Νευροενδοκρινολογικό

Γενικά

Η Νευροενδοκρινολογία είναι μία σχετικά καινούργια επιστήμη, που αναπτύχθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα, ως υποτμήμα της Ενδοκρινολογίας και ως απόρροια της νέο- αποκτηθείσας γνώσης, ότι ο εγκέφαλος παράγει νευροορμόνες και ως εκ τούτου λειτουργεί ως ένα ενδοκρινικό όργανο. Ταυτόχρονα, έγινε γνωστό ότι οι περιφερικές ορμόνες επιδρούν τόσο στην εγκεφαλική ανάπτυξη και λειτουργία, όσο και στην συμπεριφορά του ατόμου.

Αυτές οι δύο λειτουργίες-ρύθμιση της ορμονικής έκκρισης από το νευρικό σύστημα και τροποποίηση της νευρικής δραστηριότητας από το ενδοκρινολογικό σύστημα,- αποτελούν τον βασικό μηχανισμό, που το σώμα μας ελέγχει όλες τις λειτουργίες του ώστε να επιτυγχάνεται ομοιόσταση, και ουσιαστικά ορίζουν το πεδίο της επιστήμης της Νευροενδοκρινολογίας.

Από την άλλη μεριά, τα κύτταρα του νευροενδοκρινικού συστήματος εντοπίζονται σε διάφορα σημεία του ανθρώπινου σώματος, είτε ως δομικό κύτταρο των νευροενδοκρινικών οργάνων, όπως η υπόφυση, και ο μυελός των επινεφριδίων, είτε ως αθροίσεις νευροενδοκρινικών κυττάρων, όπως τα παγκρεατικά νησίδια της ενδοκρινούς μοίρας του παγκρέατος, αλλά και ως διάχυτα κατανεμημένα κύτταρα, σε διάφορους ιστούς, όπως ο θυρεοειδής και ο γαστρεντερικός σωλήνας. Κατά αυτόν τον τρόπο, το νευροενδοκρινικό σύστημα ελέγχει έναν τεράστιο εύρος λειτουργιών.

Η όρεξη, η αναπαραγωγή, η γαλουχία, η απάντηση στο στρες, η ανάπτυξη, ο μεταβολισμός, η αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο, η πέψη, η ομοιόσταση των υγρών και των θρεπτικών συστατικών, ο οστικός μεταβολισμός και η θερμοκρασία του σώματος είναι μερικές από τις λειτουργίες, που ελέγχει το Νευροενδοκρινικό σύστημα.

Ιατρικές Υπηρεσίες

Στο Νευροενδοκρινικό παρέχεται εξειδικευμένη γνώση για την αντιμετώπιση όλων των παθήσεων του Νευροενδοκρινικού συστήματος. Στελεχώνεται από ενδοκρινολόγο, χειρουργούς, επεμβατικούς ακτινολόγους, ογκολόγους, γενετιστές και εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό, που αναλαμβάνουν την πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και παρακολούθηση των ασθενών, ως διεπιστημονική ομάδα με βάση τα διεθνή πρότυπα.

Σε συνεργασία με το ορμονολογικό εργαστήριο και το τμήμα πυρηνικής ιατρικής πραγματοποιούνται εξειδικευμένες ορμονολογικές εξετάσεις και δυναμικές δοκιμασίες, ενώ το ακτινοδιαγνωστικό τμήμα μας παρέχει έμπειρους νευρο-απεικονιστές και σύγχρονη τεχνολογία, όπως σπινθηρογράφημα MIBG, PET, CT, MRI για την εμπεριστατωμένη διάγνωση και παρακολούθηση σπάνιων και πολύπλοκων περιστατικών. Επιπλέον, για τα γενετικά (οικογενή) σύνδρομα ενδοκρινικής νεοπλασίας, προσφέρουμε γενετικό έλεγχο τόσο στον ασθενή όσο και σε ολόκληρη την οικογένεια.

Για τις θεραπείες που παρέχουμε στους ασθενείς μας χρησιμοποιούμε κορυφαία τεχνολογία, όπως ρομποτικά χειρουργεία, ραδιοϊσοτοπική μοριακή στόχευση, αρτηριακός εμβολισμός, στερεοτακτική ακτινοχειρουργική, χημειοθεραπεία, σύγχρονη φαρμακευτική αγωγή, ακολουθώντας πάντα τις Ελληνικές, Ευρωπαϊκές και διεθνείς οδηγίες.

Ασθένειες

Παθήσεις Υποθαλάμου-Υπόφυσης

Ο υποθάλαμος και η υπόφυση εντοπίζονται στον εγκέφαλο, και συγκεκριμένα στη βάση του κρανίου, πίσω από τα μάτια. Αποτελούν την κεντρική μονάδα συντονισμού του ενδοκρινικού συστήματος και διαθέτουν εξειδικευμένα κύτταρα παραγωγής ορμονών και νευροορμονών, μέσω των οποίων διαμεσολαβούν στην περιφέρεια εντολές, ως απάντηση στα διάφορα ερεθίσματα, που προηγουμένως έχουν επεξεργαστεί. Κάθε κύτταρο παράγει και μία διαφορετική ορμόνη, που έχει συγκεκριμένο ρυθμό έκκρισης.

Η υπόφυση αποτελείται από δύο μέρη, το πρόσθιο ή αδενουπόφυση, που εκκρίνει την προλακτίνη, υπεύθυνη για την παραγωγή γάλακτος κατά τον θηλασμό, την θυρεοτρόπο ορμόνη (TSH), που ρυθμίζει την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών από τον θυρεοειδή, την κορτικοτρόφο ορμόνη (ACTH) που ελέγχει την παραγωγή στεροειδών ορμονών από τον φλοιό των επινεφριδίων, την αυξητική ορμόνη (GH), υπεύθυνη για την ανάπτυξη, και τις γοναδοτροπίνες (LH, FSH) που ρυθμίζουν την αναπαραγωγική λειτουργία, και το οπίσθιο ή νευρουπὀφυση, που εκκρίνει την αντιδιουριτική ορμόνη που ρυθμίζει την ομοιόσταση του νερού και του νατρίου και την ωκυτοκίνη, που προωθεί τον τοκετό και την κάθοδο του γάλακτος κατά τον θηλασμό.

Οι υποφυσιακές ορμόνες ελέγχονται από τις ορμόνες του υποθαλάμου. Η ντοπαμίνη αναστέλλει την έκκριση της προλακτίνης, η εκλυτική ορμόνη της θυρεοτρόπου ορμόνης (TRH), ρυθμίζει την έκκριση της θυρεοτρόπου ορμόνης (TSH), η εκλυτική ορμόνη της κορτικοτρόφου ορμόνης (CRH), διεγείρει την έκκριση της κορτικοτρόφου ορμόνης (ACTH), η εκλυτική ορμόνη της αυξητικής ορμόνης (GHRH) διεγείρει την έκκριση της αυξητικής ορμόνης, ενώ η σωματοστατίνη την αναστέλλει και η εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH, FSH) διεγείρει την έκκριση των LH και FSH.

