Επικονδυλίτιδα ή Αγκώνας των Τενιστών (Tennis Elbow)

Η επικονδυλίτιδα, ή αγκώνας των τενιστών όπως έχει καθιερωθεί η πάθηση διεθνώς είναι μία συνηθισμένη παθολογία στη περιοχή του αγκώνα, που περιγράφτηκε για πρώτη φορά το 1883, από τον H.P. Major.

Η επικονδυλίτιδα εμφανίζεται με πόνο στην έξω πλευρά του αγκώνα και είναι συνηθισμένη σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν τα χέρια τους στην εργασία ή κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων. Η μεγάλη συχνότητα εμφάνισης της νόσου στους ασχολούμενους με το τένις έδωσε το όνομα του αθλήματος σ’ αυτήν.

Στην πραγματικότητα όμως η εμφάνιση της παθολογίας είναι δυνατόν να υπάρξει σε όλες τις κατηγορίες και ηλικίες του πληθυσμού.

Η δραστηριότητα που κρίνεται υπεύθυνη για τη νόσο της επικονδυλίτιδας είναι οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάμψεως και στροφής του αντιβραχίου σε πρηνισμό και υπτιασμό με τον καρπό σε έκταση.

Η κίνηση αυτή προκαλεί πόνο στην έξω πλευρά του αγκώνα και πάνω από την πορεία των μυών που εκτείνουν τον καρπό και τα δάχτυλα. Τα συμπτώματα προκαλούνται συχνότερα με έκταση του καρπού υπό αντίσταση με το αντιβράχιο σε πρηνισμό (η θέση του αντιβραχίου που ή παλαμιαία επιφάνεια κοιτά το έδαφος).

Η αιτία που προκαλεί τον πόνο, έχει διαπιστωθεί ότι είναι ο τραυματισμός της εκφύσεως ενός ή περισσοτέρων μυών που εκτείνουν τον καρπό (βραχύς κερκιδικός εκτείνων τον καρπό, κοινός εκτείνων τους δακτύλους) από τον έξω κόνδυλο του βραχιονίου οστού.

Η επικονδυλίτιδα είναι αποτέλεσμα, συνήθως, χρόνιας υπερχρησιμοποίησης των μυών αυτών, ξαφνικής και έντονης σύσπασής τους, η άμεσης πλήξης στον έξω βραχιόνιο κόνδυλο.

Η επικονδυλίτιδα είναι πιο συχνή στις γυναίκες και εμφανίζεται, κυρίως, στις ηλικίες μεταξύ 35-50 χρονών.

Είναι όμως γεγονός ότι η επικονδυλίτιδα δεν είναι η μόνη παθολογία της περιοχής που προκαλεί πόνο. Αντίθετα, η επικονδυλίτιδα που επιμένει παρά τη συντηρητική θεραπεία, δεν είναι συνήθως… επικονδυλίτιδα.

Είναι δυνατόν να είναι πίεση του κερκιδικού νεύρου στον κερκιδικό σωλήνα (radial tunnel syndrome) ή παρουσία υμενικής πτυχής (Plica του αγκώνα) ή παθολογία γενικότερη, όπως είναι η γενικευμένη υμενίτιδα και η αρθρίτιδα του αγκώνα.

Εάν συνυπάρχουν κινητικές διαταραχές, που είναι η αδυναμία εκτάσεως των δακτύλων, τότε πρόκειται για το σύνδρομο πιέσεως του οπισθίου μεσόστεου νεύρου, που είναι κλάδος του κερκιδικού νεύρου.

Ο διαχωρισμός των δύο αυτών συνδρόμων δεν είναι πάντα εφικτός καθώς οφείλονται σε πίεση του κερκιδικού νεύρου σε κοινά συνήθως σημεία που είναι η ινώδης μπάντα μπροστά από την κεφαλή της κερκίδας, ο θύσανος των αγγείων της παλίνδρομου κερκιδικής αρτηρίας, η τενοντώδης μοίρα του βραχέως κερκιδικού εκτείνοντα τον καρπό και η αψίδα του Froche, γνωστά ανατομικά μόρια της περιοχής.

