιστορικού και σωστή κλινική εξέταση.

Στα αρχικά στάδια μίας παθολογίας στον ώμο έχουμε πόνο στη κίνηση αυτού. Αργότερα, ο πόνος γίνεται μόνιμος, βασανιστικός και περιορίζει σταδιακά την κίνηση του ώμου. Η νυκτερινή επιδείνωση είναι πιθανή, αφυπνίζοντας τον ασθενή.

Στις περιπτώσεις ρήξεως των στροφέων εμφανίζεται σαφής μείωση της έξω στροφής του ώμου. Τα διαγνωστικά τεστ επιβεβαιώνουν τη διάγνωση, ενώ είναι σε θέση να ανιχνεύσουν την πιθανή ρήξη των στροφέων.

Μία άλλη χρήσιμη διαγνωστική δοκιμασία είναι η τοπική έγχυση τοπικών αναισθητικών φαρμάκων (ξυλοκαΐνης) στον υπακρωμιακό χώρο, που θα ανακουφίσει τον πόνο και θα επιτρέψει την κίνηση του ώμου, στην τενοντίτιδα και το σύνδρομο πρόσκρουσης, σε αντίθεση με τη ρήξη των στροφέων, όπου θα παραμείνει η αδυναμία απαγωγής και έξω στροφής.

Αντίθετα, οι ασθενείς με αστάθεια του ώμου, εμφανίζουν πόνο κυρίως στη έντονη δραστηριότητα και μείωση αυτού στην ηρεμία.

Συχνά είναι απαραίτητη η εκτέλεση μαγνητικής τομογραφίας στην περιοχή και μάλιστα ο συνδυασμός μαγνητικής τομογραφίας με αρθρογράφημα.

Σ’ αυτή την περίπτωση χορηγούμε ενδοαρθρικά σκιαγραφικό υλικό στην άρθρωση του ώμου αναζητώντας διαφυγή αυτού από την κλειστή κοιλότητα της άρθρωσης.

Η διαφυγή αυτή θα επιβεβαιώσει τη ρήξη κάποιου ανατομικού μορίου (στον υπακρωμιακό χώρο εάν έχουν ρήξη οι στροφείς, περιαρθρικά εάν η βλάβη είναι στον επιχείλιο χόνδρο κ.λπ.) και θα μας κατευθύνει στη σωστή θεραπεία για την αστάθεια του ώμου.

Η συνδυασμένη αυτή εξέταση παρέχει πολύ υψηλό ποσοστό αξιοπιστίας στις τραυματικές αστάθειες του ώμου και στη ρήξη των στροφέων, σε αντίθεση με την απλή Μαγνητική Τομογραφία που εμφανίζει χαμηλό σχετικά βαθμό αξιοπιστίας στις μερικές ρήξεις των στροφέων και στις αποκολλήσεις του επιχειλίου χόνδρου και της εκφύσεως της μακράς κεφαλής του δικεφάλου.

Σπανιότερα, απαιτείται αξονική τομογραφία της περιοχής για τον έλεγχο ενός κατάγματος ή και ηλεκτρομυογράφημα, αναζητώντας κάποια νευρική βλάβη.

Η θεραπεία των παθήσεων του ώμου είναι συντηρητική ή χειρουργική. Η χειρουργική του ώμου σήμερα γίνεται αρθροσκοπικά, όπως άλλωστε και όλων των άλλων μεγάλων αρθρώσεων του ανθρωπίνου σώματος.

Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου χειρουργικής ώμου είναι:

  • Ασφαλής τεχνική.
  • Ανώτερη διαγνωστική και συχνά θεραπευτική ευαισθησία, καθώς αριθμός ενδοαρθρικών παθολογιών δε δύναται να διαγνωστούν – θεραπευτούν με την κλασική ανοικτή χειρουργική (SLAP lesion – internal impingement κ.λπ.).
  • Ελάχιστη επιβάρυνση του ασθενούς.
  • Συχνά δεν απαιτείται ενδονοσοκομειακή νοσηλεία.
  • Ελάχιστο χειρουργικό τραύμα.
  • Μικρότερος χρόνος αποθεραπείας.

Σε κάποιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να απαιτηθεί μία μικρή συμπληρωματική τομή μήκους 1-2 εκατοστών (real mini open), ειδικά όπου απαιτείται καλύτερη ορατότητα στον υπακρωμιακό χώρο (ρήξη στροφέων, εκτεταμένη ακρωμιοπλαστκή).

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο αρθροσκοπικός έλεγχος του ώμου είναι απαραίτητος, για τη διάγνωση και θεραπεία των ενδοαρθρικών παθολογιών, καθώς δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος για αυτή τη διαδικασία.

Αντίθετα, η κλασική ανοικτή χειρουργική του ώμου τείνει να εγκαταλειφθεί, καθώς παρέχει μειωμένη διαγνωστική ευαισθησία και το μεγάλο χειρουργικό τραύμα προκαλεί αυξημένο μετεγχειρητικό πόνο και σημαντικού βαθμού μετατραυματική δυσκαμψία.

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη ανασκόπηση της παθολογίας και της θεραπείας του ώμου, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί η αναγκαιότητα της ύπαρξης έμπειρης φυσιοθεραπευτικής ομάδας, καθώς η πρώιμη παθητική και η ελεγχόμενη ενεργητική κινητοποίηση, όπως και η ενδυνάμωση των μυών της ωμικής ζώνης, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή έκβαση της θεραπείας των παθήσεων του ώμου.