Κρανιοφαρυγγίωμα και άλλοι Υποθαλαμικοί ‘Όγκοι

Το κρανιοφαρυγγίωμα είναι ένας σχετικά σπάνιος, βραδέως αναπτυσσόμενος, συνήθως καλοήθης όγκος, με επίπτωση 0,13-2 ανά 100,000 άτομα, ανά έτος. H ηλικιακή αιχμή εμφάνισής του είναι διφασική: μεταξύ 5-14 και 50-74 έτη. Άλλοι υποθαλαμικοί όγκοι είναι οι δερμοειδείς και επιδερμοειδείς όγκοι. Οι συνηθέστερες εκδηλώσεις των όγκων αυτών είναι κεφαλαλγία, ναυτία, έμετοι, διαταραχές οράσεως, καθυστέρηση της ανάπτυξης και της ήβης, παχυσαρκία, υπογοναδισμός, πολυουρία, πολυδιψία. Η διάγνωση γίνεται με φυσική εξέταση, μαγνητική τομογραφία, βιοψία και εξειδικευμένες ενδοκρινολογικές εξετάσεις για την διαπίστωση των ορμονών που ανεπαρκούν. Η θεραπεία εξαρτάται από το είδος του όγκου, αλλά συνήθως περιλαμβάνει ένα συνδυασμό χειρουργικής εκτομής και ακτινοθεραπείας.

Υπουποφυσισμός

Ο Υπουποφυσισμός αναφέρεται σε ανεπαρκή ή πλήρη απουσία έκκρισης μίας ή και περισσότερων ορμονών, που φυσιολογικά εκκρίνονται από την υπόφυση. Ανάλογα με την ἠ τις ορμόνες που ανεπαρκούν εκδηλώνεται και η κλινική εικόνα που μπορεί να είναι διαταραχή της ανάπτυξης στα παιδιά, κεντρική παχυσαρκία, μείωση μυϊκής μάζας (έλλειψη αυξητικής ορμόνης), αμηνόρροια, υπογονιμότητα, μειωμένη λίμπιντο, στυτική δυσλειτουργία, (έλλειψη γοναδοτροπινών) συμπτώματα υποθυρεοειδισμού (έλλειψη θυρεοτρόπου ορμόνης), ναυτία, έμετος, κόπωση, ίλιγγος, απώλεια βάρους, υπόταση, καταπληξία, θάνατος (έλλειψη  κορτικοτρόπου ορμόνης), αδυναμία θηλασμού (έλλειψη προλακτίνης). Η επίπτωση της νόσου είναι 4,2 ανά 100,000 άτομα, ανά έτος, ενώ οι αιτίες της νόσου είναι πολλές, όπως αδενώματα υπόφυσης, υποθαλαμικοί όγκοι, μεταστάσεις, διηθητικές, φλεγμονώδεις και αυτοάνοσοι νόσοι, ακτινοβολία και προηγηθείσα εγχείρηση υπόφυσης, τραυματισμός κεφαλής, γενετικά σύνδρομα, και ιδιοπαθώς. Η διάγνωση περιλαμβάνει φυσική εξέταση, εξειδικευμένες ενδοκρινολογικές εξετάσεις για την διαπίστωση των ορμονών που ανεπαρκούν, μαγνητική τομογραφία, βιοψία. Η θεραπεία συνίσταται σε θεραπεία του αιτίου και υποκατάσταση των ορμονών που ανεπαρκούν.

Αδενώματα Υπόφυσης

Τα αδενώματα της υπόφυσης είναι καλοήθεις, βραδέως αναπτυσσόμενοι όγκοι που εξορμώνται από τα ίδια τα κύτταρα της αδενουπόφυσης. Η επίπτωση των αδενώματα της υπόφυσης είναι 4.0 ανά 100,000 άτομα, ενώ η εξέλιξη της νεύρο-απεικόνισης τα τελευταία χρόνια, επιτρέπει γρηγορότερο εντοπισμό τους και άρα πιο πετυχημένη θεραπεία. Ανάλογα με το μέγεθός τους χωρίζονται σε μικρό-(<1 εκ) και μακρό- (>1εκ)αδενώματα, ενώ ανάλογα με το αν υπερεκκρίνουν ορμόνες, διακρίνονται σε λειτουργικά ή μη λειτουργικά .

Τα πιο συχνά αδενώματα είναι τα προλακτινώματα (57%), που υπερεκκρίνουν προλακτίνη ( την ορμόνη που προάγει τον θηλασμό) και προκαλούν ολιγο-αμηνόρροια, οστεοπόρωση, στυτική δυσλειτουργία και υπογονιμότητα. Ακολουθούν τα μη λειτουργικά αδενώματα (28%) και στη συνέχεια αυτά που υπερεκκρίνουν αυξητική ορμόνη (11%) και προκαλούν γιγαντισμό στα παιδιά και το σύνδρομο μεγαλακρίας στους ενήλικες (αύξηση του μεγέθους των άκρων, των οστών του κρανίου, της γλώσσας, της κάτω γνάθου, των χειλέων, πάχυνση της μύτης, καρδιομεγαλία, υπέρταση, νεφρολιθίαση, υπνική άπνοια, σακχαρώδης διαβήτης, αυξημένος κίνδυνος για καρκίνο του παχέος εντέρου, όζους θυρεοειδούς). Λιγότερο συχνά εμφανίζονται τα κορτικοτρόφα αδενώματα (2%), που προκαλούν την νόσο Cushing. Τα αδενώματα αυτά υπερεκκρίνουν  την κορτικοτρόπο ορμόνη της υπόφυσης που οδηγεί σε αυξημένη έκκριση κορτιζόλης από τα επινεφρίδια. Το κλινικό σύνδρομο με το οποίο εκδηλώνονται περιλαμβάνει συμπτώματα όπως η κεντρική παχυσαρκία, πανσεληνοειδές προσωπείο, υπέρταση, ακμή, εκχυμώσεις, ερυθροειδείς ραβδώσεις (ραγάδες), ψυχιατρικές εκδηλώσεις, διαταραχές εμμήνου ρύσεως. Αδενώματα που υπερεκκρίνουν την θυρεοτρόπο ορμόνη ή τις γοναδοτροπίνες είναι εξαιρετικά σπάνια και συνήθως εκδηλώνονται ως μη λειτουργικά. Τα παραπάνω αδενώματα, αν είναι αρκετά μεγάλα, μπορούν να εμφανιστούν με διαταραχές της όρασης (διπλωπία, αμφικροταφική ημιανοψία) , ή και νευρολογικά συμπτώματα (πονοκέφαλος).

Τυχαίωμα υπόφυσης

Υποφυσιακές βλάβες (όπως αδενώματα υπόφυσης), που εντοπίζονται ως τυχαίο εύρημα σε απεικονιστικό έλεγχο του εγκεφάλου ονομάζονται τυχαιώματα υπόφυσης.

Η διάγνωση των αδενωμάτων της υπόφυσης (και των υποφυσιακών τυχαιωμάτων) απαιτεί φυσική εξέταση, νεύρο-απεικονιστικό (μαγνητική τομογραφία) αλλά και ορμονολογικό έλεγχο για την εξακρίβωση της ορμόνης που υπερεκκρίνεται (πολλές φορές απαιτούνται εξειδικευμένες ενδοκρινολογικές δοκιμασίες). Η θεραπεία εκλογής των παραπάνω αδενωμάτων, με εξαίρεση τα προλακτινώματα που απαντούν εξαιρετικά σε φαρμακευτική αγωγή, είναι η διασφηνοειδική εκτομή τους. Σε μεγαλύτερα αδενώματα, πολλές φορές απαιτείται ένας συνδυασμός, χειρουργικής εκτομής, φαρμακοθεραπείας και ακτινοβολιών. Υποκατάσταση των ορμονών που ανεπαρκούν λόγω καταστροφής των ορμονοπαραγωγών κυττάρων της υπόφυσης, είτε από την πίεση του όγκου είτε ως συνέπεια της θεραπείας αποτελεί ζωτικής σημασίας κομμάτι της θεραπείας. Ακολουθεί τακτική παρακολούθηση τόσο για τον αποκλεισμό υποτροπής όσο και τον έγκαιρο εντοπισμό καθυστερημένου υπουποφυσισμού.