Εκτός από την τυπική έξω επικονδυλίτιδα, παρεμφερείς παθολογίες είναι δυνατόν να εμφανιστούν και στην έσω ή την οπίσθια πλευρά του αγκώνα, που χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης.

Διάγνωση επικονδυλίτιδας

Η εξέταση του πάσχοντος από επικονδυλίτιδα αγκώνα συνήθως τεκμηριώνεται με τοπική ευαισθησία στην ψηλάφηση πάνω από τον έξω κόνδυλο. Η χαρακτηριστική δυσανεξία είναι δυνατόν να αναπαραχθεί με τις εξής δοκιμασίες:

  • υπό αντίσταση έκταση του καρπού
  • υπό αντίσταση υπτιασμό και έκταση του αντιβραχίου
  • υπό αντίσταση έκταση του μέσου δακτύλου.

Στην επικονδυλίτιδα συνυπάρχει οίδημα και τάση στη μάζα των εκτεινόντων, ενώ σε παραμελημένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να εγκατασταθεί και δυσκαμψία στον αγκώνα.

Η πίεση του κερκιδικού νεύρου τεκμηριώνεται με την αναπαραγωγή του πόνου στη άμεση πίεση στη μάζα των εκτεινόντων στη ραχιαία πλευρά του αντιβραχίου. Σε ένα ποσοστό των ασθενών υπάρχει νυκτερινός πόνος, χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύει τη παθολογία.

Η αδυναμία των εκτεινόντων οφείλεται στο σύνδρομο πιέσεως του οπισθίου μεσόστεου νεύρου. Στην περίπτωση αυτή το ηλεκτρομυογράφημα είναι πιθανόν να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.

Εάν ο πόνος είναι διάχυτος και όχι μόνο στην έξω πλευρά της άρθρωσης είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη ενδοαρθρικής παθολογίας.

Σε κάθε περίπτωση θα απαιτηθεί περαιτέρω εργαστηριακός έλεγχος, με αιματολογικές ρευματολογικές εξετάσεις, Μαγνητική Τομογραφία, κ.λπ. Ο απλός ακτινολογικός έλεγχος πρέπει πάντα να εκτελείται για τη αναζήτηση πιθανής οστικής παθολογίας.

Πρέπει, επίσης, πάντα να εξετάζεται και η αυχενική μοίρα του ασθενούς και ο ώμος του καθώς είναι δυνατόν να αντανακλάται ο πόνος από παθολογίες στις περιοχές αυτές. Άλλα αίτια παρόμοιας συμπτωματολογίας είναι το Σύνδρομο Θωρακικής Εξόδου και τα διάφορα σύνδρομα πιέσεως περιφερικών νεύρων, όπως είναι, το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα.

Θεραπεία επικονδυλίτιδας

Η θεραπεία της επικονδυλίτιδας είναι κατ’ αρχήν συντηρητική. Ο περιορισμός των δραστηριοτήτων και η χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων βοηθά στη μείωση της φλεγμονής στην περιοχή.

Πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης ακολουθείται με ασκήσεις διατάσεως των μυών του αντιβραχίου και ειδική φυσιοθεραπευτική αγωγή.

Η χρήση ειδικού νάρθηκα που καθηλώνει την έκφυση των εκτεινόντων του καρπού και των δακτύλων ανακουφίζει, επίσης, από τα συμπτώματα της επικονδυλίτιδας.

Επί εμμονής των ενοχλημάτων, η τοπική έκχυση κορτιζόνης κρίνεται χρήσιμη.