Καρκίνος Υπόφυσης

Ο καρκίνος της υπόφυσης είναι εξαιρετικά σπάνιος και ορίζεται από την ύπαρξη απομακρυσμένων μεταστάσεων. Συνήθως πρόκειται για ένα εξαιρετικά επιθετικό, ορμονοπαραγωγό, μακροαδένωμα. Η θεραπεία περιλαμβάνει έναν συνδυασμό χειρουργείων, ακτινοβολιών και χημειοθεραπείας.

Ἀποιος Διαβήτης

Ο άποιος διαβήτης οφείλεται σε ανεπαρκή έκκριση ή αντίσταση στην δράση της αντιδιουρητικής ορμόνης, που οδηγεί σε αδυναμία συμπύκνωσης των ούρων και άρα αποβολή μεγάλης ποσότητας (πολυουρία) αραιών, χωρίς γεύση (άποιος) ούρων. Η πολυουρία οδηγεί σε αφυδάτωση, που με την σειρά της κινητοποιεί, μέσω του αισθήματος της δίψας, την πρόσληψη υγρών. Στον άποιο διαβήτη όμως, η αδυναμία συμπύκνωσης των ούρων θα οδηγήσει εκ νέου σε πολυουρία και άρα πολυδιψία, οδηγώντας σε φαύλο κύκλο. Ανάλογα με την αιτία, διακρίνεται σε κεντρικό και νεφρογενή. Τα αἰτια του κεντρικού ἀποιου διαβήτη είναι, ιδιοπαθώς, βλάβες στην υποθαλαμο-υποφυσιακής περιοχή́, όπως όγκοι, αυτοάνοσες, φλεγμονώδεις ή κοκκιωματώδεις νόσοι, υποξία/ισχαιμία εγκεφάλου, τραύμα, νευροχειρουργική επέμβαση, ακτινοβολία εγκεφάλου, συγγενείς ανωμαλίες, όπως ανωμαλίες της μέσης γραμμής, συγγενής υπουποφυσισμός, και μεταλλάξεις, που οδηγούν είτε στην οικογενή μορφή του, είτε στην εμφάνιση του συνδρόμου Wolfram. Τα αίτια του νεφρογενούς άποιου διαβήτη από την άλλη μεριά, διακρίνονται σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως χρόνια υπερασβεστιαιμία, νεφρική νόσος, φάρμακα, όπως λίθιο, πολλαπλούν μυέλωμα, δρεπανοκυτταρική αναιμία, εγκυμοσύνη και μεταλλάξεις που οδηγούν στην κληρονομούμενη μορφή του. Η επίπτωση της νόσου είναι 3 ανά 100,000 άτομα. Τα συμπτώματα της νόσου περιλαμβάνουν πολυουρία, νυκτουρία, πολυδιψία και νευρολογικά συμπτώματα. Η διάγνωση της νόσου απαιτεί αποκλεισμό άλλων αιτιών πολυουρίας, μέτρηση της ωσμωτικότητας και των ηλεκτρολυτών στο αίμα και στα ούρα, δοκιμασία στέρηση ύδατος (πάντα σε ελεγχόμενο περιβάλλον) και απεικονιστικό έλεγχο. Η θεραπεία εκλογής του κεντρικού άποιου διαβήτη είναι η θεραπεία υποκατάστασης με βαζοπρεσσίνη, καθώς και η θεραπεία  του αιτίου που τον προκαλεί. Η θεραπεία του νεφρογενούς άποιου διαβήτη περιλαμβάνει απομάκρυνση του αιτίου που τον προκαλεί, θειαζιδικά διουρητικά και δίαιτα χαμηλή σε νάτριο και πρωτεΐνη. Η τακτική παρακολούθηση είναι σημαντική για την πρόληψη πιθανών ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης της Αντιδιουριτικής Ορμόνης (ΣΑΕΑΟ)

Το ΣΑΕΑΟ χαρακτηρίζεται από ῾῾απρόσφορη῾῾ έκκριση και αδυναμία καταστολής της αντιδιουρητικής ορμόνης, επί απουσίας των φυσιολογικών διεγερτών της. Ενώ ο οργανισμός διαθέτει ένα εξαιρετικό σύστημα, που αυξάνει το αίσθημα της δίψας όταν πρέπει, η μείωση του αισθήματος της δίψας στην αντίθετη περίπτωση, δεν είναι τόσο αποτελεσματική. Έτσι στο ΣΑΕΑΟ, η αναστολή της διούρησης μέσω της αντιδιουρητικής ορμόνης από την μία και η μη μείωση της πρόσληψης υγρών από την άλλη, οδηγεί σε κατακράτηση νερού, και υπονατριαιμία εξ αραιώσεως. Για να αποκαταστήσει ο οργανισμός την ισορροπία, μετακινεί νερό μέσα στα κύτταρα, με αποτέλεσμα την διόγκωση τους. Ανάλογα με την ταχύτητα και την σοβαρότητα αυτής της μεταβολής, τα νευρικά κύτταρα, που είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα σε οποιαδήποτε μεταβολή, μπορεί να μην προλάβουν να προσαρμοστούν, με αποτέλεσμα σοβαρές επιπλοκές, ιδιαίτερα σε νέες γυναίκες και παιδιά. Tα αίτια του συνδρόμου είναι: έκτοπη παραγωγή αντιδιουρητικής ορμόνης από νεοπλάσματα, όπως ο μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, ορισμένα φάρμακα, όπως αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά, ένα ευρύ φάσμα παθογενειών, τόσο στον εγκέφαλο, (λοίμωξη, τραύμα, αιμορραγία, χειρουργείο), όσο και στους πνεύμονες, ( πνευμονία, φυματίωση), το σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας, η έντονη άσκηση (Μαραθώνιος), αλλά και μία σπάνια γενετική μετάλλαξη. Η κλινική εικόνα του συνδρόμου κυμαίνεται από πολύ ήπια νευρολογικά συμπτώματα, όπως αστάθεια βάδισης και ελλειμματική προσοχή, που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά, αυξάνουν όμως την πιθανότητα πτώσης και καταγμάτων, έως ναυτία, εμέτους, εγκεφαλικό οίδημα, κώμα και θάνατο. Η διάγνωση της νόσου γίνεται εξ αποκλεισμού. Μία σειρά από ασθένειες πρέπει να αποκλεισθούν, καθώς και η περίπτωση της ψεύδουπονατριαιμίας. Η θεραπεία του συνδρόμου εξαρτάται από τον χρόνο εγκατάστασης της υπονατριαιμίας και περιλαμβάνει περιορισμό́ των προσλαμβανόμενων υγρών, χορήγηση αναστολέων των υποδοχέων της αντιδιουρητικής ορμόνης αλλά και επείγουσα αντιμετώπιση των οξέων καταστάσεων, που συνήθως συνοδεύουν την οξεία υπονατριαιμία, και απειλούν τη ζωή́.

Παθήσεις Επινεφριδίων

Τα επινεφρίδια είναι δύο μικροί ενδοκρινείς αδένες, που εντοπίζονται στο πάνω μέρος (επί) των νεφρών (-νεφρίδια). Και τα δύο μαζί ζυγίζουν γύρω στα 8-10 κιλά. Αποτελούνται από τον φλοιό εξωτερικά και τον μυελό στο κέντρο, ενώ έχουν διαφορετική λειτουργία, παραγωγή ορμονών αλλά και εμβρυολογική προέλευση. Ωστόσο, βρίσκονται σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους και μαζί με την κεντρική μονάδα του υποθάλαμου-υπόφυσης και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, απαρτίζουν το σύστημα του στρες, που αναλαμβάνει να διατηρήσει την ομοιόσταση του οργανισμού, τόσο στην ηρεμία όσο και σε κατάσταση στρες. Ο φλοιός των επινεφριδίων προέρχεται από το μεσόδερμα και παράγει μία σειρά στεροειδών ορμονών, εκ των οποίων σημαντικότερες είναι η κορτιζόλη, με ευρύ εύρος λειτουργιών όπως η απάντηση στο στρες, η ρύθμιση του σακχάρου, της όρεξης, και η συναισθηματική ισορροπία, η αλδοστερόλη που ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και τα επινεφριδιακά ανδρογόνα, που αποτελούν σημαντική πηγή ανδρογόνων κυρίως στην γυναίκες και στα παιδιά. Ο μυελός των επινεφριδίων αποτελεί τμήμα του αυτόνομου/συμπαθητικού νευρικού συστήματος και άρα έχει νευροενδοκρινική προέλευση. Εκκρίνει τις κατεχολαμίνες (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη, ντοπαμίνη), που συμμετέχουν επίσης στην απάντηση του στρες, αυξάνοντας τους καρδιακούς παλμούς και την αρτηριακή πίεση.

Το Σύστημα του Στρες

Ως στρες ορίζεται η διαταραχή της ομοιόστασης του οργανισμού, δηλαδή μία κατάσταση ανισορροπίας, που απειλεί την ύπαρξή του. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα στραγγαλίζω και δείχνει ακριβώς την ψυχοσωματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οργανισμός στο στρες. Κατά συνέπεια, το σώμα μας επιστρατεύει όλο το αμυντικό του σύστημα για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Έτσι ενεργοποιείται το ανοσοποιητικό σύστημα και άρα οι μηχανισμοί της φλεγμονής. Επιπλέον, καταστέλλονται οι ενεργειακά δαπανηρές λειτουργίες, όπως η αναπαραγωγή, ώστε να εξοικονομηθεί ενέργεια για την αντιμετώπιση του στρες. Συνεπώς, καταστάσεις που σχετίζονται με χρόνιο στρες, οδηγούν σε υπογοναδισμό, υπογονιμότητα και χρόνια ήπια φλεγμονή, η οποία με την σειρά της οδηγεί σε αθηρωμάτωση και καρδιαγγειακή νόσο, διαβήτη, οστεοπόρωση, πρόωρη γήρανση και καρκίνο. Από την άλλη μεριά, η χρόνια αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης από την ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου υπόφυσης επινεφριδίων, αλλά και η ενεργοποίηση του συμπαθητικού συστήματος, (οι δύο συνιστώσες του συστήματος του στρες), οδηγούν σε υπέρταση, κεντρική παχυσαρκία, αυπνίες αλλά και κατάθλιψη. Στον αντίποδα των καταστρεπτικών για την υγεία διαταραχών που επιφέρει το χρόνιο στρες, ο οργανισμός διαθέτει συστήματα επαγωγής των θετικών συναισθημάτων και καταστολής του συστήματος του στρες, όπως το σύστημα της επιβράβευσης, που στόχο έχει την επανάληψη μιας συμπεριφοράς, που είναι επωφελής για την επιβίωση, όπως η πρόσληψη τροφής. 

Νευροενδοκρινικοί Όγκοι: Φαιοχρωμοκύτωμα και Παραγαγγλίωμα

Το φαιοχρωμοκύτωμα είναι ένας σπάνιος, αλλά δυνητικά απειλητικός για την ζωή, όγκος της μυελώδους μοίρας των επινεφριδίων, που παράγει αυξημένες ποσότητες κατεχολαμινών, ενώ τα παραγαγγλιώματα είναι όγκοι των παραγαγγλίων. Ως παραγάγγλια ονομάζονται συστάδες νευροενδοκρινικών κυττάρων, τα οποία μεταναστεύουν κατά την ενδομήτρια ζωή, σε διάφορα σημεία του σώματος, από την κεφαλή έως την λεκάνη, φέροντας στοιχεία είτε από το συμπαθητικό είτε από το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Αποτελούν ῾῾σταθμούς῾῾κατά την διαδρομή των νευρικών σημάτων μεταξύ εγκεφάλου και περιφέρειας, με στόχο τον καλύτερο συντονισμό της πληροφορίας. Ο μυελός των επινεφριδίων, στην ουσία αποτελεί ένα μεγάλο συμπαθητικό παραγάγγλιο και έτσι τόσο το φαιοχρωμοκύτωμα όσο και τα συμπαθητικά παραγαγγλιώματα, έχουν κοινή προέλευση και άρα χαρακτηριστικά. Η επίπτωση του φαιοχρωμοκυτὠματος και του παραγαγγλιώματος μαζί είναι περίπου 0,8 ανά 100,000 άτομα ανά έτος. Ωστόσο, από τις νεκροψίες φαίνεται πως το πραγματικό νούμερο είναι μεγαλύτερο, μεταξύ 250-1300 ανά 1000.000, καθώς η πλειοψηφία των ασθενών διαγιγνώσκεται μετά θάνατον. Το 61% των όγκων στις νεκροψίες ήταν ασθενείς που είχαν υπέρταση, αλλά το 91% είχε μη ειδικά για το φαιοχρωμοκύτωμα/παραγαγγλίωμα συμπτώματα. Οι όγκοι αυτοί είναι κυρίως σποραδικοί, αλλά 40% εξ αυτών κληρονομούνται μέσω γενετικών μεταλλάξεων. Μπορούν να εμφανισθούν σε οποιαδήποτε ηλικία, με ηλικία αιχμής την 5η-6η δεκαετία της ζωής, στην περίπτωση όμως των γενετικών συνδρόμων, οι όγκοι εμφανίζονται πολύ νωρίτερα. Οι όγκοι είναι κακοήθεις σε ένα ποσοστό 10-17%. Το φαιοχρωμοκύτωμα ονομάζεται ῾῾ο μεγάλος μίμος῾῾ καθώς μπορεί να παρουσιαστεί με τα συμπτώματα οποιασδήποτε νόσου. Σε πάνω από το 1/3 των ασθενών ο θάνατος προηγείται της διάγνωσης. Η κλασσική συμπτωματολογία περιλαμβάνει παροξυσμούς κεφαλαλγίας, ταχυκαρδίας, εφίδρωσης και αρτηριακής υπέρτασης. Οι παροξυσμοί μπορεί να εκλύονται από μία απλή κίνηση όπως το σκύψιμο, η βρώση τροφών με τυραμίνη, όπως η σοκολάτα και η μπανάνα, η λήψη κάποιων φαρμάκων, όπως τα αντικαταθλιπτικά και οι χειρουργικοί χειρισμοί. Η διάγνωση τίθεται με την μέτρηση των παραγώγων των κατεχολαμινών (ελεύθερες κλασματικά διαχωρισμένες μετανεφρίνες) στο αίμα, ενώ ο εντοπισμός του όγκου-(ων) αλλά και των μεταστάσεων γίνεται με απεικονιστικές μεθόδους, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, σπινθηρογράφημα επινεφριδίων (Ι-MIBG), τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) και σπινθηρογράφημα των υποδοχέων σωματοστατίνης (octreoscan). Η θεραπεία εκλογής είναι η αδρεναλεκτομή, μετά από φαρμακευτική προετοιμασία του ασθενούς για την αποφυγή πρόκλησης υπερτασικής κρίσης. Στην περίπτωση υποτροπών, μεταστάσεων ή και παραγαγγλιωμάτων που η αφαίρεσή τους θέτει σε κίνδυνο ζωτικά όργανα/ιστούς, ένας συνδυασμός χειρουργείων, φαρμακοθεραπείας, ακτινοβολιών, χημειοθεραπείας, I-MIBG, και διακαθετηριακού αρτηριακού χημειοεμβολισμού, μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Ο γενετικός έλεγχος αποκλείει ή επιβεβαιώνει γενετική οικογενή νόσο. Η μακροχρόνια μετεγχειρητική παρακολούθηση των ασθενών είναι απαραίτητη, τόσο για την αντιμετώπιση της καρδιοαγγειακής νοσηρότητας/θνητότητας, όσο και τον έγκαιρο εντοπισμό πιθανής μεταστατικής νόσου.