Αν και πολλοί άνθρωποι θεωρούν την έκχυση της κορτιζόνης επιβλαβή, αυτό είναι λάθος. Η κορτιζόνη είναι ισχυρό αντιφλεγμονώδες φάρμακο και η τοπική έκχυση μία ή περισσότερες φορές δε δημιουργεί προβλήματα στον οργανισμό. Η ακινητοποίηση του αγκώνα με τον καρπό σε έκταση συμπληρώνει τη συντηρητική θεραπεία.

Αποτυχία της συντηρητικής αγωγής είναι δυνατόν να υποχρεώσει τον ασθενή σε αλλαγή των δραστηριοτήτων, ή ακόμη και της εργασίας του.

Σε αυτή την περίπτωση έχει θέση η χειρουργική θεραπεία. Οι ενδείξεις για χειρουργική θεραπεία είναι η αποτυχία της συντηρητικής αγωγής για χρονικό διάστημα πλέον των έξι (6) μηνών, οι αποτυχημένες επανειλημμένες εκχύσεις κορτιζόνης, ο πόνος ηρεμίας και η εγκατάσταση δυσκαμψίας του αγκώνα.

Άλλες ενδείξεις είναι η ύπαρξη συνοδούς ενδοαρθρικής παθολογίας, καθώς και η υποχρέωση του ασθενούς σε αλλαγή δραστηριοτήτων.

Οι επεμβάσεις που γίνονται συνήθως είναι η αφαίρεση τμήματος του έξω κονδύλου (επικονδυλεκτομή), η απελευθέρωση της εκφύσεως των εκτεινόντων, η διάνοιξη της περιτονίας των εκτεινόντων ή ο συνδυασμός όλων των ανωτέρω.

Η χειρουργική διάνοιξη έχει θέση και στο σύνδρομο πιέσεως του κερκιδικού νεύρου, που ανθίσταται στη συντηρητική αγωγή.

Αντίθετα, όταν έχουμε αδυναμία ή παράλυση των εκτεινόντων τους δακτύλους (σύνδρομο πιέσεως οπισθίου μεσόστεου νεύρου), η χειρουργική θεραπεία για την αποσυμπίεση του κερκιδικού νεύρου κρίνεται επιβεβλημένη και σχετικά επείγουσα.

Η διερεύνηση – αποσυμπίεση του κερκιδικού νεύρου είναι προτιμότερο να εκτελείται από ειδικευμένους στη χειρουργική του Άνω Άκρου χειρουργούς, για την αποφυγή τραυματισμού του νεύρου και τη δημιουργία συμφύσεων στη περιοχή (καθηλωτική νευρίτιδα).

Μετεγχειρητικά ακολουθείται ένα πρόγραμμα αποκαταστάσεως διάρκειας 2-3 μηνών.

Μετά από ένα διάστημα περιορισμένης χρήσης του χεριού για 3 εβδομάδες, επιτρέπεται η πλήρης κινητοποίηση του αγκώνα και του αντιβραχίου, αφού ακολουθήσει πρόγραμμα διατάσεως και ενδυνάμωσης των μυών του αντιβραχίου.

Τα τελευταία χρόνια προτείνονται από ορισμένους χειρουργούς εναλλακτικές μορφές θεραπείας της επικονδυλίτιδας, όπως είναι η τοπική έκχυση βιολογικών παραγόντων, όμως γενικά η χρησιμότητά τους αμφισβητείται.

Σημαντικός παράγοντας για την τελική επιτυχή έκβαση της θεραπείας είναι η κατάλληλη επιλογή των ασθενών που θα υποβληθούν στη δέουσα θεραπεία, ειδικά στη χειρουργική, καθώς οι παθολογίες με παρόμοια κλινική εικόνα είναι υπαρκτές και η διαφορική τους διάγνωση δύσκολη.

Η πρόληψη της επικονδυλίτιδας είναι σημαντική και δύναται να επιτευχθεί με βελτίωση της τεχνικής, την επιλογή κατάλληλης ρακέτας (όσο αφορά τους αθλητές του τένις) και με την εφαρμογή ειδικών ναρθήκων.