Γενετικά Σύνδρομα Φαιοχρωμοκυτὠματος/Παραγαγγλιώματος

To 40% των ασθενών με φαίοχρωμοκυτωμα/παραγαγγλίωμα παρουσιάζει τον όγκο (-ους) ως μέρος ενός εκ των γενετικών/οικογενών συνδρόμων, που κληρονομούνται μέσω γενετικών μεταλλάξεων. Παρόλα αυτά, μόνο ένα 10-15% των ασθενών γνωρίζει την ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού σύμφωνου με μία τέτοια γενετική μετάλλαξη. Οι όγκοι στα σύνδρομα αυτά, εμφανίζονται τουλάχιστον μία δεκαετία νωρίτερα ( π.χ. 29 ετών ο μέσος όρος για μεταλλάξεις των γονιδίων SDHB και SDHD), είναι συχνά πολλαπλοί, αμφοτερόπλευροι, συνυπάρχουν με άλλους όγκους, ενδοκρινικούς και μη, ενώ αρκετές φορές είναι πολυεστιακοί. Επιπλέον, κάποιες γενετικές μεταλλάξεις σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο μεταστάσεων, όπως οι μεταλλάξεις του γονιδίου SDHB, που εντοπίζονται στο 40% των μεταστατικών φαιοχρωμοκυτωμάτων/παραγαγγλιωμάτων. Τα πιο γνωστά γενετικά σύνδρομα φαιοχρωμοκυτώματος/παραγαγγλιώματος είναι τα παρακάτω:

 Nόσος Von Hippel Lindau (VHL)

Η νόσος VHL είναι ένα οικογενές σύνδρομο, που προδιαθέτει την ανάπτυξη πολλαπλών αγγειοβριθών όγκων, όπως αιμαγγειοβλαστώματα αμφιβληστροειδούς και κεντρικού νευρικού συστήματος, φαιοχρωμοκυτώματα /παραγαγγλιώματα, νεφρικές κύστεις, νεφρικό καρκίνωμα, και παγκρεατικούς νευροενδοκρινικούς όγκους. Η νόσος κληρονομείται κατά τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα και η επίπτωσή της είναι 1 στις 36000 γεννήσεις. Ο μέσος όρος εμφάνισης φαιοχρωμοκυτώματος/παραγαγγλιώματος είναι τα 28 έτη, ενώ  η νεαρότερη ηλικία που έχει αναφερθεί είναι τα 5 έτη. Τα φαιοχρωμοκυτώματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα. Οι φορείς της μετάλλαξης χρειάζονται τακτική παρακολούθηση, που ξεκινά από την γέννηση, για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των όγκων.

Νευροινωμάτωση

Η Νευροινωμάτωση κληρονομείται επίσης με τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα και η επίπτωσή της είναι 1 στα 2600-3000 άτομα. Οι ασθενείς, κατά την διάρκεια της ζωής τους, εμφανίζουν μία σειρά από κλινικές εκδηλώσεις, όπως café au lait κηλίδες, όγκους των νεύρων (νευροινώματα), βουβωνικές και μασχαλιαίες φακίδες, γνωσιακές διαταραχές, οστικές ανωμαλίες, όγκους του κεντρικού νευρικού συστήματος, αλλά και άλλους όγκους, όπως σαρκώματα και φαιοχρωμοκυτώματα/παραγαγγλιώματα. Το φαιοχρωμοκὐτωμα/παραγαγγλίωμα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία από την νεογνική έως την γεροντική με μέσο όρο διάγνωσης τα 42 έτη. Και σε αυτό το γενετικό σύνδρομο, η τακτική παρακολούθηση, εφόρου ζωής είναι ζωτικής σημασίας.

Σύνδρομα Φαιοχρωμοκυτώματος/Παραγαγγλιώματος Λόγω Μεταλλάξεων Των Ενζύμων Του Τρικαρβοξυλικού Οξέος Κύκλου

Τα σύνδρομα αυτά σχετίζονται με κληρονομούμενο φαιοχρωμοκύτωμα/παραγαγγλίωμα και οφείλονται σε μεταλλάξεις των ενζύμων SDHD, SDAF2, SDHC, SDHB, που είναι απαραίτητα για την παραγωγή ενέργειας στα κύτταρα. Ονομάζονται οικογενές σύνδρομο παραγγαγλιώματος 1, 2, 3, 4, αντίστοιχα και κληρονομούνται με τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα. Το πιο συχνό είναι το οικογενές σύνδρομο παραγγαγλιώματος 1, όπου οι ασθενείς αναπτύσσουν φαιοχρωμοκυτώματα/παραγαγγλιώματα, μόνο εάν κληρονομήσουν την μετάλλαξη από τον πατέρα τους και όχι από την μητέρα τους. Το 50% των ασθενών θα αναπτύξουν όγκους μέχρι την ηλικία των 31 ετών. Επίσης είναι δυνατόν να αναπτύξουν νεφρικό καρκίνωμα και γάστρο-εντερικούς στρωματικούς όγκους. Από την άλλη, οι φορείς της μετάλλαξης για το γονίδιο SDHB αναπτύσσουν φαιοχρωμοκυτώματα/παραγαγγλιώματα, είτε κληρονομήσουν την μετάλλαξη από τον πατέρα είτε από την μητέρα. Ωστόσο παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο κακοήθους παραγαγγλιώματος και καρκίνου του νεφρού.

Σύνδρομο Πολλαπλής Ενδοκρινικής Νεοπλασίας 2 (MEN2)

To σύνδρομο MEN2 κληρονομείται με τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα, και οφείλεται σε ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του πρωτοογκογονιδίου RET, που οδηγεί στην ανάπτυξη πολλαπλών ενδοκρινών όγκων. Το σύνδρομο διακρίνεται σε MEN2Α, όπου οι ασθενείς αναπτύσσουν μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς, σε ποσοστό 95-100%, πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, λόγω υπερπλασίας πολλαπλών παραθυρεοειδών αδένων (20%) και φαιοχρωμοκύτωμα, σε ποσοστό που κυμαίνεται από 60-100%. Το MEN2Β χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη επιθετικού μυελοειδούς καρκίνου, σχεδόν σε όλους τους ασθενείς, φαιοχρωμοκύτωμα στους μισούς ασθενείς, βλεννογόνια νευρώματα και εντερικά γαγγλιονευρώματα, σκελετικές ανωμαλίες και χαρακτηριστικό προσωπείο. Η επίπτωση της νόσου είναι 1 στα 30.000 άτομα. Το φαιοχρωμοκύτωμα, ανάλογα με την μετάλλαξη, μπορεί να εμφανισθεί από την ηλικία των 8 ετών με μέσο όρο τα 30 έτη. Η πλειοψηφία των ασθενών θα εμφανίσει φαιοχρωμοκύτωμα και στο άλλο επινεφρίδιο μέσα σε μία δεκαετία. Καθώς το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς μπορεί να εκδηλωθεί πολύ νωρίς και είναι δυνητικά απειλητικό για την ζωή, προφυλακτική ολική θυρεοειδεκτομή συνίσταται τους πρώτους μήνες της ζωής στα νεογνά με επιβεβαιωμένη μετάλλαξη για το MEN2Β και στα πρώτα 5 έτη της ζωής για το MEN2Α. Επιπλέον, όπως και στα υπόλοιπα γενετικά σύνδρομα, η τακτική παρακολούθηση είναι υποχρεωτική.

Σύνδρομο Πολλαπλής Ενδοκρινικής Νεοπλασίας 1 (MEN1)

Το σύνδρομο ΜΕΝ1 οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου ΜΕΝ1, που απενεργοποιούν ή διαταράσσουν την λειτουργία της  ογκο-κατασταλτικής πρωτεΐνης μενίνης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πολλαπλών ενδοκρινικών και μη όγκων. Ο επιπολασμός της νόσου είναι 2-20 ανά 100.000 στον γενικό πληθυσμό και κληρονομείται με τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα. Οι φορείς του γονιδίου αναπτύσσουν πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό σε ποσοστό 90%, εντεροπαγκρεατικούς όγκους σε ποσοστό 30-70%, υποφυσιακά αδενώματα σε ποσοστό 30-40%, φλοιοεπινεφριδικούς όγκους 40%, φαιοχρωμοκυτώματα <1%, αγγειοινώματα προσώπου 85%, λιπώματα 30% και άλλους όγκους. Οι όγκοι αυτοί εμφανίζονται πολύ νωρίτερα από τους αντίστοιχους σποραδικούς, με νεαρότερη ηλικία εμφάνισης τα 5 έτη και ηλικία αιχμής τα 50 έτη. Κακοήθεις παγκρεατικοί νευροενδοκρινείς όγκοι (ΝΕΤ), και καρκινοειδή του θύμου αδένα είναι οι συχνότερες αιτίες θανάτου στους ασθενείς αυτούς.

Νευροενδοκρινείς Όγκοι του Γάστρο-Ἐντερο-Παγκρεατικού Συστήματος (ΓΕΠ-ΝΕΤ)

Οι νευροενδοκρινείς όγκοι (ΝΕΤ) του πεπτικού συστήματος, προέρχονται από τα νευροενδοκρινικά κύτταρα του γαστρεντερικού́ σωλήνα (ΓΕΣ) και του παγκρέατος, με επίπτωση 3,56 ανά 100,000 στον γενικό πληθυσμό. Στην πλειοψηφία τους είναι καλά διαφοροποιημένοι, αργά αναπτυσσόμενοι όγκοι, με την μειοψηφία να δείχνει επιθετική συμπεριφορά. Μπορούν να εμφανισθούν σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως εμφανίζονται μεταξύ τέταρτης και έκτης δεκαετίας. Είναι συνήθως σποραδικοί, αλλά μπορεί να σχετίζονται με τα κληρονομούμενα γενετικά σύνδρομα ενδοκρινών όγκων. Η πλειονότητα αυτών είναι μη-λειτουργικοί και τα συμπτώματα που δίνουν είναι κυρίως λόγω πιεστικών φαινομένων, όπως άτυπα κοιλιακά άλγη. Ωστόσο, οι όγκοι αυτοί δύναται να εκκρίνουν δραστικές ουσίες/ορμόνες, που οδηγούν σε ξεχωριστά κλινικά σύνδρομα. Οι ΝΕΤ του ΓΕΣ, κυρίως του λεπτού εντέρου, και αυτοί που εντοπίζονται στο δεξιό μισό του παχέος εντέρου, που έχουν δώσει μεταστάσεις στο ήπαρ, μπορούν εμφανίζουν μία ομάδα συμπτωμάτων, που περιλαμβάνει εξάψεις, διάρροια και βρογχόσπασμο, το λεγόμενο καρκινοειδές σύνδρομο, που προέρχεται από την υπερέκκριση κυρίως σεροτονίνης, που επίσης προκαλεί καρδιακή νόσο. Οι λειτουργικοί όγκοι του παγκρέατος ονομάζονται επίσης και νησιδιώματα, και  διακρίνονται σε ινσουλινώματα, που προκαλούν επεισοδιακή υπογλυκαιμία, λόγω υπερέκκρισης ινσουλίνης, γαστρινώματα, που προκαλούν το σύνδρομο Zollinger-Ellison, που οδηγεί σε υποτροπιάζουσα πεπτικά έλκη, λόγω υπερέκκρισης γαστρίνης, τα VIPωματα, που εκκρίνουν το αγγειοδραστικό εντερικό πολυπεπτίδιο (VIP) και προκαλούν το σύνδρομο διάρροιας/υποκαλαιμίας/ αχλωρυδρίας ή σύνδρομο Verner-Morrison, το γλυκαγόνωμα , που προκαλεί σακχαρώδη διαβήτη, στοματίτιδα και νεκρολυτικό μεταναστευτικό́ ερύθημα, λόγω υπερέκκρισης γλυκαγόνου, και το σωματοστατίνωμα, που προκαλεί απώλεια βάρους και κοιλιακά άλγη, λόγω υπερέκκρισης σωματοστατίνης. Ένας σημαντικός αριθμός των όγκων αυτών διαγιγνώσκονται τυχαία σε απεικονιστικές εξετάσεις που γίνονται για άλλη νόσο. Η διάγνωση των γαστρεντερικών ΝΕΤ γίνεται με βιοψία, ενώ ο εντοπισμός του όγκου και η έκταση/σταδιοποίηση της νόσου καθορίζεται μέσω απεικονιστικών εξετάσεων, όπως η αξονική και η μαγνητική τομογραφία, το σπινθηρογράφημα των υποδοχέων σωματοστατίνης (octreoscan) και το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα. Η εκκριτική τους ικανότητα, καθορίζεται με την μέτρηση δραστικών ουσιών στο αίμα και στα ούρα. Αντίστοιχα, η διάγνωση των παγκρεατικών ΝΕΤ, γίνεται με την μέτρηση της ορμόνης που υπερεκκρίνουν, και ο εντοπισμός του όγκου γίνεται με απεικονιστικές μεθόδους, ενώ κάποιες φορές απαιτούνται επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις, όπως η εκλεκτική ενδαρτηριακή διέγερση με ασβέστιο. Η θεραπεία εκλογής των ΝΕΤ είναι η ριζική εκτομή τους. Σε περίπτωση μεταστατικής νόσου, η χειρουργική αφαίρεση πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες θεραπείες, όπως ο χημειοεμβολισμός των ηπατικών μεταστάσεων, η θεραπεία με ραδιενεργά́ πεπτίδια, και οι στοχευμένες μοριακές θεραπείες. Τα ανάλογα σωματοστατίνης έχουν αντιεκρηκτική αλλά και αντινεοπλασματική δράση. Η παρακολούθηση περιλαμβάνει αιματολογικό και απεικονιστικό έλεγχο, σε διαστήματα που καθορίζονται από το στάδιο της νόσου.

Παθήσεις Θυρεοειδή

Ο Θυρεοειδής, είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου σώματος, με βασική λειτουργία την ρύθμιση του μεταβολισμού. Ωστόσο, επιδρά σε κάθε όργανο, διασφαλίζοντας πλήθος λειτουργιών, από την φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου, έως την κατανάλωση ενέργειας και την παραγωγή θερμότητας. Για να επιτελέσει αυτές τις λειτουργίες, λαμβάνει εντολές από την υπόφυση μέσω της TSH, και έμμεσα από τον υποθάλαμο μέσω της TRH, σχηματίζοντας τον άξονα Υποθάλαμο-Υπόφυση-Θυρεοειδής, που ελέγχει την λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα. Το όνομά του προέρχεται από το σχήμα του (θυρεός ή ασπίδα). Ανατομικά, βρίσκεται στη μέση του λαιμού, ακριβώς κάτω από τον λάρυγγα, ενώ μικροσκοπικά αποτελείται από δύο είδη κύτταρων με διαφορετική λειτουργία και προέλευση: Τα θυλακιώδη κύτταρα, που προέρχονται από το προέντερο και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών (Τ3 και Τ4) και τα παραθυλακιώδη κύτταρα, που παράγουν καλσιτονίνη, (η οποία συμμετέχει στον οστικό μεταβολισμό και στον μεταβολισμό του ασβεστίου) και έχουν νευροενδοκρινική προέλευση.

Μυελοειδές Καρκίνωμα

Το μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς είναι ένας νευροενδοκρινικός όγκος, που  εξορμάτε από τα παραθυλακιώδη κύτταρα. Είναι σπάνιος όγκος καθώς αποτελεί το 5% των θυρεοειδικών καρκίνων. Στην πλειοψηφία του, ο όγκος είναι σποραδικός, με αιχμή εμφάνισης τα 40-60 έτη. Ωστόσο, στις 25% των περιπτώσεων, κληρονομείται με τον επικρατή αυτοσωμικό χαρακτήρα, που σημαίνει πως περίπου, το 50% των απογόνων θα κληρονομήσει την νόσο, από τον γονέα που φέρει την μετάλλαξη. Το κληρονομούμενο μυελοειδές παρουσιάζεται είτε ως οικογενές μυελοειδές καρκίνωμα χωρίς άλλες συνοδές ενδοκρινικές νεοπλασίες, είτε υπό την μορφή των γενετικών συνδρόμων πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας, ΜΕΝ2Α και ΜΕΝ2Β, οπότε και εμφανίζεται αρκετά νωρίτερα, ακόμη και στην παιδική ηλικία.

Στο 75-95% των ασθενών το μυελοειδές παρουσιάζεται ως ένα οζίδιο στο θυροειδή, που μπορεί να παρατηρηθεί από τον ασθενή ή τον γιατρό, ή και να διαγνωσθεί τυχαία, σε απεικονιστικές εξετάσεις που γίνονται για άλλο λόγο. Σε σχέση με τους άλλους δύο πιο συχνούς τύπους καρκίνου του θυρεοειδούς (θηλώδες, θυλακιώδες), το μυελοειδές είναι πιο επιθετικό, έχοντας ήδη δώσει τραχηλικές λεμφαδενικές μεταστάσεις κατά την στιγμή της διάγνωσης, σε ποσοστό 50-70%. Ένα 15% των ασθενών εμφανίζει δυσφαγία ή βράγχος φωνής, ενώ ένα 5- 10% παρουσιάζει απομακρυσμένες μεταστάσεις στο ήπαρ, στα οστά, στους πνεύμονες, στο δέρμα και στον εγκέφαλο. Συμπτώματα όπως εξάψεις ή διάρροια οφείλονται στην έκκριση ορμονών από τον όγκο και είναι κοινά και σε άλλους νευροενδοκρινείς όγκους.

Η διάγνωση τίθεται με παρακέντηση δια λεπτής βελόνης (FNA) με υπερηχογραφική καθοδήγηση και επιβεβαιώνεται με ανοσοιστοχημεία και μέτρηση της καλσιτονίνης τόσο στο αναρρόφημα, όσο και στο αίμα του ασθενούς. Ακολουθεί γενετική ανάλυση (DNA) για τον αποκλεισμό κληρονομικής νόσου και αν το αποτέλεσμα είναι θετικό ακολουθεί διερεύνηση του ασθενούς για συνυπάρχοντες ενδοκρινείς όγκους, όπως φαιοχρωμοκύττωμα και πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, ενώ επίσης πραγματοποιείται γενετική ανάλυση (DNA) σε όλη την οικογένεια. Τέλος με απεικονιστικές μεθόδους διερευνάται η έκταση της νόσου και τυχόν μεταστάσεις.

Η θεραπεία εκλογής περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή και λεμφαδενικό καθαρισμό, η έκταση του οποίου εξαρτάται από την ύπαρξη ή όχι μεταστάσεων. Σε περίπτωση υποτροπής, υπολειπόμενης νόσου ή μεταστάσεων, ένας συνδυασμός χειρουργείων, ακτινοβολιών, και νεότερης στοχευμένης αντινεοπλασματικής θεραπείας επιστρατεύονται. Τακτική παρακολούθηση επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση πιθανών υποτροπών, ενώ στη κληρονομούμενη μορφή, επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των όγκων. Σε όλους τους φορείς των μεταλλάξεων, που προκαλούν την νόσο, προφυλακτική θυρεοειδεκτομή στην παιδική ηλικία επιβάλλεται καθώς ο όγκος μπορεί να εμφανιστεί το πρώτο έτος ζωής.

Παθήσεις Γονάδων

Οι γονάδες-οι όρχεις στους άνδρες και οι ωοθήκες στις γυναίκες- είναι οι τελικοί ενδοκρινείς αδένες του αναπαραγωγικού συστήματος. Οι βασικές λειτουργίες τους είναι ο καθορισμός του φαινοτύπου του φύλλου, η ενήβωση, η σεξουαλική λειτουργία, η αναπαραγωγή και η υγεία των οστών. Οι γονάδες παράγουν τις ορμόνες του φύλου- οιστρογόνα στις γυναίκες και τεστοστερόνη στον άνδρα-μετά από διέγερση τους από τις γοναδοτροπίνες (ωοθυλακιοτρόπος/FSH και ωχρινοποιητική/LH ορμόνες) της υπόφυσης, που μεταφέρουν το σήμα που έρχεται από τον υποθάλαμο, μέσω της  εκλυτικής των γοναδοτροπινών ορμόνης (GnRH). Ο άξονας που σχηματίζουν οι παραπάνω ενδοκρινείς αδένες: Υποθάλαμος-Yπόφυση-Γονάδες συντονίζει την ενδοκρινολογική δραστηριότητα του αναπαραγωγικού συστήματος. Διαταραχές του κεντρικού τμήματος (υποθάλαμος-υπόφυση), οδηγούν σε διαταραχές στην λειτουργία των γονάδων και των ορμονών που εκκρίνουν.

Υπογοναδοτροφικός Υπογοναδισμός (ΥΥ)

Ο υπογοναδοτροφικός υπογοναδισμός (ΥΥ) χαρακτηρίζεται από διαταραχή της λειτουργίας των γονάδων, λόγω διαταραχής της έκκρισης των γοναδοτροπινών, εξαιτίας ανατομικών ή λειτουργικών βλαβών στο επίπεδο του υποθάλαμου ή/και της υπόφυσης. Οι βλάβες αυτές μπορεί να είναι συγγενείς ή επίκτητες. Η κλινική εικόνα του ΥΥ εξαρτάται από το στάδιο που εγκαθίσταται και κυμαίνεται, στους άνδρες, από αμφίβολα έξω γεννητικά όργανα αν εγκαθίσταται στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, μικροφαλλία η/και κρυψορχία στο τρίτο τρίμηνο, αδυναμία ενήβωσης (ατελή σεξουαλική ωρίμανση και απουσία ανάπτυξης των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου) αν εγκαθίσταται μετά την γέννηση και πριν την εφηβεία, έως μείωση της libido, στυτική δυσλειτουργία και υπογονιμότητα, εάν εγκαθίσταται στην ενήλικο ζωή. Στις γυναίκες αντίστοιχα, εμφανίζεται με αδυναμία ενήβωσης, δευτεροπαθή αμηνόρροια και υπογονιμότητα. Στις συγγενείς αιτίες ΥΥ συμπεριλαμβάνονται διάφορα γενετικά σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Kallmann, που χαρακτηρίζεται από υπογοναδισμό, ανοσμία και διάφορες κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, τα σύνδρομα Prader Willi και Laurence-Moon-Bield, που χαρακτηρίζονται από παθολογική παχυσαρκία, υπογοναδισμό και νοητική υστέρηση και ένα σπάνιο σύνδρομο υπογοναδοτροφικού υπογοναδισμού, που συνοδεύεται από υποπλασία των επινεφριδίων και άρα επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Στις επίκτητες αιτίες, περιλαμβάνονται διάφορες ανατομικές και λειτουργικές βλάβες, που συνήθως συνοδεύονται και από άλλες ορμονικές διαταραχές. ‘Όγκοι της υποθάλαμο-υποφυσιακής περιοχής, όπως το κρανιοφαρυγγίωμα και τα αδενώματα της υπόφυσης, διηθητικές νόσοι της ίδιας περιοχής, όπως σαρκοείδωση και ιστιοκύττωση, τραύματα της κεφαλής, καθώς και η έκθεση σε εξωτερική ακτινοβολία, είναι μερικές από τις πιο συχνές ανατομικές βλάβες. Από την άλλη μεριά, οι λειτουργικές μορφές του επίκτητου ΥΥ είναι σχετικά συχνές στις γυναίκες και προκαλούνται από έντονο στρες, σημαντική απώλεια κιλών και έντονη άσκηση. Η διάγνωση του ΥΥ περιλαμβάνει την φυσική εξέταση, την μέτρηση των γοναδοτροπινών και των ορμονών του φύλου στο αίμα, ενώ ανάλογα με την αιτία, διάφορες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως μαγνητική τομογραφία της υποθάλαμο-υποφυσιακής περιοχής, οσφρητικά τεστ, αλλά και ανάλυση DNA, χρειάζονται επίσης. Η θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο εγκατάστασης του ΥΥ και τα συμπτώματα που επιφέρει. Στους νεαρούς έφηβους/έφηβες η θεραπεία αποσκοπεί στην επαγωγή και διατήρηση της φυσιολογικής ενήβωσης, και γι’ αυτό τον σκοπό, χορηγούνται σταδιακώς αυξανόμενες δόσεις τεστοστερόνης (ή ενέσεις ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG)) στους άνδρες,  ή οιστρογόνων και προγεστερόνης στις γυναίκες. Στους ενήλικες από την άλλη, ο στόχος της θεραπείας είναι η ανακούφιση από τα συμπτώματα του υπογοναδισμού, η αποκατάσταση της σεξουαλικής λειτουργίας, η διατήρηση της οστικής και μυικής μάζας και η καλή φυσική κατάσταση. Για τον σκοπό αυτό χορηγούνται οι ορμόνες του φύλου: τεστοστερόνη στους άνδρες και οιστρογόνα/προγεστερόνη στις γυναίκες. Εάν υπάρχει επιθυμία για τεκνοποίηση, πρέπει να γίνει διέγερση της σπερματογένεσης στους άνδρες με συνδυασμένη θεραπεία με γοναδοτροπίνες [hCG και ανασυνδυασμένη FSH (rFSH) ή ανθρώπινη εμμηνοπαυσιακή γοναδοτροπίνη (hMG)] ή με ειδική αντλία έγχυσης, εξωγενής χορήγηση GnRH κατά ώσεις. Για τη διέγερση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων και της ωορρηξίας στις γυναίκες χρησιμοποιείται η κατά ώσεις θεραπεία με GnRH ή η συνδυασμένη θεραπεία με γοναδοτροπίνες. Σέ ένα μικρό ποσοστό (10%), που η υπογονιμότητα επιμένει, η θεραπεία που προτείνεται είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση. Η τακτική παρακολούθηση των ασθενών είναι σημαντική για την επιτυχή θεραπεία τους, ενώ στην περίπτωση των γενετικών συνδρόμων και ανατομικών βλαβών, επιβάλλεται η γενετική συμβουλευτική και η θεραπεία των συνοδών νοσηροτήτων.

Γιατί Εμάς

Το Νευροενδοκρινικὀ σύστημα βρίσκεται διάσπαρτο σε διάφορα σημεία του σώματος, και επηρεάζει πολλά και διαφορετικά όργανα. Από την άλλη μεριά, η ρύθμιση των ενδοκρινικών και νευροενδοκρινικών λειτουργιών γίνεται μέσω πολύπλοκων αλληλορυθμιζόμενων μηχανισμών που δημιουργούν ένα δίκτυο συσχετιζόμενων ιστών και λειτουργιών. Συνεπώς η αντιμετώπιση αυτών των ασθενών απαιτεί μία διεπιστημονική ομάδα με ειδική γνώση και πολύχρονη εμπειρία στο χειρισμό αυτών των ασθενών. Όλα τα μέλη της ομάδας μας διαθέτουν εξιδικευμένη γνώση και κατάρτιση στα μεγαλύτερα διεθνή κέντρα που εξειδικεύονται στην θεραπεία των παραπάνω ασθενειών. Επιπλέον, στο ιατρικό διαθέτουμε σύγχρονη τεχνολογία την οποία επιστρατεύουμε τόσο στη διάγνωση όσο και θεραπεία των νεύροενδοκρινικών νοσημάτων. Είναι η πρώτη φορά στην Ελλάδα που οργανώνεται σε τέτοιο βαθμό η Νευροενδοκρινολογία, με στόχο την πληρέστερη και συνολικότερη αντιμετώπιση των νοσημάτων που εντάσσονται στον τομέα αυτόν.